Σάββατο, 17 Σεπτεμβρίου 2011

ΕΛΕΝΗ - Νικόλαος Γκατζογιάννης


ΕΛΕΝΗ - Νικόλαος Γκατζογιάννης

ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Σπάνια έχω έρθει αντιμέτωπος με ένα βιβλίο τόσο εκ διαμέτρου αντίθετο με αυτά που έχω μάθει να πιστεύω από παιδί χωρίς να καταφέρνω να το απορρίψω ή έστω να το αμφισβητήσω. Γιατί είμαι σχεδόν σίγουρος ότι η ανατριχιαστική εξιστόρηση του Νίκου Γκατζογιάννη για τις συνθήκες της φυλάκισης, του βασανισμού και της εκτέλεσης της μητέρας του, Ελένης Γκατζογιάννη, στον εμφύλιο πόλεμο από μια ομάδα ανταρτών είναι αληθινή, και αυτό είναι μάλλον η μεγαλύτερη απόδειξη ότι στον πόλεμο δεν υπάρχουν καλοί ή κακοί, μόνο άνθρωποι μπλεγμένοι στον ίδιο παραλογισμό. Μπορεί λοιπόν να μην τα κατάφερα να συμφιλιωθώ συναισθηματικά με το έργο (η παρούσα μορφή του οποίου αποτελεί επανέκδοση του εξαντλημένου εδώ και χρόνια πρωτότυπου) αλλά μια ανάγκη για αντικειμενικότητα με ανάγκασε να το διαβάσω όλο, και να ψάξω τα όποια σταθερά στοιχεία για να το προσδιορίσω.

Νικόλαος Γκατζογιάννης




ΕΛΕΝΗ - Νικόλαος Γκατζογιάννης


Στις 28 Αυγούστου 1948, μια ζεστή αποπνιχτική μέρα, γύρω στις δωδεκάμισι, μερικές χωριάτισσες ζαλωμένες ξύλα κατέβαιναν ένα απόκρημνο μονοπάτι πάνω από το χωριό Λια, έναν οικισμό με σταχτιά λιθόχτιστα σπίτια σε μια βουνοπλαγιά κάτω ακριβώς από τα ελληνοαλβανικά σύνορα. Όπως οι γυναίκες αντίκρισαν το χωριό στα πόδια τους, απάντησαν μια φριχτή συνοδεία.

Μπροστά και πίσω, κρατώντας τουφέκια, ήσαν κάμποσοι από τους κομμουνιστές αντάρτες, που κατείχαν το χωριό τους τελευταίους εννιά μήνες —ο εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα συνεχιζόταν. Φρουρούσαν δεκατρείς δεσμώτες, που βάδιζαν για εκτέλεση ξυπόλυτοι, τα πόδια τους μαύρα και πρησμένα από το φάλαγγα. Κάποιος, ανήμπορος από το ξύλο να βαδίσει ή έστω ν' ανακαθίσει, ήταν δεμένος πάνω σ' ένα μουλάρι.

Ανάμεσα στους κατάδικους ήσαν και πέντε χωριανοί του Λια: τρεις άντρες και δύο γυναίκες. Η πιο ηλικιωμένη σκουντούφλαγε με το χαμένο βλέμμα της τρέλας. Ήταν η θεια μου Αλέξω Γκατζογιάννη, πενήντα έξι χρονών. Η νεότερη, με καστανωπά μαλλιά, γαλανά μάτια και ξεσκισμένο λουλακί φουστάνι, έπιασε το βλέμμα από τις συγχωριανές της και κούνησε το κεφάλι της. Ήταν η μάνα μου, Ελένη Γκατζογιάννη, σαράντα ενός χρονών.

Μια από τις χωριανές άρχισε να κλαίει, βλέποντας τον αδερφό της ανάμεσα στους κατάδικους. Ένα δεκατριάχρονο αγόρι, που 'χε σταματήσει για να πιει σε μια βρύση, παρακολούθησε τους δεσμώτες να σκαρφαλώνουν το βουνό• γρήγορα χαθήκανε πίσω από τον ορίζοντα. Σε μερικά λεπτά ακούστηκε μια ομοβροντία από τουφεκιές, κατόπιν σκόρπιες πιστολιές καθώς αποτέλειωναν κάθε θύμα με μια σφαίρα στο κεφάλι. Όταν οι αντάρτες ξαναπέρασαν από τον ίδιο δρόμο κατηφορίζοντας, ήσαν μόνοι. Είχαν παρατήσει τους εκτελεσμένους στη ρεματιά όπου έπεσαν, τα κουφάρια σκεπασμένα με κοτρόνια.

Δεκάξι μέρες αργότερα, όταν φάνηκε πως οι αντάρτες χάνουν τον πόλεμο εναντίον του Ελληνικού Εθνικού Στρατού, συγκέντρωσαν όσους κατοίκους είχαν απομείνει στο χωριό και δια της βίας τους οδήγησαν σαν κοπάδι πέρα από τα σύνορα στην Αλβανία. Το Λια κατάντησε στοιχειωμένος τόπος, τα κοράκια ρίχνονταν πάνω στα κουφάρια που είχαν απομείνει εκεί. Ένα χωριό που κατοικήθηκε πάνω από εικοσιπέντε αιώνες είχε πάψει να υπάρχει.

Έμαθα την εκτέλεση της μάνας μου είκοσι τρεις μέρες αργότερα σ' ένα καταυλισμό προσφύγων στα παράλια του Ιονίου, όπου τρεις από τις αδερφές μου κι εγώ είχαμε καταφύγει αφού καταφέραμε να το σκάσουμε από το χωριό μας. Μολονότι η μάνα μας μας είχε καταστρώσει το φευγιό μας, αναγκάστηκε την τελευταία στιγμή να μείνει εκεί μαζί με την τέταρτη αδερφή μου. Έξι μήνες αφότου μάθαμε την είδηση, πήραμε το καράβι για την Αμερική να συναντήσουμε τον πατέρα μου, που ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος και η επακόλουθη επανάσταση τον είχε αποκόψει από την Ελλάδα. Ήμουν εννιά χρονών όταν τον πρωτοαντίκρισα.

Η μάνα μου ήταν μία από τους 600.000 Έλληνες που σκοτώθηκαν στα χρόνια του πολέμου που αφάνισε τη χώρα από τα 1940 ως τα 1949. Όπως πολλά από τα θύματα, έτσι και κείνη πέθανε επειδή ο τόπος της βρέθηκε στο διάβα των εχθρικών στρατών, όμως θα 'χε γλιτώσει αν δεν είχε αψηφήσει εκείνους που καταλάβανε το χωριό της για να σώσει τα παιδιά της.

Εγώ ήμουν το χαϊδεμένο της παιδί, το φως της ζωής της, και μ' αγαπούσε μ' όλη την παραφορά που μια Ελληνίδα χωριάτισσα κρατάει για το μοναχογιό της. Γνώριζα πως εξαιτίας μου κυρίως διάλεξε εκείνο που διάλεξε. Κανένας δεν είχε αμφιβολία πως πέθανε για να ζήσω εγώ.

Παιδί, μεγαλώνοντας στην πόλη Γούρστερ της Μασαχουσέτης, ζώντας με τις αδερφές μου και με τον άγνωστο, που ήταν ο πατέρας μου, δεν μπορούσα να μιλήσω για τη μάνα μου και για το θάνατό της όπως μιλούσε η υπόλοιπη οικογένεια, κι ας με παρακολουθούσε στον ύπνο και στον ξύπνο μου. Κάθε Κυριακή, στην εκκλησία γεμάτη Έλληνες μετανάστες, άκουγα τον παπά να ψέλνει ένα τρισάγιο στη μνήμη της. Οι πιο μεγάλες μου αδερφές μιλούσανε για κείνη συνεχώς, συχνά διηγούνταν όνειρα όπου η μάνα μας τους παρουσιαζόταν με κάποιο μήνυμα ή παραγγελία από τη χώρα των νεκρών. Στα δικά μου τα όνειρα, ήταν πάντα ζωντανή, καταπιανόταν με γνώριμες σκηνές από τα περασμένα, φούρνιζε το ψωμί, έκοβε τα μούρα από τη μουριά μας, γελούσε με τις σκανταλιές μου. Οι αδερφές μου είχανε παραδεχτεί το θάνατό της, εγώ όμως κάθε φορά που ξυπνούσε τον αντίκριζα σα νέο συγκλονισμό.

Ήμουν ένα εννιάχρονο αγόρι που παλεύει με τα εγγλέζικα, ένιωθα ανήμπορος μπροστά στο γεγονός του θανάτου της μάνας μου. Δεν ήταν κάτι που μπορούσα να μιλήσω γι' αυτό στον καθένα. Μου φαινόταν πως δε θα κατάφερνα να κάνω τίποτα για να ξεπληρώσω τη θυσία της πέρα από το να ελπίζω πως οι αδερφές μου είχαν δίκιο, ότι ο Θεός τελικά θα τιμωρούσε εκείνους που την πρόδωσαν, τη βασάνισαν και τη δολοφόνησαν.

Ύστερα, στην έβδομη τάξη, κάποιος δάσκαλος μου ανέθεσε να γράψω για τη ζωή μου στην Ελλάδα. Ήταν μια από τις πρώτες μέρες της άνοιξης. Κοιτούσα έξω από το παράθυρο του σχολείου, αναθυμόμουν τη βουνοπλαγιά μας να φλέγεται από τις πορφυρές κουτσουπιές, το πασχαλινό κατσίκι να ψήνεται στη σούβλα έξω από το κάθε σπίτι, τη μάνα μου να βράζει τ' αυγά σ' ένα τέντζερη με κόκκινη σαν αίμα μπογιά.

Έγραψα πως, την άνοιξη που ήμουν οχτώ χρονών, κρυφάκουσα δυο αντάρτες να λένε ότι σκοπεύουν να πάρουν τα παιδιά του χωριού από τους γονιούς τους και να τα στείλουν πίσω από το Παραπέτασμα. Έτρεξα και είπα στη μάνα μου τι είχα ακούσει και κείνη άρχισε να καταστρώνει το φευγιό μας θέτοντας εις κίνηση τα συμβάντα, που τέσσερις μήνες αργότερα θα καταλήγανε στην εκτέλεσή της.

Η εργασία αυτή μου χάρισε το απολυτήριο, και τότε κατάλαβα πως δεν ήμουν τόσο ανήμπορος όσο νόμιζα. Θα μάθαινα να γράφω και τελικά θα περιέγραφα τι είχε διαπραχθεί και από ποιους, σε κείνη τη ρεματιά στα 1948. Δε μίλησα για τις φιλοδοξίες μου αυτές στον πατέρα και στις αδερφές μου, που δούλευαν σε εργοστάσια και σε φτηνά εστιατόρια για να μας συντηρήσουν.

Τελειώνοντας το Πανεπιστήμιο είχα βάλει στην πάντα αρκετά λεφτά από τη μερική απασχόλησή μου σε τοπικές εφημερίδες, ώστε να επιχειρήσω το ταξίδι της επιστροφής στο χωριό, που είχα εγκαταλείψει πρόσφυγας πριν από δεκατέσσερα χρόνια. Σκόπευα ν' αρχίσω την έρευνά μου για τα καθέκαστα του χαμού της μάνας μου.

Όταν έφυγα παιδί από το χωριό εκείνο, ήξερα το κάθε δέντρο και τον κάθε βράχο, του περιορισμένου κόσμου μου, άλλα ακολουθώντας στα 1963 το νέο χωματόδρομο για την επιστροφή ψηλά στα βουνά μας, θαρρώντας από μακριά λάθεψα πως δύο χωριά ήταν το δικό μου προτού φτάσω στο Λια. Φανερό, η μνήμη μου δεν ήταν τόσο αξιόπιστη όσο νόμιζα. Όταν έφτασα τέλος, το χωριό δεν ήταν πια έρημο• πολλοί από τους κατοίκους που, υποχωρώντας οι κομμουνιστές τους είχαν οδηγήσει στην Αλβανία και κατόπιν τους είχαν σκορπίσει σε όλη την Ανατολική Ευρώπη, είχαν σιγά σιγά επιστρέψει από τα 1954. Πάντως, η ελληνική κυβέρνηση δεν επέτρεπε ακόμη να γυρίσουν οι αντάρτες και οι συνεργάτες τους.

Με προϋπάντησε ο παππούς μου, ογδόντα τριών χρονών, ο μοναδικός άντρας από τους συγγενείς που είχα γνωρίσει παιδί. Τον θυμόμουν σαν ένα απομόναχο, απειλητικό τύραννο. Εκείνος είχε επιστρέψει στο έρημο χωριό για να ξεθάψει τη μάνα μου και τη θεια μου και κατόπιν έφερε σε μας τα παιδιά την είδηση για το θάνατό τους. Όταν με αντίκρισε, τώρα στα είκοσι τρία μου, ο παππούς μου ήταν ο πρώτος από τους τόσους και τόσους χωριανούς που ξαφνιάστηκαν με το πόσο έμοιαζα της μάνας μου. Το πρόσωπό μου θαρρείς και παρακινούσε τους γείτονες να ξεχύνουν σωρό τις λεπτομέρειες για τα βασανιστήρια και το μαρτύριό της. Μόλις άρχισαν, διαπίστωσα πως δεν το άντεχα ν' ακούσω. Όταν κάποιος θέλησε να μου πει πόσο τερατωδώς είχανε πρηστεί τα πόδια και τα καλάμια της από τα χτυπήματα, σηκώθηκα και βγήκα από το δωμάτιο.

Εκείνο το πρώτο απομεσήμερο, ενώ ο παππούς και η γιαγιά μου είχανε πλαγιάσει, έφυγα από το σπίτι τους και ανηφόρισα από το μονοπάτι, ως το παλιό μας σπίτι, τώρα έρημο καθώς οι χωριανοί το αποφεύγανε, γιατί οι αντάρτες το είχανε χρησιμοποιήσει για σταθμό της πολιτοφυλακής, για κρατητήριο, τόπο εκτελέσεων και νεκροταφείο. Ήξερα πως η μάνα μου εδώ είχε περάσει τις τελευταίες μέρες της ζωής της με βασανιστήρια, φυλακισμένη στο βρωμερό κατώι όπου κάποτε κλείναμε τα γιδοπρόβατά μας. Πίεσα τον εαυτό μου να διαβεί την εξώθυρα και κοίταξα μέσα στο δωμάτιο που χρησιμοποιούσαμε για κουζίνα, εδώ η μάνα μου, οι αδερφές μου κι εγώ κοιμόμαστε κατάχαμα γύρω από το τζάκι. Το δωμάτιο έμοιαζε να 'χει στενέψει με τα χρόνια. Μέσα δεν υπήρχε τίποτα, κανένα σημάδι πως εγώ ανήκα εδώ. Πάσχισα ν' αναλογιστώ ευτυχισμένες μέρες, γιορτάδες, αλλά το μόνο που κατάφερα να σκεφτώ ήταν οι καταδικασμένοι κρατούμενοι στο κατώι, ανάμεσά τους κι η μάνα μου. Δε ζύγωσα την πόρτα του κατωγιού, έφυγα από το σπίτι, γνωρίζοντας πως δε θα ξαναγυρίσω.

Εκείνο το φθινόπωρο, όταν επέστρεψα στην Αμερική για ν' αρχίσω μεταπτυχιακές σπουδές, έκανα μια απόπειρα να καταπιαστώ με το βιβλίο, αλλά μόλις που κατάφερα να προχωρήσω στις πρώτες λίγες σελίδες. Ξεκίνησα προσπαθώντας να περιγράψω εκείνο το καταθλιπτικά ζεστό απόγεμα που ήρθε ο παππούς μου για να μας πει πως είχανε σκοτώσει τη μάνα μας. Και μόνο η ανάμνηση από τα ξεφωνητά των αδερφάδων μου με σταμάτησε κι έκαμα πέρα τα χαρτιά. Στα επόμενα λίγα χρόνια διοχέτευσα την ενεργητικότητά μου για να ολοκληρώσω τις μεταπτυχιακές σπουδές και να βρω δουλειά ως δημοσιογράφος. Παιδί, νόμιζα αφελώς ότι θα μπορούσα να γράψω από τις αναμνήσεις μου την ιστορία του χαμού της μάνας μου. Ήξερα τώρα πως οι αναμνήσεις εκείνες ήταν αλλοιωμένες και ατελείς. Ήξερα ακόμη, ότι δεν είχα το σθένος ν' αντιμετωπίσω τα καθέκαστα του μαρτυρίου της.

Οι αδερφές μου δεν είχαν την όρεξη αλλά μήτε και τα χρήματα να επιστρέψουν στην Ελλάδα ως τα 1969, οπότε δύο από τις τέσσερις πήραν την απόφαση να γυρίσουν στο χωριό και να κάνουν μνημόσυνο της μάνας μας. Αποφάσισα να πάω μαζί τους, αν και ήξερα πως το ταξίδι θα ήταν οδυνηρό. Όταν φτάσαμε στο Λια, τις ακολούθησα στο ανηφορικό μονοπάτι ως το περιβόλι μας, αλλά όταν οι αδερφές μου μπήκανε στο σπίτι, αρνήθηκα να πάω μαζί τους και τις περίμενα απ' έξω ωσότου ξαναβγήκανε κλαίγοντας.

Την άλλη μέρα όλο το χωριό συνάχτηκε στον Άη Δημήτρη, την εκκλησία του μαχαλά μου, για το μνημόσυνο. Η εκκλησία λειτουργιόταν μόνο ορισμένες γιορτάδες, αλλά ο παπάς του χωριού δέχτηκε να την ανοίξει και να λειτουργήσει. Στο μικρό οστεοφυλάκιο, που ένας τοίχος το χωρίζει από το ιερό, βρίσκονται τα κόκαλα της μάνας μου και της θειας μου μέσα σ' ένα ξύλινο κασελάκι, ανάκατα όπως τα βρήκε ο παππούς μου όταν τις ξέθαψε από τον ομαδικό τάφο.

Ο ήλιος έπεφτε λοξά μέσα από τα σκονισμένα παράθυρα της κατάμεστης εκκλησίας όταν ο παπάς άρχισε να ψέλνει και τα παπαδάκια να σείουν τα θυμιατά, η βαριά μοσκοβολιά ανακατώθηκε με τη μυρωδιά της φθοράς. Απροσδόκητα, ο δάσκαλος σηκώθηκε να μιλήσει. Ήταν ο μοναδικός γραμματισμένος στο χωριό και ήθελε να εκφωνήσει επιμνημόσυνο λόγο. Μόλις είπε τ' όνομα της μάνας μου, οι αδερφές μου αρχίσανε να σκούζουν: διαπεραστικές, γοερές κραυγές, η ελληνική έκφραση του πόνου για τον πεθαμένο.

«Ο θάνατος αυτής της γυναίκας δεν ήταν συνηθισμένος», συνέχισε ο δάσκαλος παρά την αναστάτωση. «Εκτελέστηκε ολομόναχη, ο άντρας της μακριά στα ξένα, επειδή προσπάθησε να σώσει τα παιδιά της. Έπεσε θύμα των Ελλήνων αδελφών της. Τούτη δεν είναι συνηθισμένη επιμνημόσυνη δέηση• η γυναίκα αυτή δολοφονήθηκε!»

Όπως στεκόμουν εκεί, λαχταρώντας να ήμουν οπουδήποτε αλλού, η ατμόσφαιρα με καταπλάκωνε και γνώριζα πως τα κόκαλα της μάνας μου βρίσκονται λίγα μέτρα πιο πέρα. Σχεδόν καθημερινά στα παιδικά μου χρόνια την είχα παρακολουθήσει ν' ανάβει κερί μπροστά σε τούτο το εικονοστάσι. Οι τσιριξιές των αδερφάδων μου έγδαραν την κρούστα της αυτοκυριαρχίας που είχα φτιάξει με αλλεπάλληλα στρώματα. Ακόμη κι όταν ήμουν παιδί, τη μέρα που με αποχαιρέτησε η μάνα μου, και πάλι, σαν έμαθα πως είχε πεθάνει, είχα κρατήσει μέσα μου τη θλίψη. Τώρα ξεχύθηκε. Λυγμοί αναδύθηκαν από εκεί όπου τόσα χρόνια ήτανε κρυμμένοι και συγκλόνισαν το κορμί μου σαν σπασμοί. Ο χείμαρρος της συγκίνησης θόλωσε τα μάτια μου και τα γόνατά μου λυγίσανε. Δυο χωριανοί πλάι μου με πιάσανε από τα μπράτσα και κρατώντας με με βγάλανε από την εκκλησία, με κάθισαν καταγής, στηρίζοντας την πλάτη μου στον κορμό ενός από τα θεόρατα κυπαρίσσια που περιβάλλουν το νεκροταφείο.

Τούτο το ξέσπασμα ήταν η πρώτη και η τελευταία φορά που έχασα την αυτοκυριαρχία μου και αφέθηκα στον πόνο μου, όταν όμως πέρασε, ανακάλυψα μέσα μου νέα δύναμη. Επιτέλους ήμουν έτοιμος να μάθω όσα είχαν να μου πουν οι χωριανοί και ν' αντικρίσω στα ίσια τα καθέκαστα του χαμού της μάνας μου.

Όταν άρχισα να υποβάλω ερωτήσεις, διαπίστωσα ότι πολλά σημεία της ιστορίας ήταν ακόμη για μένα απρόσιτα. Οι χωριανοί που την είχαν προδώσει, που είχανε καταθέσει εις βάρος της για να γίνουν αρεστοί στους αντάρτες, βρίσκονταν ακόμη εξόριστοι πίσω από το Παραπέτασμα. Και οι μάρτυρες των τελευταίων της ημερών που ζούσαν στο Λια μου έδιναν αντιφατικές πληροφορίες για πολλά περιστατικά, προφανώς αποκρύπτοντας λεπτομέρειες που θα μπορούσαν να εκθέσουν τους ίδιους ή συγγενείς τους. Όσοι ήταν πρόθυμοι να μιλήσουν ανοιχτά για τα χρόνια του πολέμου θυμόντουσαν τους αντάρτες μόνο με τα ψευδώνυμα που χρησιμοποιούσαν για ν' αποκρύπτουν την ταυτότητά τους. Πέρασα ολόκληρο το καλοκαίρι του 1969 στο Λια, όμως όταν το φθινόπωρο έφυγα για να γυρίσω στην Αμερική, ήταν φανερό πως παρά την ψυχική μου ετοιμότητα ν' ακούσω την ιστορία της μάνας μου, δεν είχα πρόσβαση σε ανθρώπους με καίρια ανάμιξη ή την ικανότητα να τους αποσπάσω την αλήθεια.

Επιστρέφοντας στη Νέα Υόρκη βυθίστηκα στη βιοπάλη. Παντρεύτηκα μια κοπέλα που γνώριζα από τα χρόνια των μεταπτυχιακών μου σπουδών και γοργά το ένα μετά το άλλο αποχτήσαμε τρία παιδιά, πρώτα ένα γιο που τον βγάλαμε Χρήστο, όπως ο πατέρας μου, και κατόπιν δύο κόρες, που τη μεγαλύτερη τη βαφτίσαμε Ελένη, όπως η μάνα μου.

Έπιασα δουλειά στους Τάιμς της Νέας Υόρκης, ρεπόρτερ ερευνητής, μια ειδικότητα στον Τύπο, η οποία συνδυάζει τον αστυνομικό με το δημοσιογράφο. Έμαθα πως να ξετρυπώνω γεγονότα που όλοι τα θέλουν κρυμμένα, πως ν' αναγκάζω τους μάρτυρες να πέφτουν σε αντιφάσεις, παγιδεύοντάς τους με τα ίδια τους τα λόγια. Παρακολούθησα συστηματικά θέματα και ερεύνησα ανώνυμες καταγγελίες και αγωνίστηκα να διασταυρώσω και να επαληθεύσω ξανά και ξανά κάθε ίχνος πληροφορίας, περνώντας βδομάδες βουτηγμένος μέσα σε σκονισμένους φακέλους και κρατικά έγγραφα. Έγραψα για διεφθαρμένους πολιτικούς, για αργυρώνητους δικαστές, για εμπόρους ναρκωτικών και αρχιμαφιόζους. Κατά καιρούς κλήθηκα να καταθέσω ενόρκως, μια φορά και από τον αντιπρόεδρο Σπύρο Άγκνιου, αλλά οι μαρτυρίες μου υπήρξαν πάντοτε πολύ καλά τεκμηριωμένες, ώστε κανείς δεν τόλμησε να με εγκαλέσει. Τα εφτά χρόνια μετά το μνημόσυνο της μάνας μου στάθηκαν πυρετώδη και τυραννικά. Αργότερα μόνο κατάλαβα πως ασυνείδητα ακόνιζα τις ικανότητές μου και εξασκιόμουνα για το έργο που από παιδί είχα επωμισθεί: να ανακαλύψω τι είχε συμβεί στη μάνα μου και ποιος ήταν υπεύθυνος για το θάνατό της. Παρά τις λοξοδρομήσεις τα βήματά μου με οδηγούσαν αδυσώπητα πίσω στη ρεματιά όπου είχε εκτελεστεί.

Τον Ιούλιο του 1974 η κατάρρευση της δεξιάς στρατιωτικής δικτατορίας που κυβερνούσε την Ελλάδα άνοιξε τις πύλες για να επιστρέψουν στη χώρα οι εξόριστοι κομμουνιστές αντάρτες. Θα μπορούσα τώρα να πλησιάσω πολλούς από εκείνους που ήθελα να ρωτήσω για τη δίκη και την εκτέλεση της μάνας μου. Στα 1977 έπεισα τους προϊσταμένους μου να με στείλουν στην Αθήνα ως ανταποκριτή των Τάιμς της Νέας Υόρκης στην ανατολική Μεσόγειο. Συγκλίνανε πια οι αναγκαίες προϋποθέσεις, ώστε ν' αρχίσω την έρευνα για την ιστορία της μάνας μου.

2 σχόλια:

  1. ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΓΚΑΤΖΟΓΙΑΝΝΗ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΗΧΗΡΟ ΧΑΣΤΟΥΚΙ ΣΤΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ, ΤΗΝ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΙΣ ΜΕΘΟΔΟΥΣ ΤΟΥ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Για τους φασίστες ναι! Την ιδεολογία των ταγματασφαλιτών, των τσολιάδων, των κουκουλοφόρων καταδοτών την γνωρίζεις φίλτατε Γιώργο; Ή δε σε νοιάζει;

    ΑπάντησηΔιαγραφή