Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2011

Γ. Κοτζιούλας: Από μικρός στα γράμματα, το πρώτο μου σχολείο


ΑΠΟ ΜΙΚΡΟΣ ΣΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟFREE photo hosting by Fih.gr

Ο πρώτος μου δάσκαλος ήταν ο πατέρας. Αυτός
μου πρωτόδειξε τυπωμένα τα γράμματα, αρχίζοντας βέβαια απ’ τα πιο εύκολα, και
μ’ έμαθε να τα προφέρω, να τα συλλαβίζω. Αλλά εκείνο που του χρωστάω
περισσότερο είναι πως πήρε με το δουλευτάρικο, τριχωτό χέρι του το δικό μου το
άμαθο, το δισταχτικό και με δίδαξε πώς να γράφω. Καθώς ο ίδιος, παρ’ όλη τη
λιγοστή μόρφωσή του, έγραφε προσεχτικά και κανονικά, μ’ έναν τύπο δικό του,
ευανάγνωστο κι ελκυστικό, πήρα απ’ αυτόν τη συνήθεια του λεπτού και ωραίου
γραψίματος, έτσι που με τον καιρό να γίνω σχεδόν καλλιγράφος και ν’ ακούσω γι’
αυτό όχι λίγους επαίνους στη ζωή μου. Μα για την καλλιγραφία του
πολυσπουδαγμένου γιου ευθυνόταν ο λιγογράμματος πατέρας, με τις δυο ή τρεις
τάξεις του δημοτικού. Δε μάθαιναν πολλά γράμματα στον καιρό του∙ πολλοί
μάλιστα, της ίδιας ηλικίας μ’ αυτόν, δεν ήξεραν ούτε να βάλουν την υπογραφή
τους. Κι όταν τους πήραν αργότερα στο στρατιωτικό ή όποτε παρουσιάζονταν στο
δικαστήριο, δήλωναν σαν το φυσικότερο πράμα: αγράμματος. Το καταλάβαιναν και
μόνοι τους πως αυτό δεν ήταν σωστό, ίσως να ντρέπονταν κιόλας κατά βάθος, μα
δε μπορούσαν πια να το διορθώσουν. Κι αν η αμορφωσιά τους έμοιαζε μ’ ένα είδος
αναπηρία, ήταν πολλοί γύρω τους που έπασχαν από το ίδιο σακατλίκι. Στο κάτω
κάτω παρηγοριόνταν μονάχοι τους λέγοντας: «Δε βαριέσαι! Σάματι θα γίνω γω
παπάς ή γραμματικός;» Σ’ αυτές τις δύο κατηγορίες ήταν απαραίτητα τα γράμματα,
οι άλλοι μπορούσαν να κάμουν και χωρίς αυτά. (Ολόκληρο το βιβλίο σε απλό
κείμενο)

Γιώργος Κοτζιούλας


ΑΠΟ ΜΙΚΡΟΣ ΣΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟ


Ο πρώτος μου δάσκαλος ήταν ο πατέρας. Αυτός μου πρωτόδειξε τυπωμένα τα γράμματα, αρχίζοντας βέβαια απ’ τα πιο εύκολα, και μ’ έμαθε να τα προφέρω, να τα συλλαβίζω. Αλλά εκείνο που του χρωστάω περισσότερο είναι πως πήρε με το δουλευτάρικο, τριχωτό χέρι του το δικό μου το άμαθο, το δισταχτικό και με δίδαξε πώς να γράφω. Καθώς ο ίδιος, παρ’ όλη τη λιγοστή μόρφωσή του, έγραφε προσεχτικά και κανονικά, μ’ έναν τύπο δικό του, ευανάγνωστο κι ελκυστικό, πήρα απ’ αυτόν τη συνήθεια του λεπτού και ωραίου γραψίματος, έτσι που με τον καιρό να γίνω σχεδόν καλλιγράφος και ν’ ακούσω γι’ αυτό όχι λίγους επαίνους στη ζωή μου. Μα για την καλλιγραφία του πολυσπουδαγμένου γιου ευθυνόταν ο λιγογράμματος πατέρας, με τις δυο ή τρεις τάξεις του δημοτικού.
Δε μάθαιναν πολλά γράμματα στον καιρό του∙ πολλοί μάλιστα, της ίδιας ηλικίας μ’ αυτόν, δεν ήξεραν ούτε να βάλουν την υπογραφή τους. Κι όταν τους πήραν αργότερα στο στρατιωτικό ή όποτε παρουσιάζονταν στο δικαστήριο, δήλωναν σαν το φυσικότερο πράμα: αγράμματος. Το καταλάβαιναν και μόνοι τους πως αυτό δεν ήταν σωστό, ίσως να ντρέπονταν κιόλας κατά βάθος, μα δε μπορούσαν πια να το διορθώσουν. Κι αν η αμορφωσιά τους έμοιαζε μ’ ένα είδος αναπηρία, ήταν πολλοί γύρω τους που έπασχαν από το ίδιο σακατλίκι. Στο κάτω κάτω παρηγοριόνταν μονάχοι τους λέγοντας: «Δε βαριέσαι! Σάματι θα γίνω γω παπάς ή γραμματικός;» Σ’ αυτές τις δύο κατηγορίες ήταν απαραίτητα τα γράμματα, οι άλλοι μπορούσαν να κάμουν και χωρίς αυτά.
Το ’ριχναν όξω λοιπόν επαναλαμβάνοντας διασκεδαστικά το εύθυμο στιχάκι, που το ξέραν ακόμα κι οι γυναίκες και το ’λεγαν σαν παροιμία ή σαν ξόρκι:
Άλφα βήτα

κόψι πίτα,

φάι κι ισύ,

δο μ΄κι μένα!

Ως εκεί έφταναν οι πνευματικές γνώσεις των περισσότερων, αντρών και γυναικών. Σε μερικούς είχε μείνει, σα μακρινή ανάμνηση παλιάς διδαχτικής μεθόδου, από τότε που τα μάθαιναν απόξω κι ανακατωτά, και το εξής μνημοτεχνικό, ένα είδος κινέζικα:
Άλφα – ω

βήτα – ψι

γάμα – χι…
Οι δάσκαλοι τότε ήταν σπάνιο δείγμα, κι αν έβγαινε κάπου κάπου κανένας, δε θα ’ρχόταν να φάει ψωμί στα δικά μας φτωχοχώρια, σ’ εκείνο το έρμο καυκί ανάμεσα Τζουμέρκου και Ξεροβουνιού, που έχει κατακάτσει φαίνεται από παμπάλαια γεωλογική καθίζηση, για να τυραννιούνται από γεννητάτη φτώχεια οι κάτοικοί του. Τα πρώτα γράμματα τα δίδασκαν οι παπάδες, σαν οικογενειακό τους προνόμιο, σα μυστικό του σιναφιού τους, στους γιους τους που θα κληρονομούσαν το επάγγελμα, στοιχεία απ’ το Χτωήχι και το Ψαλτήρι που τα ’χαν μάθει με κόπο κι οι ίδιοι, υπηρετώντας κανέναν καλόγερο κοντινού μοναστηριού. Ο πρώτος κοινοτικός δάσκαλος που ξέπεσε στα μέρη μας (τα χωριά μας δεν είχαν ξαγοραστεί ακόμα απ’ τον Αφέντη) ήταν κάποιος Τσαπαδόντης, που αξίζει να πούμε γι’ αυτόν μερικά.
Ο Τσαπαδόντης δε λεγόταν έτσι πραγματικά, μα χρωστούσε το παρατσούκλι στα δόντια του, μεγάλα τάχα σαν τσαπιά. Θα ήταν κακόθωρος[1], φαίνεται, νομίζω πως είχε και κάποια κουτσαμάρα, έτσι που προκαλούσε την αποστροφή και τον τρόμο στ’ ανυπόταχτα της εποχής εκείνης παιδιά.
Επειδή δεν είχαν διαθέσιμο χτίριο για σκολειό, τα μάζευε σ’ ένα παρεκκλήσι, απ’ αυτά που λειτουργιούνται μια φορά το χρόνο, στη μνήμη του αγίου τους, κι εκεί προσπαθούσε να «τους γιομίσει το κεφάλι» με κρανίσιες βέργες, με τσουκνίδες στα χέρια, με γονατίσματα απάνω σε χαλίκια, με κλεισίματα μες στην εκκλησιά και άλλα μεσαιωνικά μαρτύρια. Οι πιο πολλοί δεν άντεχαν και με πρώτη ευκαιρία το σκάγαν, για λίγο ή για πάντα. Πιο τυχεροί ήταν όσοι έκαναν υπομονή στο δάρσιμο, στις κλωτσιές και στα βρισίδια του μανιακού δασκάλου τους, του διαστρεμμένου Τσαπαδόντη, ώστε πρόφταιναν, πριν φύγουν, να έχουν μάθει να χαράζουν «δυο κλίτσες[2]» στο χαρτί και να ξέρουν να κάνουν ένα λογαριασμό της προκοπής.
Η αλήθεια είναι πως τη φυσική φυγοπονία των ακαλλιέργητων μαθητών και την τάση τους γι’ ανταρσία μπροστά στον τύραννο παιδαγωγό, που η συναίσθηση της δυσμορφίας του τον έκανε ακόμα χειρότερο, αυτές όλες τις κακές προϋποθέσεις τις διευκόλυνε αρκετά κι η ανοχή των μανάδων με τις ανάγκες του σπιτιού. «Δεν το ’χω ’γώ το παιδί μου να μου το σκανιάζει ο αντίχριστος», έλεγαν οι νοικοκυράδες με μίσος για το δάσκαλο. Δεν τα πονούσαν μονάχα, τα χρειάζονταν κιόλας. Τα είχαν βοηθούς στις δουλειές τους, στα γίδια, στα χωράφια, παντού. Οι άντρες έλειπαν, δούλευαν, και τα παιδιά ήταν χρήσιμα από έξι-εφτά χρονών. Τις καλοκαιρινές διακοπές αντικαθιστούσαν τους μεγάλους. Αλλά και τις καθημερινές δεν τ’ άφηναν έτσι τις διαθέσιμες ώρες. Όταν λοιπόν οι μεγάλοι έβλεπαν πως προτιμούσαν και τα ίδια να λείψουν από το βάσανο του σχολειού, τα ’κοβαν από κει μια ώρα αρχύτερα, για να γίνουν γιδάρηδες ή τεχνίτες ή σκαφτιάδες, σαν τους πατεράδες τους.
Ο πατέρας μου, αντίθετα προς όλους σχεδόν τους άλλους χωριανούς, είχε από φυσικού του μεράκι για γράμματα και δεν έχανε την ευκαιρία να κάνει συντροφιά πρόσωπα ανώτερά του, προπαντός γραμματισμένους.
Ένας απ’ αυτούς ήταν κι ο δάσκαλος ο Καράμπαλης, που υπηρετούσε στο γειτονικό χωριό, αν και καταγόταν απ’ αλλού, πέρα απ’ το ποτάμι. Δεν ξέρω πώς είχε ριζώσει εκεί κι έμεινε ως τα τέλη σχεδόν της ζωής του, συνταυτισμένος με τα λαδάσκια[3], με τους σπληνιάρηδες[4], όπως τους παραγκωμιάζαν οι δικοί μας τους κατοίκους αυτού του χωριού, επειδή είχε βρουτσίλια, μέρη πολύ νοτερά, και τους έπιαναν συχνά θέρμες, κιτρίνιζαν απ’ την αδυναμία. Κρυφοί όπως ήταν, γεμάτοι κρυψίνοια και αντιζηλία μεταξύ τους, είχαν ισόβιες διαφορές και ο δάσκαλος, κοντά στην κύρια υπηρεσία του, πρόσφερε κι άλλην, όχι λιγότερο σπουδαία γι’ αυτούς: να συντάσσει μηνύσεις. Ήξερε και τις σκάρωνε μια χαρά, έτσι που να μη μπορείς να ξεφύγεις από τις πλεχτάνες της δικονομίας του. Επειδή τον είχαν όλοι ανάγκη, καταφεύγοντας σ’ αυτόν με κάθε μυστικότητα, προσποιούνταν πως δεν ήξεραν ποιος ήτανε ο συντάχτης της μήνυσης του αντιδίκου και δεν τον πείραζαν αυτόν, τον είχαν σαν ένα είδος ουδέτερο έδαφος, βγάζοντας τα μάτια μεταξύ τους και μην απολείποντας ποτέ από τα δικαστήρια. Νομίζω μάλιστα πως ο δάσκαλός τους απασχολημένος να πλουτίζει τις γνώσεις του με τα πολύπλοκα της δικολαβίας, που έβρισκε κιόλας κάποια κρυφή ηδονή σ’ αυτά, δεν είχε καιρό, δεν τον τραβούσε να καταγίνεται με τη δασκαλική.
Απ’ τις πολλές φορές που ερχόταν ο Καράμπαλης – Θεός σχωρέστον! – μουσαφίρης στο σπίτι μας και κουβέντιαζαν με τον πατέρα μου δίπλα στη γωνιά, κάποτε ο τελευταίος έφερε την κουβέντα γύρου σ’ εμένα που στεκόμουν περίεργος και άκουγα με σεβασμό, πρωτότοκος της φαμίλιας, πεντέξι χρονών. Ο Καράμπαλης, κιτρινοπρόσωπος κι αυτός σαν τους ξενοχωριανούς του, με κοίταξε μ’ εκείνο το κρύο του βλέμμα πίσω απ’ τα γυαλιά και για να φανεί, καταλαβαίνω, υποχρεωτικός με κάλεσε κοντά του. Πλησίασα όλο δισταγμούς, μ’ εκείνο το μίγμα συστολής και καμώματα που έχουν τα παιδιά.
Ο Καράμπαλης έβγαλε απ’ την τσέπη του ένα μολύβι και χαρτί, πήρε απ’ τη «θουρίδα[5]» μας ένα παλιό μεταφρασμένο Βαγγέλιο με πέτσινο ντύμα για ν’ ακουμπάει, και άρχισε τη μύησή μου στα θαυμαστά της παιδείας.
- Το βλέπεις αυτό που ζωγράφισα εδώ; Με τι μοιάζει; Δε σου πάει στο νου, ε; Να στο πω εγώ. Είναι σαν αγκίστρι, σαν αυτό που ψαρεύουν στο ποτάμι, τα ξέρεις. (Δε τα ’ξερα καθόλου, γιατί ο Άραχθος μας έρχονταν λίγο μακριά και δεν ψάρευε κανένας απ’ τους δικούς μου.) Αυτό λοιπόν – συνέχισε ο Καράμπαλης – είναι το ι, το γιώτα.
Δεν τολμούσα όμως να τον ρωτήσω∙ ποιο ήταν απ’ τα δυο: το ι ή το γιώτα;
Έπειτα σχεδίασε ένα στρογγυλάδι.
-Αυτό πάλι με τι μοιάζει; (Πάλι δεν ήξερα, τα είχα σα χαμένα.) Αυτό είναι σαν την κουλούρα που ζυμώνει η μάνα σου (και μου έδειξε πραγματικά το ψωμί που ζυμωνόταν εκείνη τη στιγμή στο σκαφίδι.) Λέγεται ο, όμικρον. Τα δύο μαζί κάνουν ίο. Κατάλαβες;
Ξεροκατάπια απ’ την αμηχανία μου.
-Πρόσεξε τώρα, συμπλήρωσε αμείλιχτος ο ζόρικος μουσαφίρης μας. Θα σου φκιάσω μια κουλούρα κι ένα αγκίστρι μαζί. Αυτό είναι το άλφα. Έχουμε λοιπόν και λέμε: ίο, ία… Πες τα κι εσύ. Έλα μη ντρέπεσαι.
Το κεφάλι μου είχε γίνει σαν καζάνι, δε μπορούσα να σταθώ στα πόδια απ’ την ταραχή μου. Στ’ αυτιά μου σφυροκοπούσαν ακατανόητοι ήχοι: ίο-ία. Ανάθεμα τα γράμματα!
Φαίνεται πως ο Καράμπαλης με λυπήθηκε, ή βαρέθηκε ίσως, και μ’ άφησε κείνη τη φορά.
Όταν σε κάμποσο διάστημα ήρθε η εποχή να με στείλουν στο δάσκαλο, δεν ήθελα να πάω στην αρχή. Δάσκαλό μου θα είχα τον ίδιο τον Καράμπαλη, γιατί από έλλειψη δικού μας θα πήγαινα στο διπλανό χωριό, που το σκολειό του δεν ήταν και τόσο μακριά απ’ το σπίτι μου. Με χίλια βάσανα με κατάφεραν να πάω, γιατί φοβόμουν το δάσκαλο, φοβόμουν τα σκυλιά στο δρόμο, φοβόμουν και το λόγγο που θα περνούσα. Κι αν δέχτηκα, ήταν γιατί θα ’χα συντροφιά τη Λάμπρω της Ζωίτσας, πρώτη μου ξαδέρφη που θα έμενε στο σπίτι μας, επειδή το δικό της βρισκόταν σε μεγάλη απόσταση για να πηγαινοέρχεται. Κι ήταν τότε η πρώτη κοπέλα που αποφάσιζε να πάει σε σκολειό και μάλιστα σε ξένο χωριό. Η παρακίνηση ίσως να προερχόταν απ’ τον πατέρα μου, γιατί ο δικός της έλειπε τότε στα ξένα.
Η Λάμπρω, μεγαλύτερή μου στα χρόνια, ήταν και πιο προχωρημένη στα γράμματα. Εγώ, με όλη την προπαίδεια του πατέρα μου (που ταξιδεύονταν κι αυτός κατά διαλείμματα) θ’ ακολουθούσα τη μικρότερη τάξη: την πρώτη κατωτέρα.
Από τότε λοιπόν ξυπνάγαμε μπονόρα[6], παίρναμε το μεσημεριανό μαζί μας, τρώγοντας και κατιτί, για να μη «μας έρθει νέκρα[7]» ως τότε, και ξεκινάγαμε μαζί με τη Λάμπρω περνώντας ρούγες και κουλούρια[8] και δασότοπο, ώσπου να φτάσουμε πέρα στο σχολειό.
Το σκολειό δεν ήταν άλλο από ένα χαγιάτι εκκλησιάς. Δε θυμάμαι πια αν είχαν καθόλου θρανία, μα εμείς οι μικροί καθόμασταν απόξω στα πεζούλια και χαζεύαμε. Κανένας δεν ασχολούνταν μ’ εμάς, ο δάσκαλος δε μας έδινε καμιά σημασία. Ούτε μας διάβαζε, ούτε μας έβγαζε μάθημα. Θαρρώ μάλιστα που ούτε μας είχε καθόλου στο λογαριασμό του, δηλαδή περασμένους στον κατάλογο, που δεν εκφωνούνταν ποτέ. Καμιά φορά περνούσε από κοντά μας κανένας μεγάλος (και σ’ εκείνη την ηλικία η διαφορά των ετών δείχνει τεράστια) για να μας πετάξει κάνα πείραγμα απ’ το ύψος του αναστήματός του:
-Τι κάνετ’ αυτού, μωρέ κουκουτσέλια;
Και ήμασταν αλήθεια σαν αλάλητα κοτόπουλα, προορισμένοι να θαυμάζουμε τα παιγνίδια των μεγάλων, τα τρεξίματα και τα κυνηγητά τους, που αυτοί σαν αληθινοί κοκόροι με γενναίο λειρί έδιναν μάχες μεταξύ τους και παράβγαιναν ο ένας με τον άλλον σε θαρραλέους αγώνες. Εμείς ζαρώναμε στην άκρη μας και τους κοιτάζαμε μ’ ανοιχτό το στόμα.
Κοιτάζαμε το Σταύρο του Λαμπράκη Χήρα, πρατάρη[9] απάνω στο βουνό, που του φώναζαν οι συνομήλικοί του «τσαπ! τσαπ!», σα να ’ταν τσάπος, τράγος μαθές κι όχι μαθητής, πώς ανέβαινε τα σκαλοπάτια στην άκρη των ποδιών του, κρυφοτήραγε από τα σπασμένα τζάμια στον οντά, να ιδεί αν ξύπνησε ο δάσκαλος απ’ το μεσημεριανό ύπνο και του έριχνε πετραδάκια κρυμμένος, να τον ξαφνιάσει στον ύπνο του, ενώ κι ο ίδιος κι όλοι οι άλλοι από κάτω, ηθικοί συνένοχοί του, ήταν έτοιμοι να το βάλουν στα ποδάρια με αλαλαγμούς.
Έτσι περνούσαν οι μέρες μας, με χωρατά πιο πολύ, παρά με μαθήματα.
Θυμάμαι κάποτε που ήμασταν απόξω στη λάκκα, κοντά στον αυλόγυρο της εκκλησιάς, εκεί που γινόταν ο χορός και το πανηγύρι κάθε Αηλιός, αφού ψελνόταν την πρώτη μέρα η λειτουργία απάνω στο βουνό. Είχε γίνει κάποια φασαρία κι ο δάσκαλος βγήκε να μαλώσει, να «μπατσαλιάσει» το πολύ, το Γληγόρη Κωσταγιώργο, παλικαρόπουλο απ’ το μαχαλά μας, που είχε δείρει έναν άλλον. Μα καθώς έτρεξε ο Καράμπαλης να πιάσει τον ένοχο, κάπως έκαν’ εκεί στο χλοϊσμένο γλιστερό χώμα και γλιστράει άξαφνα και πέφτει καταγής. Βάνουν τα γέλια τα παιδιά, ο δάσκαλος σκυλιάζει απ’ το κακό του.
-Πού θα μου πας, έλα δω! φοβερίζει το Γληγόρη, καθώς πολεμάει να σηκωθεί λασπωμένος.
Μα εκείνος δεν είναι κουτός να κάτσει να πιαστεί, για να τον κλείσει ο Καράμπαλης στη φυλακή του.
Με τις αλαφρές σεγκουνούλες του (γιατί ντυνόταν από τώρα σα βλαχάκι), με τις σβέλτες πατούσες του που δεν τις βάραινε από κάτω ποδεσιά, ρίχνοντας πίσω μια ύστερη ματιά και βλέποντας πώς είχε καταντήσει το δάσκαλο άθελά του, περήφανος εξάλλου για να δεχτεί μετάνοια και τιμωρία, έβαλε όλη του τη φόρα, γίνηκε άνεμος, έβγαλε φτερά και στάθηκε μόνο πέρα στο κονάκι του, ίσως κιόλας ούτ’ εκεί, παρά ψηλά στην Τζούμα, να πιάσει από τα τώρα το κλαρί, να κάμει γιατάκι το γράβο, εκεί που ηχούσαν πρόσχαρα τα κυπροκούδουνα απ’ τα γιδοπρόβατά του.
-Έχετε γεια, γράμματα, ψηφιά του διατάνου! Δε θα σκάσουμ΄εμείς τη χολή μας, δε θα το πάρουμε κρυφό μαράζι.
Τσοπανάκος ήμουνα,

φλογερίτσα λάλαγα…

ΔΑΣΚΑΛΟΙ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ

Δύστυχα χρόνια είχαν πλακώσει και τότε στον τόπο μας. Όλο πόλεμοι γίνονταν κι οι γυναίκες με τα παιδιά που έμεναν δίχως προστάτη περνούσαν μαύρες μέρες. Ο θείος μου υπηρετούσε από χρόνια στο μέτωπο. Αλλά και τον πατέρα μου τον είχαν καλέσει στην επιστράτευση με τις μεγάλες ηλικίες. Τότε έγινε ο αποκλεισμός, παρακοντά ήρθε κι η γρίπη που έστειλε πολλούς στον άλλον κόσμο. Η πείνα έκοβε τα γόνατα πολλών, ύστερα έρχονταν κι ο θάνατος να τους θερίσει.
Εμείς τα παιδιά είχαμε μείνει σαν πρόβατα χωρίς τσοπάνο. Ποιος θα ’δινε σημασία σ’ εμάς; Οι μεγάλοι, που αυτοί δούλευαν κιόλας, έτρωγαν αλεσμένες αγριάδες. Κάποτε έστελναν στο μύλο και κότσαλα, γούτσια καλαμποκιού, που τ’ ανακάτευαν έπειτα με λίγο αλεύρι να ξεγελάσουν την αναφαγιά τους. Μάζωναν άγρια χόρτα με το σουγιά και τ’ αλεύρωναν βρασμένα. Αυτά μας έσωσαν, καθώς και το γάλα, απ’ την άνοιξη και πέρα, που το πασπαλίζαμε μ’ αλεύρι.
Εκείνον τον καιρό, με τις επιστρατεύσεις, το χωριό μας είχε μείνει χωρίς δάσκαλο. Κι ούτε ήταν ελπίδα να ’ρθει κανένας από πουθενά. Μια μέρα όμως παρουσιάζεται, στα καλά καθούμενα, ένας νέος καλοντυμένος, σωστός λιμοκοντόρος, που δήλωσε στο μεσοχώρι πως ήταν δάσκαλος σταλμένος απ’ το Υπουργείο κι έβαλε να βαρέσουν την καμπάνα για να συναχτούν τα παιδιά.
Κινήσαμε απ’ τους μακρινούς μαχαλάδες μας και πήγαμε να ιδούμε τον καινούριο δάσκαλο. Πέρασαν χρόνια πολλά από τότε και δε θυμούμαι καλά. Πάντως η εντολή που έδωσε ήταν αυτή:
-Να πείτε στις μανάδες σας να σας δώσουν λεφτά για βιβλία. Οι μεγάλοι να πάρουν κι από ένα τετράδιο, οι μικροί από μια πλάκα να γράφουν. Όποιος δε φέρει λεφτά να του αγοράσω, δεν έχει να πατήσει στο σκολειό. Τ’ ακούσατε καλά; Έτσι να πείτε στις μανάδες σας…
Όρισε και το ποσό, αρκετό για κείνα τα χρόνια, και θαρρώ ίδιο για όλους, ξεκομμένη ταρίφα. Πήγαμε στα σπίτια μας, επιμείναμε στις γυναίκες και κείνες, απ’ τις οικονομίες που είχαν κάμει πουλώντας αυγά στο γυρολόγο, αντίς ν’ αγοράσουν κερί για την εκκλησιά ή μαντήλια για το κεφάλι τους, μας έδωσαν τα λιανώματα[10] δεμένα καλά σε κανένα ρεντζοπάνι, να μην τα χάσουμε στο δρόμο, κι εμείς τα παραδώσαμε σχεδόν μ’ ευλάβεια στο νεόφερτο δάσκαλό μας.
Εκείνος κατέβηκε στο παζάρι, στη Φιλιππιάδα, ν’ αγοράσει μόνος του τα όργανα του φωτισμού μας, αλλά έκαμε καλά και δεν ξαναγύρισε στο χωριό. Περιμέναμε δυο τρεις μέρες, περιμέναμε μια βδομάδα να έρθει ο δάσκαλος και τότε κατάλαβαν οι χωριανοί πως ο δάσκαλος ήταν απατεώνας, απ’ αυτούς που μαζεύουν τα λεφτά του κοσμάκη με ψευτιές. Πρωτύτερα όμως δε βρέθηκε κανένας που να του κόβει λιγάκι, για να ζητήσει απ’ τον ψευτοδάσκαλο το διορισμό του ή άλλο χαρτί, πώς τον λένε τουλάχιστο. Τόση αθωότητα βασίλευε ακόμα σ’ εκείνα τα χωριά.
Αφού κάηκαν οι χωριανοί μου απ’ τον ξένο, αποφάσισαν να βάλουν δικό τους άνθρωπο στο σχολειό, έστω με λιγότερα γράμματα. Διάλεξαν λοιπόν ένα παιδαρέλι, το γιο του Κώτσιου Παπά, αγγόνι του παπα-Γιωργάκη, που είχε μάθει κάμποσα απ’ τον παπούλη του, καθώς κι απ’ τον πατέρα του, που έκανε τον αριστερό ψάλτη στην εκκλησία μας, βοηθώντας τον παπά στη λειτουργία. Κάτι κανόνισαν να του δίνουν, σε είδος νομίζω, «γέννημα», παραπέρα στις σοδειές, μαζί με το παπαδικό[11].
Έτσι ο Γιώργος του Κώτσιου Παπά ανάλαβε τα καθήκοντα του δασκάλου. Θα ’ταν ως δεκαοχτώ δεκαεννιά χρονών, αλλά το ψηλό μπόι τον έκανε να φαίνεται στα μάτια μας πιο μεγάλος. Εξόν απ’ το ανάστημα επιβαλλόταν με τη δυνατή του φωνή, με τους απότομους, ζωηρούς τρόπους του και με τα κατσαρά του μαλλιά που ξεπετιόνταν σαν του τσαλαπετεινού.
Όλα αυτά τα προσόντα χρειάζονταν εκεί με το παραπάνω, γιατί αλλιώς θα του έπαιρναν τον αέρα οι μαθητές του, που μερικοί απ’ τα ψηλώματα, τη συνοικία του βουνού, τον έφταναν στα χρόνια και στην αξιάδα. Γι’ αυτό ο νέος δάσκαλος φυλαγόταν να μην απλώνει χέρι απάνω τους, ούτε να τους αποπαίρνει στα βρισίδια, παρά όταν έρχονταν αδιάβαστοι (κι αυτό γινόταν συχνά), προτιμούσε να δίνει τόπο της οργής του μπροστά σ’ εκείνους τους ανυπόταχτους γιδοβοσκούς. Απεναντίας μάλιστα προσπαθούσε να τους καλοπιάσει, επιζητώντας τη συμμαχία τους κι εξαντλώντας την αυστηρότητά του σ’ εμάς τους μικρούς.
-Ε, χοντροκέφαλοι! μας φώναζε. Εσείς θέλετε ξυλιές για να γιομίσει το ξερό σας…
Στις μικρότερες τάξεις έβανε από έναν μεγάλο μαθητή, είδος επόπτη, είδος σωφρονιστή, με απεριόριστα δικαιώματα στην τιμωρία των μαθητών. Αυτοί οι ανεξέλεγκτοι τοποτηρητές μάς άστραφταν σφαλιάρες, «ασφανταλιές», «πισωκεφαλιές» για το τίποτε. Οι «φούσκοι» και οι «μπάτσες» ήταν η κυριότερη ένδειξη του βαθμού και της εξουσίας τους. Μονάχα ένας δε μας έδερνε άδικα, κι αυτός ήταν ο ταχτικός βοηθός του δασκάλου, ο επιμελής μαθητής του. Είχε μια έκφραση νοημοσύνης στο πρόσωπό του, κι αυτόν, μπορεί να πει κανείς, τον σεβόμασταν.
Μα ο δάσκαλος δε μας έδινε και τόσες ευκαιρίες για σεβασμό. Εκεί μέσα στο παρεκκλήσι του Αηνικόλα, που είχε γίνει σκολειό μας, έβγαζε συχνά απ’ την τσέπη του μια κομμάτα ψωμί κατακίτρινη μπομπότα και ροκανούσε με όρεξη λύκου, βουτώντας κιόλας τις χαψιές, πριν τις καταπιεί, σ’ ένα στράτσο με ζάχαρη.
-Τι κοιτάτε μωρέ; Λίμα σας έπιασε; Να, τώρα που θα σας απολύσω, θα φάτε κι εσείς, θα περιδρομιάσετε…
Τον ζηλεύαμε για τη ζάχαρη που έτρωγε, μας φαινόταν γλύκισμα από τα πιο ακριβά, γιατί εμείς το μεσημέρι, ανεβασμένοι στα παράθυρα του Αηνικόλα ή κουρνιασμένοι στα γύρω τσουγκάρια, δεν είχαμε για προσφάι παρά ή αρμυρή πρέντζα[12] σε φύλλα κουτσουπιάς ή λίγα στεγνά φασούλια, «γρίλια», ή κρεμμύδια ψημένα στη χόβολη ή τέσσερες πέντε «κοκόσιες», καρύδες που τύχαινε να ’ναι και μισοσάπιες ή «κουστενίκες», δηλαδή δύσκολα έβγαινε το «σούμπρο» τους, η ψίχα. Αυτές τις πραμάτειες τις είχαμε στο μάλλινο σακούλι μας, στο «τσατσούλι», σε πάνινο χώρισμα στην άκρη, για να μη λερώνονται τάχα τα βιβλία.
Ο δάσκαλος είχε φίλους, συνομηλίκους του, που συχνά έρχονταν να τον ζητήσουν απάνω στο μάθημα. Κάτι του λέγαν σιγά, έπιαναν τα γέλια κι εκείνος γυρνώντας σ’ εμάς έλεγε με σοβαρό ύφος:
-Εγώ έχω λίγη δουλειά τώρα. Διαβάστε μόνοι σας αρθιμητική (έτσι το πρόφερνε) κι όσοι έχετε μολύβια ζωγραφίστε τον Αηγιάννη τον Πρόδρομο… (μας έδειχνε την εικόνα στο τέμπλο).
Σε τέτοιες στιγμές βιάζονταν πάντα να φύγει με την ανυπόμονη παρέα του, τον Κίτσο Καρά, τον Κώτσιο Μπατσή και τους άλλους. Η «λίγη δουλειά», που προφασίζονταν πως είχε, δεν ήταν άλλη από τα χαρτιά! Πήγαιναν παραπάνω στο μαγαζί και παίζαν κολτσίνα ή ξερή. Το χαρτοπαίγνιο άλλοτε βαστούσε λίγο (η πρώτη, η δεύτερη κι η «καλή» για να τα «πατσίσουν»), άλλοτε κράταγε μια ώρα και παραπάνω. Στην τελευταία περίπτωση οι επιμελητές λάβαιναν εντολή να μας βγάλουν διάλειμμα, για να ξεχυθούν οι περισσότεροι σαν ακράτητα κατσίκια κλεισμένα στο μαντρί, ν’ απολυθούν στα γύρω χωράφια και στα υψώματα διψασμένοι για τρέξιμο και για παιγνίδι.
Οι πιο μεγάλοι, οι «βουνίσιοι» - αυτοί που ξεχώριζαν από μας, γιατί φορούσαν ανοιχτές, βλάχικες «μανίκες» και άσπρα σαλβάρια σαν τους πατεράδες τους, με κανένα μαχαιράκι κρυμμένο στη ζώνη – για να μένουν ξέμακρα απ’ τους άλλους, σα νταήδες που ήταν, έπιαναν ένα βραχάκι απέναντι απ’ την εκκλησιά, σαν υποψήφιοι κλαρίτες[13], και τα ’λεγαν, μοναχοί τους. Αν ζύγωνε κανένας δήθεν τυχαία εκεί κι έστηνε τ’ αυτί του για λίγο, θ’ άκουγε πως σχεδίαζαν ζωοκλοπές – κατά το πρότυπο των «τρανότερων» - ή (ποιος θα το πίστευε σήμερα;) καμιά απαγωγή χωριανής που τους χτύπησε στο μάτι.
Έκανε πολύ καλά λοιπόν ο δάσκαλός μας και δεν άνοιγε λογαριασμούς μ’ αυτούς τους επίφοβους μακρομάλληδες. Περνούσαν όμως και χατίρια σ’ αυτόν.
-Δάσκαλε, δάσκαλε, σήκωνε το δάχτυλό του κάθε δειλινό, την ώρα που ακουμπούσε ο ήλιος στη ράχη, ο Περικλής Τσουλογιάννης.
-Τι θέλεις;
-Να πάω στα στεφάνια για τα γίδια.
-Σύρε.
Τα «στεφάνια» ήταν οι απότομοι γκρεμοί που υψώνονταν απάνω απ’ το χωριό. Εκεί έβοσκαν τα γίδια του μικρού Περικλή κι έπρεπε να πάει κάθε απόγεμα ο ίδιος να τα κατεβάσει. Μπορούσε να φύγει αργότερα, μα ζητούσε την άδεια από τρεις ώρες μέρα, για να γλιτώσει και το μάθημα με την ευκαιρία.
Σε άλλους πότε επέτρεπε ο δάσκαλος να φύγουν και πότε όχι, ανάλογα με τις διαθέσεις του. Μα για τον Περικλή έκανε πάντα εξαίρεση, επειδή ήταν συγγενής του και επιπλέον του πήγαινε κάθε τόσο αυγά∙ το κρατούσε όμως κρυφό, για να μην το μάθουν οι άλλοι και γίνει τυχόν στον ίδιο ζημιά.
Σε μια ειδική περίπτωση έδινε ο δάσκαλος μόνος του άδεια.
-Λεωνίδα! καλούσε μπροστά σ’ όλους το Γκοτζιά, τον πιστό μαθητή του, τον έξυπνο και καλό. Σύρε να ετοιμάσεις τα καλάμια και να βγάλεις σκουλήκια…
Ξέραμε τότε πως σε μια ώρα το πολύ θ’ απολούσε κι εμάς απ’ το σκολειό. Τα σκουλήκια που έλεγε ήταν για δόλωμα και τα καλάμια για ψάρεμα στο ποτάμι. Ο δάσκαλος είχε συνήθεια να ψαρεύει, αφότου λαγάριζαν τα νερά, μαζί με το μαθητή του, θυμίζοντας – σ’ αυτό μονάχα – το Χριστό.
Μα στους αδύνατους δε φερνόταν καθόλου ιπποτικά.
Είχαμε ένα συμμαθητή που ήταν τραυλός, δε μπορούσε να τα προφέρει όλα καθαρά. Ο δάσκαλος έφερνε και το μεγάλο του αδερφό, το Γιαννούλη, κολίγα στα χαρτιά, να κάνουν γούστο μαζί:
-Πώς σε λένε; ρωτούσε το μαθητή, τάχα πως δεν ήξερε τ’ όνομά του.
-Άμπη… πρόφερνε εκείνος κατακόκκινος, μη μπορώντας να πετύχει το «Λάμπρη».
-Για πες λύκος.
-Ύκος.
-Όχι ύκος, μωρέ! Λύκος! Λύκος να σε φάει!
-Ύκος σι φάει…
-Εμένα, βρε χαμένε!
Έκαναν τότε πως θύμωναν, τον έβαναν να το ξαναπεί και δώσ’ του γέλια από μεγάλους και μικρούς μαθητές και θαμώνες.
Ένας άλλος μαθητής που του είχε προτίμηση να τον κακοποιεί ο δάσκαλός μας, ήταν κάποιος Δημητράκης της Ρίνας, μοναχοπαίδι χήρας. Αυτός έδινε και αφορμή με τις αταξίες του, κακομαθημένος απ’ το σπίτι, μα κι ο δάσκαλος είχε συνηθίσει, θαρρείς, να τον δέρνει κάθε μέρα. Εκείνος βέλαζε, ρέκαζε, ούρλιαζε, γινόταν κυνηγητό μεταξύ δασκάλου και μαθητή μέσα στο σκολειό, σηκώνονταν όλοι στο ποδάρι, οι φωνές έφταναν όξω, πέρα, ώσπου από γειτονιά σε γειτονιά ροβολούσαν κάτω στα Λακκώματα, εκεί που καθόταν η μάνα του Δημητράκη, κι ερχόταν η ίδια η χήρα, τρεχάτη, αναμαλλιασμένη, φωνάζοντας το δάσκαλο «Γιούδα» απάνω στον τυφλό της θυμό, ίσα ίσα για να πάρει θάρρος με την παρουσία της κι ο εξαντλημένος απ’ τα κλάματα μοναχογιός της, που αδιάντροπα και περιγελαστικά έβγαζε τώρα τη γλώσσα στον αποσβολωμένο αντίπαλό του, ενώ εμείς οι άλλοι διασκεδάζαμε από καρδιάς μας σα να βλέπαμε απλέρωτο θέατρο.
Άλλη μια φορά η ξαδέρφη μου η Λάμπρω, που εξακολουθούσε να ’χει ζήλο για τα γράμματα, έκαμε κάποιο λάθος στην προπαίδεια. Ο δάσκαλος δεν της συχώρεσε κι έβαλε όλη την τάξη να τη φτύσουν – συνηθισμένη τιμωρία για τότε. Όταν μάλιστα βρήκε το σωστό κάποιος από μικρότερη τάξη, θριαμβευτικά, ο δάσκαλος μάς έβαλε όλους πια να τη φτύσουμε.
Η κοπέλα στάθηκε καταντροπιασμένη για να υποστεί την εξευτελιστική καταδίκη. «Τφου, τφου!» περνούσαν μπροστά της και φτύναν, μερικοί στο πρόσωπο, οι πιο πολλοί στον αέρα.
-Εσύ, τι στέκεσαι; με αποπήρε ο δάσκαλος βλέποντάς με δισταχτικό.
-Δε θέλω… μουρμούρισα σαν να διαμαρτυρόμουν για τον ανήκουστο εξαναγκασμό του.
-Άιντε γλήγορα, γιατί θα βάλω να φτύσουν κι εσένα! με φοβέρισε έτοιμος να προχωρήσει.
Τι να ’κανα, πέρασα κι εγώ την αράδα μου, υποκύπτοντας σε μια ποταπότητα, ευχαριστημένος που δεν κηλιδώθηκα περισσότερο παρά μ’ ένα φτύσιμο στον αέρα, σαν τους πιο διακριτικούς.
Από κείνη όμως την ημέρα μίσησα το δάσκαλό μας κι η Λάμπρω έμεινε στο σπίτι της, κοντά στη θεία μου, έχοντας διδαχτεί αρκετά απ’ το σχολειό κι απ’ την απονιά του στην τρυφερή εκείνη ηλικία.



--------------------------------------------------------------------------------

[1] άσχημος στη θωριά, κακομούτσουνος
[2] κλίτσες γράμματα: λιγοστά γράμματα
[3] ασκιά που βάζουν λάδι, εδώ: άνθρωποι βρωμιάρηδες
[4] άρρωστος από ελονοσία που του μεγάλωσε η σπλήνα
[5] θυρίδα, εσοχή στον τοίχο που χρησιμεύει σαν πρόχειρο ντουλάπι
[6] πρωί πρωί
[7] λιποθυμιά
[8] απότομοι γκρεμοί, «στεφάνια»
[9] προβατοβοσκός
[10] κέρματα
[11] τα δοσίματα στον παπά
[12] τυρί αποβουτυρωμένο
[13] οι άνθρωποι του κλαριού, οι κλέφτες


Ο ΠΑΡΑΞΕΝΟΣ ΚΕΦΑΛΟΝΙΤΗΣ



Τι αέρας ανάποδος, ποια φουρτούνα οργισμένη τον έριξε εκείνον τον άμοιρο νησιώτη στ’ απόκεντρα, στ’ απάτητα χωριά μας, που έπρεπε να περπατήσεις εδώθε μια μέρα για να φτάσεις σε δημόσιο δρόμο; Εκεί, εξόν απ’ τους ντόπιους που ήταν ριζωμένοι στο χώμα τους σαν τα δέντρα και τα κοτρόνια του τόπου, κανένας ξένος δεν πατούσε ποτέ. Οι μόνες αρχές που μας είχε στείλει το κράτος ήταν η χωροφυλακή: κάτι Κρητίκαροι με φουσκωτές βράκες και μαύρο κεφαλοπάνι, με βούρδουλα στο χέρι, σ’ έπιανε τρόμος να τους βλέπεις, μόλο που οι περισσότεροι ήταν ήρεμοι ανθρώποι. Κοντά στους χωροφυλάκους γνοιάστηκαν τότε να μας στείλουν και δάσκαλο, αφού ο δικός μας, ο βαλμένος από την κοινότητα, είχε φύγει με τους κληρωτούς.
Έτσι λοιπόν μας ήρθε ο δάσκαλος ο Κεφαλονίτης.
Πού να ήταν τάχα, σε ποιο μέρος της γης, αυτή η Κεφαλονιά; Στο σχολειό μας, που εξακολουθούσε να βρίσκεται μες στο παρεκκλήσι του Αηνικόλα, δεν είχαμε βέβαια χάρτη, ούτε ήμασταν τόσο πολύ προχωρημένοι στη Γεωγραφία, για να ξέρουμε πού έπεφτε αυτό το νησί. Όμως θα βρίσκονταν πολύ μακριά, στα πέρατα του κόσμου, αφού κανένας δικός μας δεν είχε φτάσει εκεί, ούτε άλλος από κει μας ξανάρθε ποτέ.
Και να τώρα που ξεφύτρωσε στο χωριό μας τούτος ο Κεφαλονίτης.
Ήταν άμαθος από τέτοια μέρη, δεν ήξερε καλά καλά να περπατήσει. Το χωριό μας έρχονταν κατηφοριά κι είχε όλο κακοτοπιές. Πριν από λίγα χρόνια βούλιαξε κιόλας και η εικόνα που θα παρουσίαζε σ’ έναν πρωτόφερτο δε θα ’ταν καθόλου ευχάριστη. Μέρες, βδομάδες έκανε ο καινούριος δάσκαλος να το συνηθίσει, γιατί, λέει, του ’ρχόταν σκοτούρα!
Μα ήταν κι ένα άλλο χειρότερο που τον πιλάτευε κει στη μοναξιά. Τα παιδιά δεν άργησαν να το μάθουν και το λέγαν αναμεταξύ τους σα να μην το πίστευαν:
-Ο δάσκαλος ο Κεφαλονίτης σκιάζεται τα σκυλιά…
Και όποτε τον καλούσαν στα σπίτια, δίσταζε πολύ να πάει μουσαφίρης.
-Ε, ε! φώναζε από παραπέρα με τη συρτή, αστεία φωνή του. Δέστε το σκύλο σας να περάσω!
Όλοι έκαναν γούστο, κρυφογελούσαν μαζί του, γιατί ο φόβος του φαινόταν αλήθεια κωμικός. Να βλέπεις έναν κοτζάμ άντρα με μπαστούνι στο ένα χέρι, με πέτρες στο άλλο, να στέκεται στην άκρη της ρούγας φωνάζοντας στις απορημένες νοικοκυράδες να δέσουν τα σκυλιά τους, τους φύλακες των σπιτιών, που μονάχα όταν έπαιρναν να ψωμώσουν οι ρόκες τα περιόριζαν με τριχιές μερικά, όσα είχαν το κακό συνήθειο να τρων, σαν τα γιδερά ή τις γελάδες, καλαμπόκια, και τώρα ετούτος να θέλει να βάλει τάξη στους ανθρώπους και στα ζωντανά, ε, αυτό ήταν ένα θέαμα, ένα άκουσμα που δεν είχε ξανασταθεί στα χωριά μας.
Εμείς που ήμασταν ανήλικα ακόμα, λιανόπαιδα, μαξούμια, δε μας ίδρωνε τ’ αυτί από τέτοια. Τραβάγαμε ίσια στο σπίτι του αλλουνού, οπλισμένοι με πέτρα ή με ραβδί, μακάρι και να ’χε ζαβό σκυλί ή από κείνα τα μουλωχτά, τα κρυφόσκυλα, που σου ρίχνονται χωρίς να το περιμένεις. Ακόμα κι αν το παρακινούσε με προτροπές «πάρτο, μωρέ!» το παιδί του σπιτιού, θέλοντας να δοκιμάσει τη δική σου αντρειά, ήταν ζήτημα τιμής για σένα να μη σταματήσεις. Εξ άλλου είναι παρατηρημένο από όλους πως το σκυλί κυνηγάει μονάχα όποιον το φοβάται. Αυτό έχει τα δόντια, εσύ το ξύλο, το λιθάρι. Αλλά και να σε δαγκώσει λίγο, τι θα πάθεις; Θα τρέξουν κάμποσες στάλες αίμα.
Μα ο Κεφαλονίτης, μ’ όλα τα γράμματα που είχε μάθει, αποδειχνόταν ανήξερος σ’ αυτά, κατώτερός μας.
-Να προσέχετε από τους σκύλους, μας συμβούλευε κι εμάς σοβαρά. Μπορούν να σας κάνουν κακό, πιάνουν λύσσα.
Τόσα χρόνια δεν έπαθε κανένας από λυσσασμένο σκυλί και τώρα θα βάναμε τέτοια έγνοια στο κεφάλι μας; Άσ’ τον να λέει.
Ο ίδιος, όποτε πήγαινε σε σπίτι, ακολουθώντας πάντα κανέναν χωροφύλακα ομοτράπεζο ή τον ίδιο το νοικοκύρη για οδηγό, έβανε πάντα να δέσουν το «σκύλο» για όση ώρα θα έμενε κει, φοβόταν ακόμα και τα κουτάβια, που δεν ήξεραν ν’ αλυχτήσουν καλά, που κλάφνιζαν έτσι στον αέρα.
-Πωπώ, μαντρόσκυλα! έλεγε για τα πιο συνηθισμένα, τα πιο άκακα σχεδόν.
Για να μην έχει μπερδέματα μαζί τους, προτιμούσε να κάθεται στην κατοικία του, στο κέντρο του χωριού, δίπλα απ’ την αστυνομία και τα μαγαζιά, εκεί που δεν είχαν βέβαια καμιά θέση τα σκυλιά, εκείνα είχαν τη δουλειά τους, το καθένα κοντά στο κονάκι του.

Ακούγοντας όμως για κατοικία του δασκάλου, μην πάει ο νους σας σε τίποτε το ξεχωριστό! Κοιμόταν απλούστατα μες στο σχολειό, δηλαδή στο παρεκκλήσι, επειδή κανένα σπίτι στο χωριό δεν είχε διαθέσιμη κάμαρα να του παραχωρήσει. Έτσι κι αυτός το έπιασε στα δυτικά της εκκλησιάς, στην απάνω μεριά, το «γυναίκειο», όπου ανέβαινε κανείς με τρία τέσσερα σκαλοπάτια. Στην πλακόστρωτη εκείνη εξέδρα, να πούμε, είχε ένα κουτσοτράπεζο, χωρίς συρτάρι, για γραφείο, μ’ ένα σκαμνί απ’ το μπακάλικο για κάθισμα και κάτι παλιοσάνιδα παραπέρα, με κοτρόνες από κάτου, που του χρησίμευαν για κρεβάτι. Ο πρόχειρος κοιτώνας του με όλο το νοικοκυριό – μια τέντζερη κι ένα καπάκι, καθώς και το τσουκάλι για νερό – ήταν εκτεθειμένα στην κοινή περιέργεια.
Όταν του πηγαίναμε καμιά φορά απ’ το σπίτι μας γάλα «γλυκό», αβάρετο, σε καμιά μπουκάλα βουλωμένη με γούτσι, ο δάσκαλος μας έλεγε:
-Άδειασ’ το μέσα στο πιάτο!
Λέγοντας πιάτο εννοούσε ο καψερός το χαλκωματένιο καπάκι.
-Εσύ δεν είσαι για γράμματα, έλεγε πάλι σε κανέναν αμελή. Θα πω του πατέρα σου να σε στείλει να φυλάς γουρούνια…
Μα από γουρούνια εμείς δεν είχαμε ιδέα, δεν είχαμε δει στα μάτια μας ποτέ, γιατί τέτοιο ζώο δεν το σήκωνε ο τόπος μας, δεν είχε με τι να το θρέψει. Μας ήταν αρκετή τιμωρία το να φυλάμε τα γίδια, όπου μας έστελναν οι δικοί μας, όποτε δεν είχαμε μάθημα.

Ο δάσκαλός μας όμως είχε κι άλλες παραξενιές, λόξες με το σωρό.
Μια μέρα με τ’ απόβροχο μας είδε στο διάλειμμα σκορπισμένους εκεί γύρω, στα χωράφια και στις μεγάλες πέτρες. Του κινήθηκε η περιέργεια, ήθελε να μάθει γιατί σκύβουμε έτσι.
-Μαζώνουμε μπομπόλια, δάσκαλε! τον πληροφόρησε κάποιος.
Στην αρχή μόρφασε μ’ αποστροφή, γιατί πήγε ο νους του αλλού, στα «σαλίτια» που λέμε εμείς, στους σιχαμένους γυμνοσάλιαγκους. Μα όταν του πήγε ένα δείγμα κι είδε πως πρόκειται για σαλιγκάρια με τα στριφτά καβούκια, αλλάζοντας έκφραση και γνώμη, μας έβαλε να του βρούμε κι αυτουνού. Τα παιδιά σκόρπισαν αμέσως με χαρούμενους αλαλαγμούς, περίεργα να ιδούν τι θα κάνει ο δάσκαλος. Ήταν φανερό πως δεν τα ’θελε για πετροβόλημα, όπως τα μαθητούδια, ούτε για να τους τσακίζει ανώφελα τα τσόφλια, όπως έκαναν εκείνα με την παιδιάτικη αναισθησία τους. Ο δάσκαλος είχε άλλο σκοπό, ούτε λίγο ούτε πολύ θα τα έτρωγε.
-Θα τα κάμω γιαχνί, μονολογούσε χωρίς εμείς να καταλαβαίνουμε τη σημασία.
Κι όταν τα παιδιά άδειασαν τις τσέπες τους εκεί στο πλακόστρωτο, μπρος στην έδρα ας πούμε, τα σαλιγκάρια, αφού ξεφοβίστηκαν, πρόβαλαν τα κεφάλια τους, τέντωσαν τα κέρατά τους και αγαθά, ανυποψίαστα, άρχισαν να σκαρφαλώνουν θεαματικά στους τοίχους, στον πίνακα, σημαδεύοντας το πέρασμά τους μ’ εκείνο το σάλιο, την κόλλα.
Εμείς από τα θρανία κοιτάζαμε απορροφημένοι, χωρίς να προσέχουμε τη διδασκαλία, ενώ κάθε τόσο σηκωνόταν κάποιος από μόνος του να τα «στομώσει», να τα γυρίσει πίσω μη φύγουν, σαν τα γίδια.
Κρίμα μόνο που δεν τον είδαμε να τα μαγειρεύει. Αυτή τη δουλειά την έκανε το βράδυ, όταν έμενε μόνος του στο σκολειό.
Το φαΐ το ετοίμαζε πάντα με τα χέρια του, αναθέτοντας σ’ εμάς μόνο να του ζυμώνουμε το ψωμί, με δικό του αλεύρι, σμιγό ή ανεβατό… Μύριζε ωραία κείνο το ψωμί μες στον τορβά μας, φουσκωμένο, αφράτο, μόλις βγαλμένο απ’ το ταψί, ενώ το δικό μας το «λειψό», από σκέτο καλαμπόκι, ψημένο κατευθείαν στην πλάκα της γωνιάς, δεν είχε τίποτε το ζηλευτό. Μαζί με το ψωμί του πηγαίναμε και τίποτε δώρα απ’ το σπίτι μας: κανένα ζευγάρι αυγά ή κάμποσα φελιά πίτα ή χλωρό τυρί όσοι είχαν, και πιο σπάνια κανένα ποδάρι από λαγό, τα παιδιά των κυνηγών. Όχι, δε στερεύονταν τίποτε ο δάσκαλος σ’ εκείνα τα φιλόξενα μέρη. Αν έτρωγε μπομπόλια ή άλλες αφυσικιές το ’κανε από κεφαλιού του, από ξωπαρμάρα[i][14].

Άλλη μια μέρα μας είδε απ’ το σκολειό αντίκρυ στη ρίπα, στο άδεντρο μέρος που κυνηγιόμασταν πετώντας ο ένας απάνω στον άλλον κατιτί. Επειδή αργήσαμε κιόλας να φτάσουμε, ζήτησε να μάθει τι ήταν εκείνο.
-Ένα πουλί, του απάντησε κάποιος τολμηρός απ’ την παρέα. Το σκότωσε ο Νάκος Νάσιος στον αέρα και μας το ’δωσε να παίξουμε. Δεν τρώγεται.
-Και πού ξέρει ο Νάκος Νάσης αν δεν τρώγεται; τον ακούσαμε να μουρμουρίζει. Έτσι στραβά τα έλεγε πάντα, και τα ονόματα των χωριανών και όλα.
Χωρίς να χάσει καιρό, έστειλε έναν από μας να του φέρει το πουλί πέρ’ απ’ το λαγκάδι, όπου το είχαμε πετάξει. Άργησε κάμποσο ο μαθητής, ίσως κι επίτηδες, για να γλιτώσει το μάθημα. Όταν γύρισε με το πουλί, ο Κεφαλονίτης το πήρε, το κοίταξε, το γύρισε από δω, το εξέτασε από κει, το απίθωσε απάνω στο τραπέζι, άνοιξε ένα βιβλίο – Ζωολογία, φαίνεται – και με ύφος ειδικού αποφάσισε:
-Αυτό τρώγεται. Γίνεται ωραίο στιφάδο…, πρόσθεσε πιο σιγά.
Την τελευταία λέξη δεν την καταλάβαμε πάλι, αλλά μας έφτανε η απροσδόκητη ανακάλυψή του για το πουλί που δεν το ’χε σε τίποτε να το φάει.
Γυρίζοντας στα σπίτια μας το αναφέραμε του μαχαλιώτη μας του Νάκου Νάσιου, που κάθονταν απάνω στο δρόμο κι εκείνες τις μέρες ήταν με λίγη άδεια στο χωριό, στρατιώτης ακόμα με τους άλλους.
Εκείνος κούνησε το κεφάλι του:
-Φαίνεται πως ο δάσκαλός σας δεν έχει σπυρί μυαλό. Και τι γράμματα καρτερείτε να μάθετε απ’ αυτόν; Αμ εκείνο ήταν μπουφογέρακο, δεν τα γνωρίζω εγώ; Αλλά τέτοιοι είν’ οι Κεφαλονίτες, έχουμε κι έναν στο λόχο μας, φλογέρα το κεφάλι…
Απάνω σ’ αυτό παραδέχτηκε πως υπάρχουν αλλού άνθρωποι που τρων ακόμα και μαγαρισμένα.
-Οι Ιταλοί, μας είπε με ύφος πολύξερου, κοσμογυρισμένου (είχε φτάσει με τις μετακινήσεις του στρατού ως τη Μακεδονία), οι Ιταλοί – μακριά από δω – τρώνε και φίδια και γκουστέρες[ii][15] και μπακακάκια…
Και μιλώντας για τα βατράχια, που ζούνε στους βρώμικους λάκκους σα να είχαν αγγίξει κιόλας το στόμα του, σα να του λέρωσαν τη γλώσσα, έφτυσε καταγής μ’ αηδία:
-Διατανοσπάρματα, καταλαβαίνετε, μας εξήγησε αόριστα.

Αρχίσαμε να βλέπουμε μ’ άλλο μάτι, σαν είδος μασόνο, το δάσκαλό μας που έτρωγε μαγειρεμένα σαλιγκάρια, που δειπνούσε με μαγαρισμένα πουλιά. Παρόλο που δεν ήταν νευρικός, ούτε και μας χτυπούσε συχνά, θα προτιμούσαμε να έχουμε έναν δικό μας, ντόπιο, που να τον νιώθουμε κι ας μας έδερνε.

Στο μεταξύ εκείνος, αποκλεισμένος σχεδόν εκεί στο μεσοχώρι, μη θέλοντας να πίνει ρακί στα μαγαζιά με τους χωριανούς μας, μην πολυκάνοντας παρέα ούτε τους γειτόνους του χωροφυλάκους, αποφεύγοντας να πηγαίνει και στα σπίτια απ’ το φόβο των σκυλιών, που φάνταζαν στα μάτια του σαν τρομερά θηρία, καθόταν κλεισμένος εκεί στην έρημη κόχη της εκκλησιάς, μπροστά στις αμίλητες σκυθρωπές εικόνες, ανάμεσα στην τέντζερη που την έλεγε κατσαρόλα και στο καπάκι που το έλεγε πιάτο, ασυνεννόητος, απομόναχος και πικραμένος, με μόνη του ελπίδα τη μετάθεση (όταν θα ξεθύμωνε ή θα εξουδετερώνονταν ο ισχυρός διώχτης του που τον είχε πετάξει εδωπέρα), με μόνη του συντροφιά γι’ αυτόν τον παντάξενο, τη χρυσόφλογη, φλύαρη φωτιά που έκαιγε κοντά στον τοίχο μαυρίζοντάς τον ολοένα και σχηματίζοντας σωρό τη στάχτη.
Ήταν η μοναδική μας υπηρεσία στο δάσκαλο, γιατί εμείς του κουβαλούσαμε κάθε πρωί, από υποχρέωση παλιότερη, κληρονομημένη σαν έθιμο, από ένα ξύλο ο καθένας, χερόξυλο, σα χοντρό παλούκι, ξερό κιόλας, διαλεγμένο απ’ τη στοιβανιά.
-Φέρετε τίποτσι και στο σταθμό, που να σας μπει ο διάολος μέσα! μας απόπαιρνε καμιά φορά ο Κρητικός νωματάρχης με τη γουστόζικη προφορά του.
Μα εμείς κάναμε τον κουφό, γιατί η ηλικία που είχαμε μας απάλλασσε για την ώρα από κάθε ενόχληση της αστυνομίας.
Οι μεγάλοι, αυτοί που τους είχαν ανάγκη – ας έκαναν καλά μαζί τους, ας τους κέρναγαν στο μαγαζί όσα ρακογυάλια τραβούσε η καρδιά εκεινών, όσο βάσταγε η τσέπη των δικών μας.
-Ίντα θαρρείτε, μωρέ κοπέλια του διαόλου! μας φοβέριζε ξανά ο σταθμάρχης, καθώς μας έβλεπε να περνούμε για το σκολειό, ακολουθία ροπαλοφόρων.
Και κουνούσε από μακριά το βούρδουλά του, χωρίς όμως να μας αγγίζει με τη «χέρα» του ο εύθυμος βρακάς, έτσι για να συνηθίσουμε από τώρα στην ιδέα της εξουσίας.



ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΙ



Κάθε ξένος δάσκαλος που διορίζονταν στο χωριό μας φρόντιζε να φύγει το γληγορότερο από κει. Θα ’πρεπε να μην έχει κανέναν προστάτη ή να τον κυνηγάει κάποιος με πείσμα, για να μην μπορέσει να μετατεθεί κάπου αλλού. Και πώς να ζήσει αλήθεια ένας ξενοφερμένος σ’ εκείνα τα κακοτόπια, όπου οι άνθρωποι δε χόρταιναν ούτε ψωμί; Δάσκαλος απ’ άλλο μέρος δε μπορούσε να φάει τη δική μας μπομπότα. Γι’ αυτό έστελνε να του φέρουν «χάσικο», αγοραστό ψωμί, απ’ το παζάρι, μαζί με τους χωροφυλάκους. Μα ώσπου να το φέρει ο αγωγιάτης απ’ την Άρτα, το καρβέλι ξεραίνονταν στο δρόμο, γινόταν κεραμίδα. Έπειτα ήταν και το ζήτημα της κατοικίας, που δεν περίσσευε ακόμα δωμάτιο πουθενά, για να μείνει ο δάσκαλος.
Στο μεταξύ ο πάρεδρος του χωριού μας, ένας γέρος βαθύς, παλιός μπακάλης, που του έστελνε μπιλιέτα ο βουλευτής και που κατέβαινε στην πολιτεία τρεις τέσσερις φορές το χρόνο, με το να διαχειρίζεται τα επιδόματα που έπαιρναν οι οικογένειες των στρατευσίμων, έπαιρνε, λέγαν, κι αυτός το μερίδιό του και φαίνεται πως είχε γλείψει τα δάχτυλά του, έβαλε κι έχτισε στη μέση του χωριού ένα μεγάλο οίκημα, κούλα[iii][16] σωστή, μ’ ανώγια και κατώγια, το πάνω να ’ναι για σκολειό, το κάτω για μαγαζιά με την αστυνομία κολλητά και παραδίπλα το κοινοτικό γραφείο. Έτσι θ’ αφήναμε πια το παρεκκλήσι τ’ Αηνικόλα, εμείς τα μαθητούδια, και θα ’χαμε σκολειό της προκοπής με κανονικά παράθυρα και με καινούρια θρανία, όχι εκείνα τα παλιά, τα ξεγοφιασμένα, που τα ’χαμε σακατέψει χαράζοντάς τα βαθιά με τους σουγιάδες για να καμαρώνουμε τα ονόματά μας, άσε που είχαν γίνει χάλια κι απ’ τις χυμένες μελάνες, τις αγοραστές –βαφή «μαν’σακί»[iv][17]- ή τις άλλες που κάναμε μόνοι μας με νερωμένη καπνιά ή στύβοντας «βιζιάδια», κάτι ζουμερούς σπόρους άγριων χορταριών.
Εκείνη την εποχή μας ήρθε κάποιος δάσκαλος Παυλόπουλος, απ’ τα μέρη του Αιγίου νομίζω. Αυτός είχε φέρει μαζί και τη γυναίκα του. Αλλά εμείς δεν τη βλέπαμε καθόλου, γιατί προσκολήθηκε σ’ ένα σπίτι κάπου εκεί κοντά και δεν έβγαινε όξω, στους κακόστρωτους δρόμους που μοιάζαν με γιδόστρατες. Σε λίγον καιρό χάθηκε η άμοιρη, πέθανε απάνω στη γέννα της. Ήταν άμαθη από τέτοιον τόπο και δεν είχε κανένα να την κοιτάξει. Ούτε γιατρός βέβαια, ούτε μαμή βρίσκονταν εκεί γύρω. Οι δικές μας γυναίκες ήταν μαθημένες να κάνουν τα παιδιά μόνες τους, ακόμα κι όξω στα χωράφια, ούτε πάθαινε καμιά τους από λεχωνιά. Μα η άμαθη ξένη πλήρωσε με τη ζωή της τον ερχομό της στο χωριό μας.
Από τότε ο δάσκαλός μας άφησε άκοπα τα γένια του, όπως συνήθιζαν κι οι χωριανοί σε χάσιμο δικού τους. Μα περιπλέον κόλλησε και μια μαύρη λουρίδα στο μανίκι του, που την έλεγαν «πένθος». Κι έγινε πιο κατσούφης απ’ ό,τι τον ξέραμε, κλείστηκε στον εαυτό του με πείσμα, μην ανοίγοντας το στόμα παρά μόνον για να μας κάμει μάθημα. Καμιά φορά προς το βράδυ έβγαινε για σεργιάνι τάχα, δώθε προς το λαγκάδι κι εκεί τον άκουγε καμιά περαστική γυναίκα να μιλάει μόνος του, όπως «ξενοκρένουν» τα παιδιά στον ύπνο.
-Πάει ο δάσκαλος, αποχοντριάστηκε! λέγαν. Έτσι παθαίνουν αυτοί με τα πολλά γράμματα…
Άλλη βέβαια ήταν η αιτία της κατάντιας του και όχι τα «πολλά γράμματα», γιατί είναι ζήτημα αν ο Παυλόπουλος είχε πατήσει στο γυμνάσιο. Αλλά τότε δε μπορούσαμε να φανταστούμε πόσο στοιχίζει σ’ έναν ευαίσθητο άνθρωπο ο χαμός της γυναίκας του, ούτ’ εμείς τ’ ανήξερα παιδιά, ούτε οι μεγάλοι που τον σχολίαζαν άπονα! Οι χωριάτες παρηγοριούνται εύκολα στα δυστυχήματά τους, η σκληρή ζωή δεν τους αφήνει να πάρουν κατάκαρδα τίποτε.
Ο Παυλόπουλος ήταν ο πρώτος δάσκαλος που άρχισε να βαθμολογεί. Μας έπαιρνε τα τετράδια και μας έβανε βαθμό. Αυτό ήταν κάτι το καινούριο για μας. Έτσι φροντίζαμε ποιος να γράψει ομορφότερα, πιο καθαρά. Γινόταν μια ξεσυνέρια μεταξύ μας, ένας ανταγωνισμός που είχε αποτέλεσμα να συνηθίζουμε στην καλλιγραφία. Μονάχα οι σβαρνιάρηδες, οι ανεπρόκοποι του παρουσίαζαν μουντζούρες κι έπαιρναν «σχεδόν καλώς» ή «μετρίως». Μα εκείνους πάλι δεν τους ένοιαζε καθόλου, ούτε τον κοίταζαν καν το βαθμό.

Ύστερ’ απ’ ένα χρόνο έφυγε ο Παυλόπουλος, πάντα κακιωμένος με το χωριό μας, όπου άφηνε θαμμένη τη γυναίκα του, και μας ήρθε ένας νέος δάσκαλος, απόφοιτος του γυμνασίου, απ’ τα μέρη μας κιόλας, αντίκρια απ’ τον Άραχθο.
Ψόφια ψείρα! τον παράστησε με δυο λόγια κάποια γειτόνισσα που τον πρωτοείδε στην εκκλησιά την Κυριακή.
Ήταν αλήθεια λιανός, ντελικάτος, με μια χλωμάδα στο πρόσωπό του. Κι οι χωριάτες αγαπούν να βλέπουν γεμάτους, ροδοπρόσωπους, αποφασιστικούς ανθρώπους, γιατί γι’ αυτούς υπάρχει μόνο εκείνο που φαίνεται: τ’ ανάστημα, η ομορφιά. Την ψυχή, το πνεύμα, ποιος να τα ιδεί!
Μολαταύτα ο καινούριος δάσκαλος, για μας τουλάχιστο τους πιο μεγάλους, ήταν εκείνο που θέλαμε. Δεν έστελνε κάθε τόσο τους υποταχτικούς του να κόψουν βέργες απ’ τη γειτονική αγριλιά για να μας τις τσούζει στην απαλάμη, ούτε κρατούσε στο χέρι το χάρακα για να μας κοπανάει στο κεφάλι με το παραμικρό, ούτε μας τραβούσε «για ξεκώλωμα» τ’ αυτιά, ώσπου να βγάλουν αίμα, σαν τους προκατόχους του. Από τα πολλά που ήξερε ο ίδιος μας μάθαινε κι εμάς αρκετά, και μάλιστα μ’ ευχάριστο τρόπο. Ήταν μια χαρά να τον ακούς.
Στη Ζωολογία π.χ. όταν φτάσαμε στον παπαγάλο, μας διηγήθηκε πως αυτός είχε δει ένα τέτοιο πουλί, το είχε η σπιτονοικοκυρά του, λέει (άκου κει όνομα: σπιτονοικοκυρά! – τι μυστήριο πάλι να ’ταν αυτό) κι ο παπαγάλος άνοιγε το στόμα του και μιλούσε μ’ ανθρώπινη φωνή και ξεχώριζες λόγια καθαρά κι έλεγε της κυράς του, για φαντάσου:
-Παπαγάου, θέου (θέλω) καφέ!
Αυτά μας φαίνονταν απίστευτα, πρωτάκουστα. Αχ, τι πράματα, τι θάματα που έχουν αυτές οι πολιτείες! Και τι σοφός, τι πολύξερος που ήταν ο λιγοκρέατος, αμούστακος δάσκαλός μας! Να μπορούσε να γίνει δάσκαλος κανένας, υπάρχει μεγαλύτερο αξίωμα στον κόσμο;
Ο ίδιος ζωγράφιζε κιόλας ωραία στον πίνακα. Παίζοντας με την κιμωλία, χωρίς να πολυαργεί μας στάφνιζε[v][18] ολόκληρο κεφάλι ή άλογο με χαίτη ή αετό με φτερά, που τα κοιτάζαμε μ’ ανοιχτό στόμα.
-Αντιγράψτε το κι εσείς, μας παράγγελνε.
Μα το δικό μας το χέρι έσερνε αδέξια γραμμές δίχως γούστο, που δεν έμοιαζαν καθόλου ούτε με τ’ άλογο, ούτε με τον αετό του δασκάλου μας. Εμείς ήμασταν άξιοι μονάχα για κανένα νομό, που τον χρωματίζαμε ύστερα με μπογιές, μ’ εκείνα τ’ αγοραστά κοντύλια, αφού τον ξεσηκώναμε είτε με το μάτι, υπομονετικά, είτε απ’ το χάρτη κρυφά, βάζοντας από κάτου ένα γυαλί.
Καταλαβαίναμε πια τα μαθήματά μας, ο δάσκαλος δεν είχε ανάγκη να ξεφωνίζει και να μαλώνει για το τίποτα. Με ήρεμο ύφος, πειστικά μας μιλούσε για τα ζώα και τα φυτά, για τις πέντε ηπείρους και τους μακρινούς ανθρώπους που δοξάζονταν με τους πολέμους.
Επιθεωρητής δεν είχε πατήσει ποτέ σ’ εκείνα τα χωριά, μα ήταν το ίδιο για το δάσκαλό μας, αφού είχε ζήλο, μεράκι στη δουλειά.

Μέναμε τώρα στο καινούριο σκολειό με τους ασβεστωμένους τοίχους, με σανίδια αποκάτου, με νταβάνι ψηλά. Έμπαινε ήλιος, έμπαινε φως, κι εμείς ακούγαμε ή λέγαμε το μάθημα δίχως χτυποκάρδι. Λίγα θρανία πιο πίσω, κάθονταν η τρίτη τάξη, κι αυτοί διάβαζαν απ’ το νέο αναγνωστικό τους, τα «Ψηλά Βουνά». Παρακολουθούσαμε άθελά μας την όμορφη ιστορία του Λάμπρου και της Αφρόδως, που ζούσαν ανάμεσα στα πρόβατα, στις ράχες σαν εμάς. Τα περισσότερα από κει μέσα τα νιώθαμε σα να ’ταν δικά μας. Μονάχα πεύκος δεν ξέραμε ακόμα τι είναι:
-Γιάννη, γιατί έκοψες τον πεύκο;

γιατί, γιατί;

-Αγέρας θα ’ναι, λέει ο Γιάννης

και περπατεί…

Ωραία ήταν και τα ποιήματα και η διήγηση από κει μέσα. Κρίμα μονάχα που δεν είχαμε κι εμείς τέτοιο βιβλίο στον καιρό μας και περάσαμε την τρίτη τάξη με τ’ άλλο, το παλιό, που ήταν κρύο κι άχαρο.
Κι οι μέρες, οι βδομάδες περνούσαν και δε μας αποφαίνονταν καθόλου, γιατ’ είχαμε το νου μας όλο στα μαθήματα και κοιτάζαμε ποιος να περάσει τον άλλον. Μόλις γυρίζαμε στο σπίτι, καθόμασταν αμέσως να γράψουμε το παρακάτω ή να λύσουμε τα προβλήματα, να τα προφτάσουμε πριν νυχτώσει, γιατί το λυχνάρι της νύχτας δεν περίσσευε να φέξει για μας, είχαν οι δικοί μας τόσες άλλες δουλειές, στο στενόχωρο εκείνο κονάκι, όπου φέρναμε γύρα όλοι μαζί. Καθόμουν κι εγώ, θυμάμαι, μπροστά στο δεξί μας παραθύρι γονατιστός, και με πονούσαν τα γόνατα απ’ τον ασβέστη, όπου ακουμπούσαν και στύλωνα τον αγκώνα μου στο πέτρινο πρεβάζι το ξασβεστωμένο και κοίταζα πέρα στα περήφανα Τζουμέρκα μες απ’ την ξύλινη «σταύρωση» παραθυριού (σε σχήμα κεφαλαίου Τ), να ιδώ μην «έγειραν τα ίσκια», μην κόντευε να σουρουπώσει και δεν πρόφταινα να τελειώσω την αντιγραφή και δεν έπαιρνα το συνηθισμένο μου «άριστα 6», την πολύτιμη αμοιβή, με την μονογραφή του δασκάλου, που την περνούσαμε κι αυτήν ύστερα με μελάνη, για να μην τυχόν και τη σβήσει ο χρόνος!
Στο γράψιμο τα κατάφερνα μια χαρά, το άριστα το ’παιρνα με το σπαθί μου. Μόνο στην απαγγελία, στις φιγούρες, δεν έφτιανα τίποτε. Φοβόμουν, ήμουν άτολμος. Με πονούσε συχνά τ’ αυτί, μάζευε και καμιά φορά, λοιπόν αυτό μου έφερνε ντροπή που την κρατούσα μέσα μου και δεν την έδειχνα σε κανέναν. Έμαθα να θεωρώ τον εαυτό μου κατώτερον απ’ τους άλλους και όπου χρειάζονταν θάρρος, απόφαση, εγώ ερχόμουν τελευταίος απ’ όλους.
Έτσι μια φορά ο Παυλόπουλος, για να περάσει η ώρα, μας έβαλε να ειπούμε από ένα παραμύθι ο καθένας. Οι άλλοι άρχισαν πρόθυμα και μερικοί μάλιστα γελούσαν μόνοι τους εκεί που τα λέγαν, κάνοντας και τους άλλους να ξεκαρδιστούν. Μονάχα εγώ στάθηκε αδύνατο ν’ ανοίξω το στόμα μου.
-Να πάρε παιδί μου, κανένα κόσκινο για να σκεπάσεις το μούτρο σου! μου είπε ειρωνικά ο δάσκαλος δυσαρεστημένος.
Κι εγώ ντροπιάστηκα ακόμα περισσότερο απ’ την παρατήρησή του, αντιπάθησα μάλιστα το δάσκαλό μας που θέλησε να μου διασύρει την αδυναμία.
Ένας λόγος τώρα ν’ αγαπάω το διάδοχό του τον Αράπη – που γι’ αυτόν έγραψα πριν τα παραπάνω – ήταν πως δεν πείραζε κανέναν και σεβόταν, μπορεί να πει κανείς, τα τρωτά μας.
Αλλά πριν τελειώσει ο χρόνος, μας έστειλαν άλλο δάσκαλο, έναν Κερκυραίο που τον έλεγαν Σταμάτη Κουλούρη. Φαίνεται πως είχαμε γίνει πολλοί πια και δεν μπορούσε να μας βγάλει πέρα ένας μοναχός του. Γι’ αυτό ήρθε ο Κερκυραίος βγαλμένος από διδασκαλείο, λέει (ο πρώτος του είδους τους που πάτησε στην περιφέρεια), κι επειδή είχε και προϋπηρεσία, έγινε διευθυντής του διτάξιου πια σχολείου.
Μας φάνηκε κάπως παράξενο αυτό, να βρεθεί άλλος δάσκαλος ανώτερος απ’ τον Αράπη, μα το δεχτήκαμε, γιατί έτσι έπρεπε. Κι εμάς, την πιο μεγάλη τάξη, μας πήρε αυτός πια. Η αλλαγή όμως μας στοίχισε, τουλάχιστο σ’ εμένα.
Ο νέος δάσκαλός μας έφερε δικά του σκέδια. Όπως ο Αράπης είχε προτίμηση στην ιχνογραφία και στην καλλιγραφία, ετούτος πρόσεχε την ωδική, λέει, και τη γυμναστική. Τι ήταν αυτά πάλι, πού τα ξόμπλιασε ο χριστιανός! Εμένα μια φορά δε μου άρεσαν καθόλου, επειδή δεν τα κατάφερνα ίσως.
Έπαιρνε να μας μάθει τον Εθνικό Ύμνο – άλλος μπελάς:
Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη

των Ελλήνων τα γερά…

Έτσι τα έλεγε, «γερά», ενώ το βιβλίο έγραφε «ιερά». Και χειρονομούσε κιόλας, έκανε κάτι κινήσεις που δεν τις είχαμε ξαναδεί. Μας ερχόταν να γελάσουμε, αλλά κρατιόμασταν, γιατί ο δάσκαλος ήταν σοβαρός, μας είχε επιβληθεί με το πρώτο.
Καλός μπορεί να ’ταν, αλλά τι την ήθελε κι εκείνη τη ρημάδα τη γυμναστική! Έδινε αράδα παραγγέλματα κι οι άλλοι χαίρονταν να τα εκτελούν, σα να ’ταν σε χορό. Έτρεχαν αυτοί, φώναζαν, έπαιζαν, κι η γυμναστική τούς ερχόταν στα μέτρα τους. Αλλά εγώ μ’ εκείνον τον πόνο του αυτιού… άσ’ τα.
Μια φορά ο Κερκυραίος μας πήγε κι εκδρομή, άκου πράματα! Μας ανέβασε ψηλά στο Ξεροβούνι, στη Γκούρα τη Βροδοΐτικη, απ’ όπου φαίνονταν ράχες και χωριά και λαγκάδια και δασωμένες πλαγιές, να ζαλίζεται κανείς απ’ το κοίταμα.
-Βλέπετε εκεί πέρα τα έλατα, μας έδειξε ο δάσκαλος στα χαμηλά του ψηλού βουνού, στ’ απόμακρα Τζουμέρκα.
Μα τι νιώθαμ’ εμείς απ’ αυτά, κλαριά μας φαίνονταν σαν τ’ άλλα.

Απόλαμπρα[vi][19] έγινε κι ένας γάμος, παντρεύτηκε ο αδερφός του πατέρα μου. Ο δάσκαλος μας έβαλε να γράψουμε μια έκθεση (άλλη καινοτομία!) μ’ αυτό το θέμα. Περίμενα να ’ρθω πρώτος με την καλλιγραφία μου, κι επειδή ήμουν τόσο κοντινός του γαμπρού, αλλά πήρα μονάχα 3, για πρώτη μου φορά. Το μεγαλύτερο βαθμό τον έδωσε ενός αλλουνού, που είχε πατέρα παπά, εκείνος ορμήνεψε το γιο του τι να γράψει, μ’ εκκλησιαστικές ονομασίες.
Μου φάνηκε άδικο, αλλά το κατάπια κι αυτό. Δοκίμασα όμως και μεγαλύτερη καταφρόνια όταν, προς το τέλος του χρόνου, μας έβαλε τα ελάχιστα ποιήματα του βιβλίου γι’ απαγγελία στις εξετάσεις. Τα πήραν οι τρεις τέσσεροι άλλοι συμμαθητές μου, κι εγώ, σαν ανίκανος βέβαια, έμεινα απέξω. Έλεγε το παπαδοπαίδι και ξανάλεγε για εξάσκησή του τη «Σκλάβα Πόλη», αυτή την πεντάμορφη που «κάθεται στο Βόσπορο και κλαίει» (εδώ σφούγγιζε τα μάτια του με τα δάχτυλα σαλιωμένα) «κι ο φιδωτός ο Βόσπορος…» (έκανε με το χέρι το σχήμα του φιδιού), όλο έτσι ως το τέλος, απαγγελία και μιμική. Μπορούσα να μη ζηλεύω τον τυχερό συμμαθητή;
Επιτέλους ήρθαν κι οι εξετάσεις, έγιναν οι απαγγελίες των άλλων. Είχαν μαζευτεί κόσμος κι έκαναν γούστο μ’ εμάς. Ήταν κάτι που δεν είχε ξαναγίνει στα χρονικά του σχολείου. Στο τέλος ο δάσκαλος, καινοτομώντας ακόμα μια φορά, έβγαλε λόγο και μίλησε για την πατρίδα, για τον πόλεμο που γίνονταν στη Μικρασία. Ήταν έφεδρος αξιωματικός, είπε, και ίσως να μην ξανάρχονταν στο χωριό μας.
-Ουχ ήττον…συνέχισε.
Τι ήθελε να πει μ’ εκείνο το «ουχ ήττον»; Κανένας από μας δεν το ’χε καταλάβει. Δε βαριέσαι, άσ’ τον να πάει στο καλό του. Τελείωσε το σχολικό έτος. Τελειώσαμε κι εμείς την πέμπτη.

ΤΑ ΔΙΚΑ ΜΑΣ ΠΑΙΓΝΙΔΙΑ



Ποιος μπορεί έπειτ’ από τόσα χρόνια να ξαναζήσει νοερά τη γλύκα του παιγνιδιού των παιδιάτικων χρόνων; Δένει πια το κορμί, αλλάζει το μυαλό και κανένας πια δε θυμάται πώς ήταν άλλοτε ο εαυτός του, εκείνο το τρυφερούδι που λέγονταν παιδί. Έχουν κατακάτσει άλλα στρώματα απάνω στην ψυχή μας, και δεν υπάρχει τρόπος να ξεσκαλίσεις την τρυφερή φύτρα, την πρώτη σου αρχή.

Το σκολειό με τα μαθήματα του θα μας φαινόταν ανυπόφορο, κόλαση ζωντανή, αν έλειπαν τα παιγνίδια. Αυτά μας ανακού­φιζαν, μας χαροποιούσαν πριν μπούμε στην τάξη κι ύστερα στα διαλείμματα. Ήταν παιδιά που πήγαιναν στο σκολειό μονάχα για να παίξουν.

Αυτά φώναζαν δυνατά κι έτρεχαν ξυπόλυτα και κυνηγούσαν το ’να τ’ άλλο και κοκκίνιζαν και ξεφυσούσαν και πιάνουνταν μέση με μέση και κυλιούνταν τσαραμάλα, καταγής, προσπαθώντας να μη «φάει χώμα» η πλάτη τους και βγουν έτσι νικημένοι, ενώ εμείς οι μικρότεροι αλαλάζαμε από γύρω και χοροπηδούσαμε για όλα αυτά.

—Άιστε να παίξουμε το σ'κοπάκι!, πρότεινε ένας απ’ τους αρχηγούς, ο Νάκο Κωσταντάκης ή κανένας άλλος απ' τους πρόθυμους για τέτοια.

Χωρίζονταν σε δυο παρτίδες κι έβγαινε ένας μπροστά από δω, άλλος τον κυνηγούσε από κει και γίνονταν πόλεμος σωστός, κοίταζαν ποιος να πρωτοπιάσει «σκλάβο» απ' τους αντίθετους ή «να πάρει το σημάδι», να κυριέψει την έδρα του εχθρού.

Μ' αυτά και μ' αυτά εξασκούνταν στο τρέξιμο, ξεγλιστρούσαν απ' το πιάσιμο, γίνουνταν πιτήδιοι, κατέβαζαν ιδέες. Σπουδαίο ρόλο έπαιζαν στα τέτοια παιγνίδια κι οι φωνές, τα χουγιατά, οι πολεμικές ιαχές, που είχαν σκοπό να φοβίζουν τον αντίπαλο, να συγκεντρώνουν τις δυνάμεις:

— Που είστε, μωρέ; Από δω λάτε ! Μας έφαγαν...

Πηδούσαν απάνω στις κοφτερίδες[1], τους έμπαιναν αγκάθια στα πόδια, μάτωναν και ξεφλουδίζονταν οι αστράγαλοι, τους σκίζον­ταν κάποτε τα νύχια. Μα οι παίχτες, ξαναμμένοι απ’ το παιγνίδι, παλεύοντας για τη νίκη, δεν έδιναν σημασία σ' αυτά, ούτε κι έ­νιωθαν πόνο. Μονάχα στο τέλος μπορούσαν να ξύσουν το λουρί τους με το σουγιά και να βάλουν λίγο χνούδι απάνω στην πληγή για να πήξει, να σταματήσει το αίμα.

Άλλοτε έπαιζαν τη «γ'ρούνα» ή τη «γαϊδούρα». Στην πρώτη βαστούσαν από ένα ραβδί γερό και φυλάγοντας ο καθένας την τρύπα του χτυπούσαν παράλληλα ένα κομμάτι ξύλο, κουλορίζι, που πετιόταν από δω κι απο κει, ενώ ο «γ'ρουνιάρης» είχε το νου του να πιάσει στό μεταξύ κανέναν ξένο «βώλο» κι έτσι ν’ α­παλλαγεί απ' το οχληρό αξίωμα του. Στη «γαϊδούρα» πάλι κυνηγιούνταν αλύπητα με το λουρί. Εκεί που 'φευγες, σου 'ρχονταν αποπίσω καμιά δυνατή με τη ζάβα[2], να κρατάς ολημερίς το πονε­μένο μέρος.

Άλλο συνηθισμένο παιγνίδι είταν τα «σκαμνάκια». Έσκυβαν με τη σειρά ο καθένας και πηδιόνταν αναμεταξύ τους, αρχίζοντας από τη χαμηλότερη — σε σχήμα ορθής γωνίας — στάση, για να καταλήξουν στην πιο δύσκολη, που είταν να στέκεις σχεδόν ολόρ­θος με σκυμμένο μονάχα το κεφάλι και λίγο την κορφή του κορμιού. Εκεί θα φαίνονταν ποιος είταν άξιος να πηδήσει.

Έφτυναν λοιπόν στην απαλάμη τους (για γούρι; από συνή­θεια;) κι έπαιρναν φόρα:

— Πρώτος ήλιος!

— Τρίτος κι άγγιχτος!

Όσοι έχαναν στό τέλος, έπαιρναν τους άλλους καβάλα, καθένας το «σύντροφό του», δηλαδή τον αντικρυνό αντίπαλο, και τους έφερναν γύρα στο σκολειό από μια ή δυο φορές, ανάλογα με τη συμφωνία. Εκεί, αν σου τύχαινε κανένας βαρύς, μπορούσε να σε μεσοκόψει. Μα δε θα 'χε αλλιώς αξία η νίκη, ούτε περιεχό­μενο η αποτυχία.

Όσοι δεν ένιωθαν τον εαυτό τους δυνατό, κάθονταν στην άκρη και κοίταζαν. Ή, για να βρίσκονται κι οι ιδιοι σε δουλειά, έπαιζαν ελαφρότερα παιγνίδια, όπως τις «τσιούκες», δηλαδή τις αμάδες. Έστηναν τρεις πέτρες ορθές σε μια ορισμένη απόσταση και προσπαθούσαν να τις γκρεμίσουν σημαδεύοντάς τες με μικρό­τερα λιθάρια. Όποιος πετύχαινε, είχε δικαίωμα να ξαναρίξει, το λεγόμενο «φώλι». Κι αυτό ήταν εξάσκηση σκοποβολής, πολύ χρή­σιμη για τα τσοπανούδια, που πετροβολούσαν κάθε τόσο τα ζων­τανά, δικά τους ή ξένα, για να ξέρουν πού θα πέσει το λιθάρι.

Άλλο ήσυχο παιγνίδι, είταν ο «φίκος». Το έπαθλο σ' αυτό είταν «ζώα», δηλαδή σελίδες με εικόνες που τις ξέσκιζαν απ’ τα βιβλία του σκολιού. Τις έβαναν απάνω σε μια μυτερή πέτρα πατικωμένες κι ύστερα, έριχναν με τις πλάκες, ποιος θα «στρώ­σει» καλύτερα τη δική του και ποια ζωγραφιά θα του πέσει πιο κοντά, να την πάρει. Εκείνος που κέρδιζε ζώα, δηλαδή έναν Αχιλλέα ή Κολοκοτρώνη ή άλλους ήρωες της ιστορίας, είχε μεγάλη χαρά για τα τυχερά του, επειδή αυτά δεν πολυβρίσκονταν και θεωρούνταν κάτι ακριβό. Κανένας όμως δεν πρόσεχε πως με το ρίξε και βάρα όλη την ώρα, οι κακότυχες εκείνες εικόνες σκίζονταν, χαλούσαν, μέναν μισές, έτσι που η αξία τους καταντούσε στο τέλος κυριολεχτικά εικονική.

Παίζανε ακόμα την τυφλοπανίτσα, που με τα μάτια δεμένα έψαχνες ολόγυρα σου σα στραβός, απλώνοντας να πιάσεις κανέ­ναν, ενώ εκείνοι όλο ξέφευγαν.

Άλλο παιγνίδι που ήθελε σβελτάδα, ήταν η «φτερωτή», όπου περπατούσε κανείς με τα χέρια, ξαλλάζοντάς τα δίχως άργητα και μετακινώντας ανάλαφρα το κορμί, έτσι που να ζαλίζεται ο άλλος απ' τη γληγοράδα. Πολλοί ήταν κι αυτοί που τα κατά­φερναν να ισορροπούν με το κεφάλι καταγής και τα πόδια στον αέρα. Το κορκοκέφαλο[3] άκουμπούσε στο χώμα, απ' όπου δε λείπαν συχνά και πετραδάκια. Στη στάση αυτή μερικοί έπαιζαν κιόλας τα πόδια κι άλλοι τα βαστούσαν ακίνητα, ενωμένα.

Είχαμε επιπλέον τις τριότες και τις εννιάρες με τα χαλίκια και τα δίπορτα. Μα αυτά απαιτούσαν αντίληψη, θέλαν μυαλό και μόνο λεπτολόγοι, οι τετραπέρατοι, μπορούσαν να τα παίζουν. Για μας αυτά είταν τότε σαν είδος σκάκι κι αργήσαμε να τα μάθουμε, πολύ ύστερα, στο σχολαρχείο, καθώς και τα «μηδένια» και άλλα πιο σοβαρά.

Για την ώρα προτιμούσαμε τα χωριάτικα, τα δικά μας. Ό­ταν τελειώναμε το μάθημα, ώσπου να φτάσουμε στο σπίτι μας, έπρεπε να περάσουμε απ' τις Βρύσες, απ' το λαγκάδι κι από κάμποσα αυλάκια με νερό. Κοιτάζαμε λοιπόν ποια συντροφιά να πρωτοπεράσει, για να καρτερέσει αντίκρυ τους άλλους με τα «στούμπια»[4] στο χέρι.

Πλιάτς, πλιάτς! έπεφταν οι πέτρες μες στις βίρες[5], στις λακούβες και ξεπετάγαν νερά, έκαναν μουσκίδι όποιον θα κίναγε να περάσει μη μπορώντας να περιμένει περισσότερο.

Μα αυτή η παιδιάτικη ψυχρολουσία ήταν το λιγότερο που φοβόμασταν απ' το λαγκάδι του χωριού μας. Εκείνο που μας τρό­μαζε είταν οι κατεβασιές του το χειμώνα, τότε που φούσκωνε και στοίχιωνε και ξεχειλούσε, θολοκόκκινο, ακράτητο, με άγρια βουή, καβαλικεύοντας τις μεγάλες πέτρες, κυλώντας λιθάρια και ξύλα, έτσι που εμείς δεν κοτάγαμε να πατήσουμε μέσα, μη μας συνε­πάρει το ρέμα κατά το ποτάμι, που μούγκριζε κι εκείνο σα στοιχιό.

Ας γυρίσουμε όμως ξανά στα παιγνίδια μας. Αυτά γίνονταν γύρω απ' το σκολειό, ανάμεσα σε μικρούς και μεγάλους, που αρ­πάζονταν κάποτε στα χέρια, έδιναν ξυλιές ό ένας του αλλουνού, μα δίχως να προχωρούν σε χειρότερα. Ο δάσκαλος δεν ανακα­τεύονταν στα ιδιαίτερά μας, προτιμώντας να πίνει κανένα ρακί στα μαγαζιά με τους χωροφυλάκους. Μονάχα μια φορά έγινε επέμ­βαση από τρανύτερον και να πώς.

Κάποιο παιδί το χτύπησαν γερά, του «άνοιξαν» το κεφάλι. Τό­τε αυτό πήγε με τα αίματα στο μαγαζί και κλάφτηκε στον πα­τέρα του, νεόφερτον απ' την Αμερική, με ποδήματα, θυμάμαι, ως το γόνα. Μόλις ο Κώτσιο Καράς, ένας απ' τους λιγοστούς «Αμερικάνους» του αταξίδευτου χωριού μας, είδε το γιο του ματωμένο, στο μεσοχώρι, παράτησε τα χαρτιά που έπαιζε, κατέβηκε στον Αηνικόλα και βάλθηκε να κυνηγάει τον ένοχο. Έτρεχε με τις τερά­στιες, θεαματικές μπότες του (πρωτοφανέρωτες για το χωριό), δρασκελώντας σα γίγαντας τις πέτρες και τα τσουγκάρια εκεί γύρω, ενώ ο άλλος — το παιδί — έχοντας να κάμει μ’ έναν τέτιο τρομερό διώχτη, που ισως να του ξερίζωνε τ’ αφτιά ή να τον ξεβράκωνε μπροστά στους άλλους, παίρνοντας δύναμη απ' το φόβο του έβγαλε στα πόδια του φτερά, πήδησε τους τοίχους των χωρα­φιών κι έγειρε πέρα στο λαγκάδι, έγινε καπνός.

Εμείς, τρέχοντας αποπίσω, ανεβασμένοι σε υψώματα, παρα­κολουθούσαμε τη σκηνή με πιασμένη την αναπνοή, όλοι με το μέ­ρος του μικρού, του αδύνατου, καθώς σ’ εκείνη τη μονομαχία του Δαβίδ με το Γολιάθ.

Άλλη μας διασκέδαση, ακόμα πιο τραχιά απ' τις προηγού­μενες, ήταν το σβάρνισμα στο λαγκάδι.

Απλώνονταν εκεί μια μεγάλη πλακαριά, γαλάζια «πλακανήθρα», από γιαλιστερή επιφάνεια, ξεπλυμένη ολότελα απ' τα νερά που είχαν τρίξει, θησαυρός της γης ξεχωμένος για μας, ένας αδιάκοπος πειρασμός απάνω στο δρόμο μας. Διαλέγαμε λοιπόν μικρές πλάκες τετράγωνες, ίσιες από πάνω και κάτω, που τις μεταχειριζόμασταν για κάθισμα, για σέλα σ’ εκείνο το καλπαστικό, το απόκοτο τρέξιμο, γλίστρημα απάνω στη μεγάλη πλακανήθρα που θα 'χε ύψος ίσαμε τριάντα μέτρα. Σβαρνιζόμασταν σα δυνατοί, σαν άφοβοι καβαλάρηδες, μεθυσμένοι απ' το σύρσιμο της πέτρας, απ' τον ίλιγγο του κατήφορου, ξεκινώντας μαζί δυο και τρεις, με τα φανταστικά άλογα μας, κι όποιος φτάσει στον πάτο. Δεν ξέρω πώς φτάναμε όλοι σωστοί και δεν έσπαγε κανένα κεφάλι. Καμιά φορά ωστόσο ξέφευγε η πέτρα από κάτω μας και τότε κυλούσαμε μαλλιά κουβάρια, εμείς κι οι πέτρες, περνώντας από πάνω μας αυτές, χωρίς να μας κάνουν ζημιά. Οι μεγάλοι, οι μανάδες μας ξέραν εκείνον το ρόβολο[6] το φοβερό, το πεδίο της ιπ­πασίας μας, γιατ' ήταν απανώστρατα καθώς περνούσαν με τα σακκιά για το μύλο. Μα δεν ανησυχούσαν μην πάθουμε τίποτε, δεν είχαν νοσηρή ευαισθησία. Για κάτι άλλο τις ένιαζε, κι άκου­γες να φωνάζουν, φορτωμένες από πάνω:

— Τι τροχάτε[7] τα σκουτιά σας, μωρέ ζαλιάρικα, να σας πιάσει κακιά θέρμη!

Ήταν μαθημένες αυτές απ' τα καμώματα μας και δεν ίδρωνε τ' αφτί τους από τέτια. Ήξεραν πως ανεβαίναμε στα ξέκλωνα των καρποκλαριών, πως διαβαίναμε επίτηδες απ' τα πιο στενά περάσματα εκείνου του κακότοπου, πως πετροβολιόμασταν για γούστο αρχίζοντας απ' τα πετράδια κι όλο προσθέτοντας στη δόση. Και να σε πετύχει καμιά λιθαριά, το «ζουρλό αίμα» θα τρέξει — έτσι πίστευαν.

— Μα όλο τέτοια παίζατε εσείς; θα ρωτήσει κανένας απ' την πολιτεία.

Ναι, κύριε μου, αυτή είναι η αλήθεια, γιατί να σ'το κρύψω;

Εμείς δεν ξέραμε ούτε μπάλες ούτε χαρταϊτούς ούτε σιδερόδρομους. Αυτά δε συνηθίζονταν εκεί, γιατί θέλουν παράδες κι εμείς δεν είχαμε. Ένα φτηνό βραγκανίδι[8] όλο όλο μας έπαιρναν οι δικοί μας όταν είμασταν μικρά, στη σαρμανίτσα[9], να μας το βροντάν αποπάνω και να μερώνουμε, να παύουμε το κλάμα. Αυτό το μοναδικό μας παιγνίδι φυλάγουνταν ύστερα για τ' άλλα παι­διά που θα 'ρχονταν πίσω από μας. Κι όταν μεγαλώναμε λιγάκι, φκιάναμε παιγνίδια μόνοι μας με το υλικό που βρίσκονταν γύρω: την πέτρα, το ξύλο, το χώμα. Χτίζαμε καλυβάκια που τα σκε­πάζαμε με καλαμιές και με χώμα. Κόβαμε κλωνάρια κουφοξυλιάς που τους αδειάζαμε την ψίχα και γίνονταν «σ'τουκανάρες» ή «σ'φέκες», όπλα βροντερά, με κακαράντζες[10] αντίς για σφαίρες. Ξεφλουδίζαμε επιδέξια βέργες, από σκαμνιά ή συκιά, πέρα την άνοιξη, και κάναμε ντουντούκια, που λαλούσαν μια χαρά, ή μι­κρές τσαμπούνες από πράσινες κολοκυθιές. Οι γλιστερές σκαμνόφλουδες πάλι ήταν ένα κι ένα για σφεντόνες («βόγγες» τις λέγαμε απ’ τον ήχο που έκαναν στριφογυρνώντας). Ή παίρναμε χλωρά κοτσάνια καλαμποκιού, που του είχαμε ψήσει τη ρόκα πιο πρίν, και σου μαστορεύαμε άψε-σβήσε ένα βιολί, να γρατσανάει μερακλίδικα κι εσύ να τα συνοδεύεις με το τραγούδι, γέρνοντας λίγο το κεφάλι σαν το Γιώργο Γύφτο:



Βάρτο, Γιώργο μ', βάρτο,

το έρημο βιολί,

να σκούζει, να βελάζει

σαν το μικρό παιδί...



Όταν φυλάγαμε τα γίδια έξω στά χωράφια ή στα ριζά του βουνού, το ρίχναμε στη σκλέντζα[11] και στην τούρκα[12], παιγνίδια εύκολα που δεν τα χορταίναμε ποτέ μας και που απαιτούν μονάχα δυο για συμπαίχτες, ή ζαγκανιόμασταν[13] με τη δραμπάλα[14] ή παί­ζαμε το «τρύπωμα» μες στις δάφνες.

— Κούκου! από δω, κούκου! από κει λαλούσε στ' αφτιά εκείνου που του 'πεφτε ο λαχνός να «χαλέψει» για τους άλλους, όταν έπαιρνε ειδοποίηση απ’ τον τελευταίο τους, τον αόρατο επιτη­ρητή του, να κατεβάσει τα χέρια απ' τα μάτια ή να σηκωθεί απάνω, καθώς ήταν πεσμένος ταπίστομα για να μη βλέπει.

— Κούκου, του κελάιδαγαν φωνάρες απ' όλες τις μεριές κι εκείνος τα 'χανε, δεν ήξερε πού να πρωτοκάμει, ποιον να πρωτογυρέψει.



Αυτό το παιγνίδι γινόταν καμιά φορά και στα σπίτια, όταν έλειπαν οι άντρες σε δουλιές και τα παιδιά ξεθάρρευαν, όπως τα ποντίκια στην απουσία του γάτου. Θυμάμαι τι μου σκάρωσε μια φορά, η γειτόνισσα μου η Βασίλω του Παταριά, που είχε έρθει κι αυτή καναδυό χρονιές στο σκολειό.

Μια μέρα που βρέθηκε στο κονάκι μας, μου πρότεινε να παί­ξουμε κρυφτούλη. Έκλεισα με την απαλάμη τα μάτια μου και περίμενα το κάλεσμά της. Όταν άκουσα να με φωνάζει, άρχισα να ψάχνω παντού. Κοίταξα πίσω απ' τις πόρτες, ανάμεσα στις κασέλες, μες στα ταλάρια[15], μα δεν έβρισκα τίποτε. Μ' όλο που η φωνή έρχονταν από κάπου κοντά, έψαξα κι έξω στο μαντρί, στο γελαδοκάλυβο, ψηλά στη σκαμνιά, ολούθε, του κάκου.

Οι δικοί μου με κοίταζαν και γελούσαν.

— Μπροστά σου την ένι, μωρέ, δεν τη γλέπεις!, με πείραζαν ολοένα.

Κόντευα να σκάσω, γιατί δεν είχα αφήσει τίποτε ακοίταχτο και όμως η Βασίλω δε βρισκόταν πουθενά. Στο τέλος δεν κρατήθηκε άλλο, έβαλε η ίδια τα γέλια κι έτσι την ανακάλυψα. Ήταν μαζωμένη στο σταχτολόγο, πίσω από τη φωτιά που σιγόκαιγε, κάπνιζε, και την είχε απομαυρίσει, μελαψή όπως είταν, μαυραντζέλω από γεννησιμιού της.

Επειδή ο δρόμος που χώριζε τα σπίτια μας απ’ το σκολειό είταν αρκετά μακρύς, εκεί που περνούσε ανάμεσα από τούφες και ξερολιθιές, κάθε τόσο έβγαιναν μπροστά μας φίδια κι άλλα ζούδια. Εννοείται πως δε διστάζαμε να τα κυνηγούμε και να τους ρίχνουμε λιθάρια. Ούτε οι οχιές με τα παρδάλια[16] τους μας φόβιζαν ούτε οι αργοξεδίπλωτες δεντρογαλιές, παρά μόνο οι σαϊτάρες, που αυτές, λέει, ρίχνουνταν σα σαΐτες απάνω σου και βάλε με το νου τα παρακάτω.

Σ’ αυτή την εξάσκηση και διασκέδαση μαζί διακρίνονταν προ­πάντων ένα δικό μας παιδί, μαχαλιώτικο. Επειδή δεν είχε άλλα γειτονοπούλα κοντά του, ξεκίναγε μονάχος του απάνω απ' το Κόνισμα και σ' όλον το δρόμο κοίταζε χάμου, έψαχνε από δω κι από κει, σάμπως θα 'βρισκε κανένα θησαυρό. Η μανία του ήταν τα φίδια. Έπρεπε να σκοτώσει ένα οπωσδήποτε την κάθε φορά. Το περνούσε σα νικητής στην άκρη του κοντόξυλου, δώρου υποχρεωτικού για τη φωτιά του δασκάλου, ή, αν το κυνήγι του είχε πετύχει καλύτερα εκείνη την ήμερα, κρέμαγε τα υπόλοιπα, σαν αφιερώ­ματα, στα δέντρα ή στις πέτρες του δρόμου, για να σκιάζουν τις ανύποπτες γυναίκες που αραδίζαν[17] από κει. Είχε βαρέσει το σή­μαντρο του σκολειού από ώρα, είχαμε μπει κιόλα στις τάξεις (ειδοποιημένοι απ’ τα παλαμάκια του δασκάλου, αφού του έλειπε το κουδούνι), όταν απ’ τ' ανοιχτά τζάμια αντίκρυ στις ρίπες, ανά­μεσα στις φτέρες και τα θάμνα, βλέπαμε κάποιον που κοντόστεκε παραμονεύοντας, έτοιμος να χυμήξει με την πέτρα ή το ραβδί, να καμακώσει το θύμα του, κάποτε να το πιάσει και ζωντανό με τα ίδια τα χέρια του, να το κουτσονουριάσει ή να το δέσει απ' το λαιμό, για φρίκη δική μας και θιάμασμα.

— Είναι ο Ρέστο Κίτσιος, λέγαμε από μέσα μας ζηλεύοντάς τον για την αργοπορία του, επειδή ώσπου να 'ρχόταν αυτός (και δέν έρχονταν, αν δεν είχε την ταχτική του πιτυχιά, στην ανάγκη και γκουστέρα, κίτρινη όμως από τις μεγάλες), ίσαμε τότε ο δάσκαλος θα 'χε βγάλει άλλους στο μάθημα.

Αυτόν πια τον είχε συνηθίσει και δεν του έκανε παρατηρήσεις.

—Εξολοθρεύει τα βλαβερά ερπετά, έλεγε, για έπαινό του ίσως.

Εμείς οι μαχαλιώτες είχαμε σχετικά κι ένα άλλο θέαμα στο γυρισμό μας. Παραστέκαμε στο θάψιμο των σκοτωμένων φιδιών. Ο Ρέστος έκρινε πως, αφού τους πήρε τη ζωή, έπρεπε ν' αναπαυτούν τώρα, στον κόρφο της γης. Άνοιγε λοιπόν, ο ίδιος ο φονιάς τους, με τα δάχτυλα του ή με καμιά πέτρα μυτερή, έναν μικρό λάκκο, όπου τα χωμάτιαζε κι από πάνω τους έστηνε πλακούλες που τις σκέπαζε μαστορικά, σαν είδος απέριττο μαυσωλείο. Έτσι όλος ο δρόμος σχεδόν, από πάνω κι από κάτω, είχε γεμίσει απ’ τα «μνήματα» του μικρού μαθητή, του Ρέστου Κίτσιου, που θα γίνονταν μάστορας κι αυτός, χτίστης όπως ο πατέρας του.

Δεν ξέρω μονάχα αν ύστερα από χρόνια, που σκοτώθηκε κι αυτός απ’ τους πρώτους στο μέτωπο της Αλβανίας, βρέθηκε κανένας χριστιανός να σκεπάσει το σώμα του, να στολίσει τον τάφο του, έστω κι έτσι όπως έκανε εκείνος για τα φίδια τα φαρμακερά και τ’ άκακα τα γκουστερίδια.
--------------------------------------------------------------------

[1] κοφτερές πέτρες

[2] η πόρπη

[3] η κορυφή του κεφαλιού

[4] χοντρές πέτρες

[5] στεκούμενα βαθιά νερά ποταμού ή λακκούβας

[6] απότομος κατήφορος

[7] τρίβω

[8] κουδουνίστρα

[9] κούνια μωρού

[10] γιδοκοπριά

[11] παιδικό παιχνίδι με ξύλα

[12] παιδικό παιχνίδι με πέτρες

[13] κουνιόμασταν

[14] κούνια

[15] μεγάλοι κάδοι

[16] τα στίγματα, οι βούλες του δέρματος

[17] περνώ στην αράδα, στη σειρά


ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΣ ΓΙΑ ΠΑΡΑΠΑΝΩ

Από τα παιδιά του χωριού που ’ρχονταν στο σκολειό, πολύ λίγα ήταν όσα δεν παίρναν τα γράμματα, όσα δεν τους έκοβε το μυαλό. Οι άλλοι μάθαιναν εύκολα εκείνα που έλεγε ο δάσκαλος. Μα σταματούσαν στην τετάρτη τάξη, γιατί ήταν χρειαζούμενοι στο σπίτι. Άλλος φύλαγε τα «πράματα», το μικρό τους κοπάδι, άλλος θα μάθαινε τέχνη κοντά στον πατέρα του. Και κάτι λιγοστοί τραβούσαν για την Αθήνα, όπου γίνονταν λούστροι με τα κασέλια∙ ήταν ένας δρόμος που τον είχαν πάρει πιο πριν οι γονιοί τους και που, αν δεν ανέβαζε την υπόληψη κανενός, όμως έδινε γλήγορο κέρδος.
Ο πατέρας μου, ηθικολόγος, με αυστηρό χαρακτήρα, ούτε ήθελε ν’ ακούσει γι’ αυτό το άγουρο, το άχαρο ταξίδι.
-Όσοι παν εκεί, έρχονται πίσω αλάνια, έλεγε, στιγματίζοντάς τους και με χειρότερα λόγια.
Τέχνη πάλι δεν του άρεσε να μάθω κι εγώ. Πρόκοψε ο ίδιος, έλεγε, τόσα χρόνια που έκανε το μαραγκό και το βαγενά[20] σεργιανώντας στο Ξερόμερο και στα Καλάβρυτα, όπου τον έτρωγαν ανάλλαγον οι ψείρες∙ λοιπόν ας μη πάθει τα ίδια και το παιδί μου. Ήμουν ο πρωτογέννητος, βλέπεις, και μου είχε αδυναμία.
Αλλού έτρεχε ο νους του πατέρα μου, σε όνειρα τολμηρά για ένα χωριάτη:
-Τα γράμματα, έλεγε, αυτά αξίζουν!
Στα ξενοτόπια όπου δούλευε, καταπονώντας τα νιάτα του, είχε γνωρίσει μορφωμένους ανθρώπους, γιατρούς κι αξιωματικούς και δικαστήδες, πρόσωπα τρανά που σου μιλούσαν μ’ ευγένεια και ντρεπόσουν να τους απαντήσεις. Είχε μεγάλο σεβασμό για τους διαβασμένους, για όσους ακούγονταν με αξιώματα, με θέσεις στο κράτος. Ο ίδιος ήταν ένας κουτσοταχυδρόμος, και μάλιστα έκτακτος (θα παιδεύονταν πολύ ώσπου να μονιμοποιηθεί)∙ αλλά μπορούσε από κείνο το τελευταίο σκαλοπάτι ν’ ατενίζει και ν’ αποθαυμάζει τους ανώτερους βαθμούς της κρατικής ιεραρχίας.
-Καλά είναι τα γράμματα, ξανάλεγε, μα εμείς δεν τα σώνουμε.
Τα χρήματα δεν έφταναν, αυτό ήθελε να πει. Τι να πρωτοπάρεις μ’ έναν μικρό μισθό; Το καλαμπόκι της χρονιάς δεν το κάναμε όλο, έπρεπε ν’ αγοράσουμε για τρεις τέσσερους μήνες. Και δεν ήμασταν λίγοι νομάτοι, γεννιόνταν κι άλλοι πίσω από μένα, άσε που είχε παντρευτεί και ο θείος μου. Έπειτα βάλε λάδι, αλάτι, τσαρούχια, μαντήλια των γυναικών, τόσα και τόσα που δεν πρόφταινε να ξεχρεωθεί απ’ το μπακάλη του μαχαλά. Ύστερα ήταν και κάτι άλλο που κάποτε, μ’ όλες τις αναβολές, έπρεπε να γίνει με παράδες μετρητούς: το χτίσιμο του καινούριου, πιο μεγάλου σπιτιού, αφού το παλιό δε μας χώραγε πια.
Ωστόσο η ιδέα να με κάμει γραμματισμένον δεν έφυγε απ’ το κεφάλι του πατέρα μου. Την έφερνε γύρα στο μυαλό του ολοένα, χωρίς όμως να βρίσκει και τη λύση.
Η αλήθεια είναι πως κι εγώ δεν τον άφηνα σε ησυχία με τη φιλομάθειά μου. Καμάρωνε το γράψιμό μου, που το έβλεπε σαν συνέχεια και τελειοποίηση του δικού του, παρατηρούσε με χαρά πως εξόν απ’ τα βιβλία του σκολειού ζητούσα ν’ απορροφώ, να «ξεκοκαλίζω» κάθε έντυπο που μου έπεφτε στα χέρια. Διάβαζα ακόμα και το περιοδικό «Ζωή», που έρχονταν κάθε βδομάδα με το ταχυδρομείο στον πάρεδρό μας, με τ’ όνομά του τυπωμένο απέξω σ’ ένα χαρτάκι.
-Ασ’ τις φυλλάδες τώρα, θα στραβωθείς, θα σου φύγει ο νους! μ’ ορμήνευαν οι γυναίκες του σπιτιού, βλέποντάς με να διαβάζω ακόμα και την ώρα του φαγιού, ακόμα και δίπλα στ’ αναμμένα δαυλιά, όταν δεν είχαμε «φέξη», λυχνάρι.
Ο πατέρας μου άρχισε ν’ ανησυχεί κι αυτός με τη μανία που μ’ είχε πιάσει.
-Θα σου βρω εγώ το γιατρικό, μου είπε μια μέρα.
Και το ίδιο βράδυ, εκεί που μας έφερε μουσαφίρη το φίλο του τον πάρεδρο, το Γιώργο Παπά, βλέπω τον τελευταίο να βγάζει απ’ την τσέπη του μια τράπουλα χαρτιά, που δίχως άργητα άρχισε να τ’ απλώνει μπροστά μου λέγοντάς μου τις ονομασίες τους και δείχνοντάς μου πώς παίζουν. Έτσι έμαθα κολτσίνα κι όποτε έρχονταν ο Γιώργος Παπάς, ο σεβάσμιος ασπρομάλλης πάρεδρός μας, το στρώναμε μαζί στο παιγνίδι. Οι γυναίκες κοίταγαν από γύρω γελαστές το παράξενο ζευγάρι των χαρτοπαιχτών.
Αλλά και πάλι το μυαλό μου δεν εννοούσε να «ξεπεζέψει», να ξεκόψει απ’ τα γράμματα. Μου είχε γίνει ένα πρώιμο πάθος, χωρίς να το νιώθω ακόμα κι εγώ, ούτε να φαντάζομαι καθόλου τις μελλοντικές συνέπειές του.
Σύντροφό μου σ’ αυτή τη στράτα, την τόσο ασυνήθιστη για ένα χωριατόπουλο, είχα ένα κοντινό γείτονα και δεύτερο ξάδερφό μου, το Νάκο της Λένως.
Τον λέγαμε έτσι, με τ’ όνομα της μάνας του, γιατί απ’ αυτήν κρατούσε η συγγένειά μας. Στα χωριά οι παντρεμένες αναφέρονται μονάχα με την ονομασία των αντρών τους (Γιώργαινα, Κωσταντάκαινα κλπ.), έτσι που το βαφτιστικό τους ξεχνιέται σχεδόν και δεν το μνημονεύουν παρά μόνο απ’ το δικό τους, πατρικό συγγενολόι. Εμένα π.χ. με λέγαν «ο Γιώργος της Βάγγιως» οι αδερφάδες κι οι νυφάδες της μάνας μου μαζί με τα παιδιά τους· στο νέο σπίτι της, του πατέρα μου, κανέναν δεν άκουσα ποτέ να κράξει τη μάνα μου στ’ όνομά της και μονάχα απ’ του Βαγγελισμού, που στέλναμε το ύψωμα του παπά, ξέραμε πώς την είχε ονομάσει ο νουνός της. Όσο για τη Λένω που είπα παραπάνω, ίσως να ’μεινε τ’ όνομά της στο συμμαθητή μου κι από ένα άλλο λόγο: Ο άντρας της, που δούλευε κι εκείνος βαρελάς, έλειπε χρονικής κάπου εκεί στις ρουπακιές, σ’ έναν απόμακρο μαχαλά γειτονικού χωριού, παρακάτου απ’ το Κακολάγκαδο. Με το να μην τον βλέπουν λοιπόν παρά τέσσερες πέντε φορές το χρόνο, στις μεγάλες γιορτάδες και στα πανηγύρια, λέω πως ίσως είχαν συνηθίσει οι γειτόνοι να φωνάζουν τα παιδιά του με τ’ όνομα της μάνας τους, σάμπως να τη θεωρούσαν αρχηγό της οικογένειας, χηρεμένη σχεδόν (περίπτωση όπου δικαιολογείται και πάλι η μετατροπή της ονομασίας).
Μ’ αυτό τον Νάκο, τέλος πάντων, ήμασταν στην ίδια τάξη και παραβγαίναμε στο καθετί ο ένας με τον άλλον. Ήταν ξάγρυπνος, ξυπνός, ξεφτέρι και ψηφί. Με περνούσε στην αριθμητική κι εγώ ήμουν ανώτερός του στην καλλιγραφία. Μα κι εκεί με συναγωνίζονταν κοντεύοντας να με φτάσει. Αυτός ήταν και στα παιγνίδια σβέλτος και σε όλα. Σε τίποτα δεν τον γελούσες, ούτε σ’ άφηνε να τον προσπεράσεις, γιατ’ είχε κληρονομική εξυπνάδα κι απ’ τα δυο του σόγια. Εγώ μπροστά του έδειχνα λίγο μπουνταλάς.
-Πάρε κι αυτουνού τ’ αναγνωστικό, να μην το χάσει πέρα στο λαγκάδι και φωνάζει ο πατέρας του!
Έτσι μίλησε ένας απ’ τους πρώτους δασκάλους μας δίνοντας το νεοαγορασμένο άκοπο βιβλίο μου στο Νάκο της Λένως, επειδή φαίνεται δεν είχε εμπιστοσύνη σ’ εμένα πως θα το ’φτανα στο σπίτι χωρίς να μου πέσει στο δρόμο ή να το ξεχάσω πουθενά.
Αντίζηλος λοιπόν ήταν ο Νάκος της Λένως, αλλά είχαμε γίνει κι αχώριστοι οι δυο μας. Κοιτάζαμε ποιος θα ξετρύπωνε τα καλύτερα αινίγματα ή θα πετύχαινε τι βαφτιστικά ονόματα αρχινάν από Σ, να πούμε, ή ποιος θα θυμηθεί όλες τις δασυνόμενες λέξεις, ευκολυμένος άλλωστε απ’ το μέτρο:
Άδης, άγιος, αβρός,

άμα, άμαξα, αδρός,

αίμα, αμαρτάνω, άπαξ,

αψύς, άπτω, απαλός…

και τράβα κορδέλα.
Ήμασταν οι δυο σοφοί του μαχαλά μας. Από την ώρα που μας ξύπναγαν οι δικοί μας και μας ετοίμαζαν τις ροδοψημένες «πυρωμάδες» -ένα κομμάτι ψωμί σκισμένο με μαχαίρι στη μέση και πυρωμένο στη φωτιά απ’ τις δυο μεριές- δυο για το γιόμα στο σκολειό και μια μικρότερη για το πρωί να την κριτσανίζουμε στο δρόμο, ίσαμε τότε στο μεσοχώρι, είτε φυλάγαμε τα γίδια μας απάνου στις δάφνες, εμείς οι δυο είχαμε το νου μας όλο στη μελέτη. Ποτέ δεν πηγαίναμε αδιάβαστοι, κάποτε ξέραμε και το παρακάτω. Κι είχαμε κάμει προόδους σ’ αυτή τη συνθηματική γλώσσα των βιβλίων, την τόσο αλλιώτικη απ’ την καθημερινή μας ομιλία.
Για να φανεί πόσο έξυπνος ήταν ο Νάκος, αναφέρνω το εξής παράδειγμα. Κάποτε που ήταν στην δεύτερη τάξη, νομίζω, είχε βάλει ο δάσκαλος κάποιον απ’ την τρίτη να διαβάσει το μάθημά του. Μα εκείνος σκόνταφτε στην ανάγνωση κι ο δάσκαλος, θυμωμένος, κάλεσε τούτον απ’ τη μικρότερη τάξη να συνεχίσει. Ο Νάκος της Λένως, μ’ όλο που έπιανε για πρώτη φορά το ξένο βιβλίο, δε δυσκολεύτηκε να το βγάλει πέρα «νεράκι».
-Αλλάξτε τις θέσεις! πρόσταξε αμέσως ο δάσκαλος, εφαρμόζοντας έτσι κάτι σαν προαγωγή στο πεδίο της μάχης.
Έτσι, χωρίς να το περιμένουν, απ’ τη μια στιγμή στην άλλη, ο Νάκος πήδηξε θριαμβευτικά απ’ το θρανίο του στο μπροστινό κι ο άλλος βρέθηκε στη δεύτερη τάξη, χάνοντας ίσως και την ελπίδα να προβιβαστεί στο τέλος του χρόνου.
Μα θα μου πείτε: πώς γίνονταν αυτά, τα επέτρεπε ο επιθεωρητής; Δε βαριέσαι, εκείνα τα χρόνια κάναν οι δασκάλοι ό,τι θέλαν, χωρίς να δώσουν λόγο κανενός.
Αφού λοιπόν ήμασταν τόσο προκομμένοι στα γράμματα οι δυο μας, έπρεπε να μη σταματήσουμε στο δημοτικό. Αυτό έλεγαν όλοι, αλλιώς θα ’ταν κρίμα κι αμαρτία.
-Κάτι θα γίνει, συμφωνούσε κι υποσχόταν μαζί ο πατέρας μου.
Εγώ δεν τολμούσα να τον παρακαλέσω φανερά, ο σεβασμός απόκλειε την οικειότητα μεταξύ μας. Μα ο ζήλος μου ήταν φανερός, ζωγραφιστός στο πρόσωπό μου, κυρίαρχος των λογισμών μου. Κι ο Νάκος της Λένως θ’ ακολουθούσε το παράδειγμά μας, ο πατέρας του είχε απόφαση να κάμει ό,τι κι ο δικός μου. Μόνο που άφηνε την πρωτοβουλία «στον Κωσταντάκη», το γεννήτορά μου, γιατί ο ίδιος, αυτοεξόριστος εκεί στο Κακολάγκαδο, δεν «είχε αδειά[21]» για τέτοια. Ήταν όμως αποφασισμένος να μη δειλιάσει στα έξοδα, εφόσον θα γίνονταν από μας η αρχή.
-Θα κάμω μια απόπειρα, είπε ύστερ’ από πολλή συλλογή ο πατέρας μου, και μ’ αυτό εννοούσε κάτι σπουδαίο.
Θα μ’ έπαιρνε μαζί του στην Άρτα, όπου θα κατέβαινε να πληρωθεί το μισθό του. Άλλες φορές έστελνε και του τον έφερναν, για να μην ξοδεύεται άδικα, μα τώρα θα πήγαινε ο ίδιος. Και είχε το σκοπό του γι’ αυτό το ταξίδι.
Με τι λόγια να περιγράψω εκείνη την ατέλειωτη πορεία, να ξεκινάς τα χαράματα απ’ το σπίτι και ακολουθώντας το ντερβένι[22], περνώντας λαγκάδια και βρύσες και ρουμάνια[23] και χωριά, με τ’ αστραγάλια φουσκαλιασμένα απ’ τ’ αλύγιστα τσαρούχια, εδώ να φτάσουμε κι εκεί να φτάσουμε, να καταντάς στην πολιτεία προς το βράδυ, πεθαμένος απ’ την αποσταμάρα, μα με τα μάτια πλημμυρισμένα απ’ τη μαγεία ενός ζωντανού παραμυθιού… Ποτέ μου δε θα ξεχάσω εκείνη τη θεσπέσια εικόνα, το απίστευτο όραμα που αντίκρισα για πρώτη φορά, μόλις πρόβαλε απέναντί μας, δίπλα στο ποτάμι, η θρυλική Άρτα. Ήταν ένα μέρος που μόνο ακουστά το είχα και τώρα το ’βλεπα μπροστά μου, σαν ένα κιλίμι κεντητό με όμορφες ζωγραφιές, απλωμένο από τη μια άκρη του Άραχθου ως την άλλη. Μου ’ρχόταν ζάλη να κοιτάζω όλα εκείνα τα σπίτια με τα κεραμίδια και τις εκκλησιές με τους κουμπέδες[24], σα ριγμένα το ένα πάνω στο άλλο, σαν κολλητά, πλακωμένα, έτσι που να σου πιάνεται η ανάσα από μια γλυκιά ταραχή. Προχωρούσα μαγεμένος όπως σε όνειρο, νιώθοντας κιόλα μια ξαλάφρωση απ’ την ολοήμερη πορεία. Και μου φαίνεται πως ποτέ μου δεν ξανάνιωσα τόση συγκίνηση, ούτε όταν είδα σε κάμποσα χρόνια την Αθήνα, ούτε αν πρόκειται να επισκεφτώ ποτέ μου την Πόλη ή το Παρίσι.
Ακολουθώντας τον πατέρα μου, που τα ήξερε από πριν αυτά και δε θιαμαίνονταν[25] όπως εγώ, περάσαμε απάνω απ’ το μακρύ γιοφύρι με τις φανταχτερές καμάρες, αυτό που το ’χαν χτίσει «σαρανταπέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες», ενώ εγώ φοβόμουν όλη την ώρα μη μου ’ρθει σκοτούρα, απ’ το λιγοστό μυαλό που είχα φάει ως τότε από ψημένα κεφάλια κατσικιών ή γιδιών, (γιατί έτσι μας είχαν βεβαιώσει οι μανάδες μας, πως όποιος γεύεται τέτοιο «ξορέξιο»[26] ζαλίζεται ύστερα στα γιοφύρια). Παραπέρα πήραμε το δρόμο ανάμεσα στους μπαξέδες που τους είχαμε συνοδιά μας ως μες στην πολιτεία και που τα κλαριά τους έκαναν, λέει, τα πορτοκάλια, αυτά που τα τρώγαμε εμείς βγάζοντας τα μικρά φυτίλια, τα ξεφτίζαμε σαν ποντίκια, θαρρείς, και τα προσφαΐζαμε πάντα με μπόλικο ψωμί, σα να ’ταν μήλα των Εσπερίδων, τόσο ελάχιστα κι ακριβά που έφταναν, στη χάση και στη φέξη, απάνω στα χωριά μας.
Μα τι να πρωτοθυμηθώ απ’ την πολιτεία; Το βράδυ, για να μην πληρώσουμε χανιάτικα, κοιμηθήκαμε στο μαγαζί ενός καζαντζή (Μαλάμο τον έλεγαν, απ’ τους Χουλιαράδες), που ήταν κουμπάρος μιανού συγγενή μας. Ήταν έβγα καλοκαιριού κι έβλεπες ολούθε καρπούζια, τα πολυπόθητα «χειμωνικά», που εμείς δοκιμάζαμε απ’ αυτά καμιά φέτα μονάχα, μια φορά το χρόνο, στο πανηγύρι της Αγια-Παρασκευής. Εδώ έφαγα σχεδόν όσο κρατούσε η καρδιά μου, γιατί μας φίλεψε πλούσια ο καζαντζής και κει τα ’χαν φαίνεται τα καρπούζια όπως εμείς τα κολοκύθια.
-Και το παιδί, τι το ’θελες, κουμπάρε; ρώτησε ο καλοθρεμμένος χαλκωματάς για μένα.
-Το ’φερα για το ελληνικό σκολείο! μίλησε καθαρά ο πατέρας μου, για πρώτη φορά.
Ο καζαντζής με το ροδαλό πρόσωπο μου ’ριξε ένα σύντομο βλέμμα κάτω απ’ τα γυαλιά του και ξανάσκυψε στ’ αγγειά που μαστόρευε τσιγκανίζοντας όλη την ώρα. Ήταν φανερό πως δεν έβλεπε με καλό μάτι το δαπανηρό σχέδιο του πατέρα μου, ενός φτωχού φαμιλίτη.
Καθίσαμε καναδυό μέρες στην Άρτα, με κέντρο πάντα το χαλκωματάδικο (για να μη χαθώ εγώ μες στην πολυκοσμία), ενώ ο πατέρας μου ρωτούσε από δω, κοίταζε από κει προσπαθώντας να πετύχει κανένα δωμάτιο οικονομικό, κανένα συνδυασμό που να του βολεί. Βρήκε κάποιο μισογκρεμισμένο παλιόσπιτο ή άφκιαστο ακόμα, δίχως παράθυρα –δε θυμάμαι καλά-, μα κι εκεί του ζητούσαν ακριβά ή τουλάχιστο ο ίδιος αποκαλούσε την τιμή «ζεματούρα».
-Πάμε να φύγουμε από δω, ήταν το συμπέρασμά του. Εδώ είν’ όλοι Οβριοί, κοιτάν να σ’ αφήσουν μπλέτσι (γυμνό), πρόσθεσε μ’ ερεθισμένη καχυποψία, με κληρονομική προκατάληψη.
Αυτό, θυμάμαι, το είπε μπροστά σ’ ένα κατάστημα, μεγάλο μπακάλικο, όπου ήταν συνέταιρος ένας χωριανός μας κι όπου συχνάζαμε κι εμείς πελάτες ανώφελοι για το μαγαζάτορα. Μόλις άκουσα την απόφαση του πατέρα μου, που ήταν για μένα σα θανατική καταδίκη, έπεσα εκεί μπροστά στη μόστρα του Ζώη Κολιού, απάνω στα τσουβάλια με τα φασούλια και το ρύζι και τις άλλες πραμάτειες, κι άρχισα να κλαίω πικρά, δυνατά, μ’ αναφιλητά βλέποντας πόσο άδικα, σκληρά, ναυαγούσε τ’ όνειρό μου.
-Σήκω απ’ αυτού, σφούγγισ’ τα μάτια σου, με τραβούσε ο πατέρας απ’ το μανίκι, μην ξέροντας πώς να με μερώσει. Έλα, σύχασε, πάμε να φάμε στο μαγερειό, να μη γελάει ο κόσμος μ’ εμάς…
Ήταν ευαίσθητος, πονετικός, παρόλο το απότομο συχνά φυσικό του, και το ξαφνικό ξέσπασμά μου του έδειχνε πως δε μπορούσε να μ’ αφήσει στη μέση, τώρα που μου ’χε ανοίξει ένα ζηλευτό δρόμο.
ΜΑΘΗΤΗΣ ΤΟΥ ΣΧΟΛΑΡΧΕΙΟΥ

Ο πατέρας μου το ’χε πάρει απόφαση να με στείλει στο σχολαρχείο. Έβλεπε πως δεν παρηγοριόμουν με κανέναν τρόπο, αν μ’ άφηνε να μείνω με τα γράμματα του χωριού. Αποζητούσα με λαχτάρα, διψούσα να πιω κι από άλλες πηγές, απ’ τη νερομάνα την ίδια, αν ήταν βολετό. Έτσι αποφάσισε να κάμει οικονομίες απ’ αλλού για να τραβήξω, με τη βοήθεια του Θεού, στο δρόμο που είχα διαλέξει.
Αφού αποκλείστηκε απ’ το πρόγραμμά μας η Άρτα, επειδή τα έξοδά μας εκεί θα ’ταν μεγάλα, κοιτάζαμε πώς να βολευτούμε πιο κοντά. Απέναντί μας, αντίκρυ απ’ την Πλάκα, ήταν το χωριό Άγναντα, όπου συχνοπήγαιναν οι γυναίκες της περιοχής μας. Κουβαλούσαν στην πλάτη τους αλάτι σε σακιά, απ’ το μονοπώλιο που βρίσκονταν εκεί. Με την ευκαιρία αγόραζαν και σπίρτα, πανί για καμιά ποδιά τους και λίγο χαλβά για τα παιδιά. Ήταν όμως εκεί κι ελληνικό σχολείο που το διεύθυναν δυο αδέρφια, οι ονομαστοί Καψαλαίοι. Δίδασκαν οι δυο τους σ’ όλες τις τάξεις, αναπληρώνοντας όποτε χρειάζονταν ο ένας τον άλλον, και γενικά είχαν πάρει μονοπώλιο –σαν το άλλο με τ’ αλάτι- την εκπαίδευση των Τζουμέρκων. Εννοείται όμως πως οι μαθητές τους ήταν μετρημένοι, γιατί δεν είχε ο άλλος διάθεση, ούτε προπάντων τ’ απαιτούμενα να στέλνει το γιο του για τέτοιες δουλειές.
Απ’ τα μέρη μας μονάχα ένας είχε γραφτεί στο σχολαρχείο Αγνάντων, κι ήταν ο πρώτος απ’ τη δική μου τη δώθε μεριά του Αράχθου, που είχε πατήσει το πόδι του σ’ ελληνικό σχολειό. Δεν τον είχαμε δει ακόμα αυτόν τον τυχερό, τον αληθινά πρωτοπόρο, εγώ κι ο ξάδερφός μου ο Νάκος της Λένως, μα ξέραμε πως ανεβοκατέβαινε κάθε Σαββατοκύριακο απ’ το σκολειό στο σπίτι, για να κουβαλάει μονάχος του τα τρόφιμα της βδομάδας. Και τον ζηλεύαμε από μέσα μας, το γιο του Κώστα Πεταλά, που μας περνούσε ένα χρόνο στα μαθήματα κι είχε αξιωθεί να προχωρήσει πέρ’ απ’ το δημοτικό.
Άμα ανάφερα κάποτε γι’ Άγναντα στον πατέρα, τον είδα να μορφάζει δυσάρεστα:
-Οι Αγναντίτες, είπε, είναι καρφωτήδες[27] κι αλαίμαργοι. Για να μάθεις γράμματα εκεί, πρέπει να μας ξαγοράσουν όλους απ’ το σπίτι…
Έπειτα ήταν και τα περίφημα Ρυάκια που μας χώριζαν από κει, παρακλάδια του Άραχθου, όπου πνίγονταν κάθε τόσο γυναίκες ή παιδούρια, μη βρίσκοντας πουθενά πόρο, κάθε φορά που οι πλατιές του κοίτες κατέβαζαν και ξεχειλούσαν με τις χειμωνιάτικες νεροποντές.
-Ας λείπουν και τα γράμματα και το καλό τους, μουρμούριζαν οι γυναίκες του σπιτιού μας ακούγοντας γι’ Άγναντα.
Ο γιος του Πεταλά ήταν πιο μεγάλος από μας, πιο γερός και σβέλτος, ενώ εμείς τ’ άπιαστα δεν είχαμε τακάτι[28] να πηδάμε ποτάμια, στοιχειά ζωντανά.
Τότε ο πατέρας μου, που ενεργούσε πάντα ιδιόρρυθμα, που έκανε πάντα του κεφαλιού του, χωρίς ν’ ακούει άλλον, μας πήρε μια μέρα, εμένα και το Νάκο, και τραβήξαμε για τα Κατσανοχώρια, άγνωστη χώρα για μας.
Ήταν μια περιοχή χωριών που μόνο οι μεγαλύτεροι την ξέραν, όσοι αραδίζαν με τα πόδια στα Γιάννινα. Εμείς δεν την είχαμε δει καθόλου, γιατί έπεφτε πίσω απ’ το Ξεροβούνι. Ωστόσο ξεκινήσαμε και οι τρεις μας και περπατώντας μισή μέρα, μέσ’ από απότομες λαγκάδες που κρέμονταν απάνω απ’ το ποτάμι, φτάσαμε το μεσημέρι σ’ έναν καμπότοπο με πλαγιές όλο χαμόκλαδα από γύρω. Εκεί βρίσκονταν το Καλέντζι, έδρα κι αυτό σχολαρχείου.
Η πρώτη δουλειά του πατέρα μου ήταν ν’ ανταμώσει το σχολάρχη. Πήγαμε και τον ηύραμε στην κορφή του χωριού, στην άκρη από έναν «χαλιά», χαλικότοπο, όπου ήταν το σκολειό. Ο σχολάρχης κάθονταν εκεί, απόλυτος αφέντης του μέρους, όπως ένας γούμενος σε μοναστήρι. Δεν είχε έρθει ακόμα ο καιρός των μαθημάτων, μα εκείνος βρίσκονταν εκεί για να κάμει, λέει, τις εγγραφές.
Εμείς οι δυο ήμασταν ορμηνεμένοι από πριν και μόλις βρεθήκαμε μπροστά στον αρχιδάσκαλο του φιλήσαμε σκύβοντας το χέρι. Ήταν παχουλό σαν γούμενου, πραγματικά, κι εμείς οι δυο μοιάζαμε κείνη τη στιγμή, δειλοί, ντροπαλοί, με καλογεροπαίδια.
Ο σχολάρχης μας δέχτηκε συγκαταβατικά. Ρώτησε τον πατέρα μου από πού ήταν, τι δουλειά έκανε και ποια τάξη είχαμε τελειώσει. Ο πατέρας μου του έδειξε τα ενδειχτικά της πέμπτης και ζήτησε να μας βάλει στη δευτέρα του ελληνικού.
-Αυτό θα το ιδούμε, απάντησε εκείνος. Άμα γράψουν καλά στις εξετάσεις…
Ο πατέρας μου, που όταν ήθελε να πετύχει κάτι γινόταν εύγλωττος πολύ, άρχισε να τον βεβαιώνει πως γράφαμε κι οι δυο σαν του τύπου, πως ήμασταν οι καλύτεροι του σκολειού κι άλλα τέτοια.
-Άλλα σχολεία εκείνα κι άλλο τούτο, παρατήρησε ο δάσκαλος κάπως αυστηρά. Εδώ λέγεται σχολαρχείο κι έχουμε εξετάσεις, τόνισε μ’ έμφαση.
Ο σχολάρχης μας κοίταζε πότε πότε, μαλακά, μα εμείς δεν τολμούσαμε να σηκώσουμε το βλέμμα. Καθόμασταν ήσυχα, σεμνά, σα νύφες.
Ο πατέρας μου όμως δεν παρατούσε εύκολα τη μάχη. Ένας χρόνος για μας ήταν σπουδαία υπόθεση. Δεν έπρεπε να χαθεί έτσι για γούστο.
-Ξέρουμε πως η αφεντιά σου είσαι σχολάρχης, απ’ τους λίγους, γι’ αυτό ήρθαμε σ’ εσένα από κει πέρα, τον καλόπιασε ο πατέρας λεπτά, με μαλαγανιά.
Ο σχολάρχης χαμογέλασε ευχαριστημένος, μα τούτο δεν τον εμπόδισε να προσθέσει:
-Δίκιο έχεις, αλλά καλύτερα να μείνουν στην πρώτη ελληνικού. Έτσι θα χορτάσουν καλύτερα γράμματα. Αλλιώς θα σκοντάφτουν ολοένα, θα καθυστερήσουν παραπέρα, που είναι χειρότερο.
Ο πατέρας μου άρχισε τότε να κλαίγεται, λέγοντας πως ήμαστε φτωχοί άνθρωποι, πως δεν φτάνουν για πολλά οι δυνάμεις μας (του άρεσε πάντα να ομορφαίνει το λεχτικό του) και γενικά προσπαθούσε ν’ απαλύνει τη διάθεση του σχολάρχη.
-Καλά, ας έρθουν αύριο να τους βάλω να γράψουν, είπε στο τέλος, για να τον αφήσουμε ήσυχο, φαίνεται…
Την υπόλοιπη μέρα αρχίσαμε να κοιτάμε για σπίτι. Στο χωριό εκείνο δεν είχαμε ούτε συγγενή, ούτε γνωστό, έπεφτε ζερβά για μας, και το χώριζε βουνό απ’ το δικό μας. Ρωτώντας όμως από δω κι από κει, έφτασε στο τέλος σε κάποιον Χρίστο Παπανικόλα, που κάθονταν στην άκρη του χωριού, δεξιά. Μίλησαν μαζί, παζάρεψαν κάμποσο, τα ’παν έτσι κι αλλιώς, με αποτέλεσμα να καταλήξουν σε κάποια συμφωνία. Ναι, θα με κρατούσαν σπίτι τους, αλλά με τον όρο να τους φκιάσει ο πατέρας μου (που ήταν τεχνίτης πολύμορφος) μια πόρτα και κάτι παράθυρα. Έλειπαν τα κουφώματα απ’ την πρώτη κάμαρα του σπιτιού του, της εισόδου να πούμε, και δυσκόλευαν την οικογένεια που αναγκάζονταν να συγυρίζεται μονάχα σ’ ένα δωμάτιο, το εσωτερικό.
Δεν ξέρω τι είπαν, ούτε τι συμφώνησαν οριστικά. Μα ολοένα κουβέντιαζαν και κανόνιζαν τη σύμβασή τους, όπως όταν πρόκειται να πουλήσεις ένα γελάδι ή να κάμεις μια σπουδαία αγορά.
Ο ξένος εκείνος άνθρωπος, που φαινόταν από τότε ηλικιωμένος, με άσπρα μαλλιά και άκοπα γένια, προσπαθούσε στη συζήτηση με τον πατέρα μου να πετύχει πιο πολλά. Μα κι ετούτος δεν ήταν κανένας που μπορούσες να τον φέρεις εύκολα τούμπα. Με μαστοριά, με διπλωματία, μ’ ελιγμούς επιδέξιους, αναπτύσσοντας πολυλογία, προβάλλοντας επιχειρήματα, κοίταζε να κόψει απ’ τον άλλον ό,τι μπορούσε.
Πάντως θα κουβαλούσαμε εμείς «γέννημα» (καλαμπόκι), φασούλια, τραχανά και λίγη αρτυμή[29]. Οι νοικοκυραίοι θα μου ζύμωναν και θα μαγείρευαν, δηλαδή θα έτρωγα μαζί τους. Κι ο πατέρας μου θα τους μαστόρευε τα πορτοπαράθυρα απ’ τον άλλο μήνα που θα άρχιζε το σκολειό. Τα μερεμέτια και το νοίκι, τουλάχιστο στην αρχή, θα ’ρχονταν ίσα ίσα.
Αλλά το κυριότερο ήταν να μπαίναμε στη δευτέρα τάξη. Από κει ξεκινούσαν όλα τα σχέδια, χωρίς αυτό ήταν ανώφελη κάθε συμφωνία.
Παρ’ όλη τη συγκίνηση που νιώθαμε γι’ αυτήν την πρωτογνώριστη δοκιμασία, δε σαστίσαμε ωστόσο την άλλη μέρα, όταν μας έβαλε ο δάσκαλος να κλίνουμε στο χαρτί ονόματα της τρίτης κλίσης, ίσως και κανένα ρήμα, να προσθέσουμε συμμιγείς αριθμούς, αν όχι και κλάσματα. Μπορεί να έτρεμε λίγο το χέρι μας, αλλά το μυαλό δούλευε καλά. Τα γράμματα έβγαιναν απ’ την άκρη της πένας στρογγυλά, ευανάγνωστα, καλλιγραφικά, κι ήταν το σπουδαιότερο κεφάλαιο που είχαμε να παρουσιάσουμε σ’ εκείνο το ξένο χωριό, στον άγνωστο εξεταστή μας. Και στην ορθογραφία, το ξέραμε, ήμασταν δυνατοί, κι ούτε άλλο λάθος μπορούσε να μας ξεφύγει.
Ο πατέρας μου καθόταν παραέξω, απάνω σε μια πέτρα, καπνίζοντας και περίμενε τ’ αποτελέσματα μ’ εμπιστοσύνη για μας.
-Ε, τι καταλαβαίνεις, κύριε σχολάρχα; (ήταν μυστήριο πώς τα πετύχαινε και δε λάθευε στις εκφράσεις του.)
Στο ερώτημα αυτό ο σχολάρχης δε θέλησε πάλι να τον σιγουρέψει μ’ ένα ναι. Είχαμε δει πως έριξε μια ματιά στις κόλλες μας, που τις είχαμε παραδώσει σχεδόν ταυτόχρονα, μαντέψαμε απ’ το βλέμμα του πως έμεινε ευχαριστημένος, αλλά φυλάγονταν ακόμα να δώσει την έγκρισή του, να ξαποφασίσει κι ο πατέρας.
-Δεν ξέρουν αρχαία, είπε, δεν ξέρουν ρήματα. Πώς θα προχωρήσουν;
Αχ, αυτά τ’ αρχαία, τα ρήματα! Τόσον καιρό τ’ ακούγαμε κι ήταν ο εφιάλτης μας. Εκεί στο χωριό οι δάσκαλοί μας, πανάθεμά τους, δε μας έκαμαν λέξη απ’ αυτά. Και να τώρα που γίνονταν εμπόδιο στην πρόοδό μας.
-Έπρεπε ν’ αρχίσουν απ’ τους μύθους του Αισώπου, συνέχισε ο σχολάρχης μιλώντας γι’ αυτά όπως ένας μαραγκός για τα σύνεργά του. Πώς θα μπορέσουν να παρακολουθήσουν απ’ ευθείας Ξενοφώντα; -δευτέρωσε το χτύπημά του.
Ο πατέρας μου είχε σκύψει το κεφάλι του τώρα. Αυτά τα ονόματα είχαν πέσει απάνω του σαν ασήκωτα βουνά. Φαινόταν συλλογισμένος, περίλυπος. Μα κι ο σχολάρχης, που θα ’ταν αρκετά ψυχολόγος, δεν άργησε να καταλάβει πως αυτή η επιμονή του πατέρα μου είχε βαθύτερη ρίζα. Φτωχός άνθρωπος, σου λέει, ξεκινημένος απ’ τα κείθε χωριά, δεν το ’χει σε τίποτε και να τα πάρει πίσω τα παιδιά του. Είχε αρχίσει κιόλας να μη μας ξεχωρίζει τον έναν απ’ τον άλλον.
Σκεφτόταν ο πατέρας μου, σκεφτόταν κι ο σχολάρχης. Το σχολείο έχει ανάγκη από μαθητές, οι τάξεις χρειάζεται να ενισχυθούν με ανθρώπινο υλικό. Δε συμφέρει να διώχνουμε παιδιά που μας έρχονται από ξένα χωριά. Άμα μείνει στάσιμος ο αριθμός, μπορεί να μεταφέρουν αλλού την έδρα. Ώρες είναι να δώσουν κανένα φύσημα για τα Ντερβίζιανα. Κι εκεί πέρα είναι κλέφτες, μαχαιροβγάλτες, Λάκκα-Σούλι σου λέει ο άλλος. Τι τα θέλεις, τι τα γυρεύεις;
Αυτές είναι οι σκέψεις που δανείζω αυθαίρετα του δασκάλου –τώρα μεγάλος- αλλά ίσως να μην απέχουν και πολύ απ’ την αλήθεια. Ένας άνθρωπος με ανάγκες, μ’ εξαρτήσεις, δεν μπορεί να ’ναι τόσο επίσημος, τόσο ιδανικός όσο δείχνεται στα μάτια άγουρων παιδιών. Κι εμείς τότε τον βλέπαμε το σχολάρχη σα θεό, η τύχη μας κρέμονταν από μια λέξη του μονάχα.
-Θα ιδούμε τέλος πάντων, είπε ξανά στον πατέρα μου. Θα κοιτάξω καλύτερα και τα γραπτά. Εγώ τα βάζω και στη δευτέρα, δε με πειράζει, αλλ’ αυτά θα κουραστούν, μη μετανιώστε αργότερα…
Ω, μπορούσε να το δώσει και γραφτό ο πατέρας μου. Τέτοια παιδιά σαν εμάς δεν είχαν καθόλου σκοπό να κουραστούν, ούτε θα μετάνιωνε κανένας ποτέ∙ να ’ταν ήσυχος γι’ αυτό.
-Μονάχα η αφεντιά σου κάμε το καλό κι εμείς είμαστε από κείνους που θα στο γνωρίζουν, τον βεβαίωσε με φωνή που έτρεμε, σχεδόν έτοιμος να δακρύσει, μισό από συγκίνηση, μισό από ηθοποιία.
Ο σχολάρχης, τι να ’κανε, λύγισε στο τέλος.
-Σύρτε τώρα στο χωριό σας, μας είπε, και σε δέκα δεκαπέντε μέρες να ’ρθετε πίσω.
Ήταν μια έμμεση αποδοχή, πώς να μας μιλούσε καθαρότερα. Ο πατέρας μου συγκινημένος θέλησε να του προσφέρει τον καπνό της σακούλας του –ήταν απ’ το καλό, λέει, χαβανίσιο[30]- μα ο σχολάρχης δε δέχτηκε την προσφορά, με τη δικαιολογία πως δεν κάπνιζε.
-Καλά, ξέρουμε το χρέος μας εμείς, έδωσε ο πατέρας μια αόριστη υπόσχεση, από κείνες που ξεχνούσε ύστερα να εκπληρώσει.
Αποχαιρετήσαμε το μελλοντικό δάσκαλό μας και ξαναπήραμε το δρόμο του γυρισμού. Τα πόδια μας είχαν γίνει αλαφρότερα τώρα κι ο πατέρας μου, χαρούμενος για την επιτυχία της αποστολής του, σφύριζε κάπου κάπου στη στράτα, όπως πολύ σπάνια το συνήθιζε.
Ήταν ικανοποιημένος πολύ απ’ τον εαυτό του, απ’ το έργο που είχε καταπιαστεί.
Ορίστε που κατάφερε να μας βάλει στην τάξη που ήθελε. Να που ξεκινούσε πρώτος αυτός παιδί του για το ελληνικό σχολείο. Και του χρόνου, τον άλλον, θ’ ακολουθούσαν το παράδειγμά του ένας, δυο, τρεις ακόμα απ’ το χωριό. Ένιωθε πως πρωτόκανε στον τόπο μας μια δοκιμή, μια δύσκολη απόπειρα, σαν έναν που φέρνει απ’ αλλού και φυτεύει για πρώτη φορά ένα νέο σπόρο και τον παιδεύει η λαχτάρα –θα πιάσει, δε θα πιάσει.
Πώς θα τα ’βγαζε όμως πέρα μ’ αυτή την κουτουράδα που αρχινούσε; Ο πατέρας μου λογάριαζε και τη δεκάρα, όπως όλοι οι χωριάτες που χύνουν ίδρωτα, ώσπου να πιάσουν κανένα λιάνωμα και το τσιμπιδώσουν ύστερα στα δάχτυλά τους. Αυτός ο παντοδύναμος, που τον έψελνε κάθε Κυριακή με κατάνυξη, χωρίς να παίρνει απ’ τους παπάδες ούτε μια λειτουργιά, αυτός ο πολυεύσπλαχνος θα φρόντιζε να του φυλάει γερά τα ποδάρια, που ήταν πια το μέσον βιοπορισμού του, για να ταΐζει τόσα στόματα, να κάνει και μένα άνθρωπο της προκοπής.

-Ξέρετε κάτι, θέλησε να μας ανακοινώσει, όταν ζυγώναμε πια στο χωριό.
Τον κοιτάξαμε ερωτηματικά.
-Ο δάσκαλος που θα ’χετε, αυτός ο σχολάρχης, είναι γύφτος! Μείναμε και οι δυο με το στόμα ανοιχτό.
-Ναι, γύφτος απ’ την Καλούτσιανη, που θα την έχετε ακουστά. Κοιτάξτε όμως τι άνθρωπος γίνηκε απ’ τα πολλά γράμματα. Ανοίξτε τα μάτια σας κι εσείς, αν θέλετε να φάτε ξαπόσταγα[31] ψωμί. Αυτό έχω να σας ειπώ.
Δεν πα να ’ταν γύφτος κι οβριός ακόμα! Για μας ήταν ο σχολάρχης, ο πρωθιερέας της νέας μας θρησκείας. Και ανυπόμονοι, μόλις φτάσαμε στο σπίτι μας, προδικάζοντας από τώρα το αποτέλεσμα, πήραμε τα παλιά τετράδιά μας και γράφαμε αράδα, ακατάπαυτα, σα μεθυσμένοι, κάτου απ’ τ’ όνομά μας:«Μαθητής του Σχολαρχείου».
Ήταν σαν τα γαλόνια που φοράει κανένας όλο καμάρι, πριν τυπωθεί ακόμα η προαγωγή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.



--------------------------------------------------------------------------------

[20] βαρελάς
[21] δυνατότητα, ευκαιρία
[22] στενό ορεινό πέρασμα
[23] πυκνό άγριο δάσος
[24] τρούλος
[25] θαυμάζω, απορώ
[26] ορεκτικό
[27] αυτός που καρφώνει τα λεφτά, τσιγκούνης
[28] κουράγιο
[29] μη νηστίσιμο φαγητό
[30] κομμένος στο χαβάνι, καπνοκοπτικό μηχάνημα
[31] ξεκούραστα

ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΟΙ ΣΤΑ ΚΑΤΣΑΝΟΧΩΡΙΑ


Πόσο μας κακοφάνηκε όταν πρωτοφύγαμε απ’ το χωριό, απ’ το μαχαλά μας, εγώ κι ο Νάκος της Λένως, ο συμμαθητής μου! Ο πόνος μας ήταν αβάσταχτος, γιατί πρώτη φορά θα λείπαμε απ’ τα σπίτια μας καιρό. Θα μας άφηναν σε ξένους ανθρώπους που μήτε τους γνωρίζαμε ως τότε, κι εκείνοι θα μας έκαναν πια ό,τι θέλαν. Έτσι τουλάχιστο μας φαινότανε τώρα στην αρχή.
Από μέρες μας σύνταζαν[vii][32] οι μανάδες μας για το ταξίδι, που τόσο ποθούσαμε και που τόσο μας πίκραινε τώρα. Μας είχαν έτοιμα καινούρια τσουράπια και μάλλινες φανέλες, να μην κρυώνουμε. Μας είχαν πλύνει τα σκουτάκια[viii][33] μας, δυο αλλαξιές, να μην ψειριάσουμε στα ξένα. Μας ετοίμασαν κι από ένα καλύτερο, πιο σοβαρό σακούλι, όχι σαν εκείνα τα παιδιάτικα τσατσούλια με τον άσπρο σταυρό και τα κεντίδια απ’ την όξω μεριά. Κι είχαν φυλάξει για την ύστερη ώρα, να μας στουπώσουν[ix][34] στον τορβά, να μας βάλουν στη χούφτα, για να τα ’χουμε στο δρόμο και να ξεχνάμε τον καημό μας, δώρα φτωχικά, βλογημένα, από κείνα που έδινε το χώμα, τα κλαριά μας: ψημένες πατάτες, διαλεχτές καρύδες, μυρουδάτο κυδώνι, κοκκινόφλουδο ρόϊδο –γλυκό ή κρασάτο-, σύκα λιασμένα και καμιά συκομαΐδα[x][35]. Μας είχαν εξαιρετικά εκείνη την ημέρα για πρωινό και το φαΐ που αγαπούν ξέχωρα τα χωριατόπουλα: τηγανισμένα αυγά –και μαζί μ’ αυτά, στο καπάκι, γάλα «κορφή», αβάρετο ακόμα. Όλα τα καλούδια βρέθηκαν για μας κείνο το πρωί μα εμάς δε μας κατέβαιναν οι χαψιές απ’ το λαιμό, δεν έφτανε το φαΐ στην καρδιά μας (όπως λέγαμε ακόμα, μαζί με τους άλλους, την κοιλιά). Μας έρχονταν κάτι σα λιγούρα, ένας κόμπος μας είχε πιάσει το λαρύγγι.
-Φάε, καλό μου, παρακαλούσε αποπάνω μου η μάνα με όψη θλιμμένη.
-Αποφά’ το, μη σόρθει νέκρα στη στράτα, μ’ ορμήνεψε κι η βάβω, που έβλεπε τον πρώτο αγγονό της ν’ ανοίγει φτερά, να φλεκαράει[xi][36] από τόσο νωρίς.
-Άιντεστε, μη φέρνετε γύρα! Θύμιζε απ’ τη γωνιά κι ο πατέρας τρίβοντας τα μάτια του, επειδή δεν είχε χορτάσει τον ύπνο.
Από κει που κάθονταν, μπροστά στη φέξη, είχε λύσει τη σακούλα του και μέτραγε τα λεφτά, κανονίζοντας τι θα μου έδινε να πάρω. Το νοίκι το ’χαν συμφωνήσει πέντε δραχμές το μήνα, μα θα το πλήρωνε απ’ την πρωτοχρονιά και πέρα: τέτοια ήταν η συμφωνία που είχε κάμει ο πατέρας μου με τον Κατσάνο. Στο μεταξύ θα ’ρχονταν κι ο ίδιος ως τον άλλο μήνα, να του μερεμετίσει εκείνα τα πορτοπαράθυρα. Τώρα όμως δεν ευκαιρούσε να λείψει απ’ το ταχυδρομείο. Αυτή τη φορά θα με συνόδευε η μάνα κουβαλώντας καμιά κοσπενταριά οκάδες αλεύρι μ’ ένα τσόλι για στρώσιμο και μια βελέντζα για σκέπασμα, όλ’ αυτά φορτωμένα στη ράχη της, τέσσερες πέντε ώρες δρόμο. Μαζί μας θα ’ρχονταν κι η Γιωργιτσούλα της Λένως, μ’ άλλο τόσο φορτίο (παρά την τρυφερή της ηλικία), καθώς κι ο ίδιος ο Γιωργάκη Μάνθος, ο πατέρας των δυο παιδιών, επίσημος συνοδός ή οδηγός μας, που θ’ άφηνε για καναδυό μέρες άφκιαστα τα ξυλάγγεια του ενός και του άλλου, για να κατευοδώσει και να σιγουρέψει το μόνο του γιο. Δε θ’ άφηνε ποτέ τις ρουπακιές[xii][37] του Κακολάγκαδου ο μπαρμπα-Γιωργάκης, φυγόκοσμος από φυσικού του, μα έπρεπε να πάει τώρα μοναχός του ως το Καλέντζι, για να τα συμφωνήσει από κοντά με τη γριά Καρανίκω, τη μάνα της γειτόνισσάς του της Γιαννούλη Μπανώραινας, που με δική της σύσταση γινόταν τούτη η προξενιά, να κάτσει δηλαδή ο Νάκος, σαν οικότροφος να πούμε, κοντά στη γερόντισσα.
-Άιστε, φωνάζουν από πέρα, μας παρακίνησε για το ξεκίνημα κι η βάβω, ακούγοντας τη Γιωργιτσούλα της Λένως να μας κράζει απ’ τ’ αυλάκι, αχάραγα ακόμα.
Αποχαιρέτησα τους δικούς μου κι όλοι μου δώσαν το χέρι τους, εξόν απ’ τη βάβω που αυτή, σα γεροντότερη, έλαβε την οικειότητα να με φιλήσει στα μάγουλα, έτοιμη πια να δακρύσει. Με είχε φυλαμένο στην αγκαλιά της, όπως έλεγε, και μ’ αγαπούσε καλύτερα απ’ τα παιδιά της. Κάθε βράδυ μ’ έπαιρνε και κοιμόμουν κοντά της, με τα πόδια προς το μέρος της φωτιάς, κάτω από κείνο το μισοκαμένο καταχυτό[xiii][38] της σκεπής που απορούσα και τρόμαζα πώς μπορούσε να βαστάει τις βαριές πλάκες κι όμως τα χρόνια περνούσαν κι η στέγη δεν έπεφτε να μας πλακώσει. Τόσο πολύ είχα συνηθίσει τη γιαγιά μου, που εκεινής θα τα ’λεγα όλα, ό,τι στενοχώρια και να με βασάνιζε, ξέροντας πάντα πως αυτή θα μου έβρισκε το γιατρικό, θα με παρηγορούσε με τα γνωστικά της λόγια. Τώρα στο χωρισμό λοιπόν τη βάβω μου συλλογιόμουν περισσότερο απ’ όλους, μα ήμουν βέβαιος πως κι εκείνη με πόναγε, μ’ ένιωθε καλύτερα απ’ όλους.
-Εκεί που θα πας να τρως, να μη ντρέπεσαι! με συμβούλευε ως την τελευταία στιγμή, γιατ’ ήξερε το ντροπαλό φυσικό μου.
Πήραμε ξανά τον ατέλειωτο δρόμο με τις κακοτοπιές και τις ανηφοριές του και κάνοντας στάση σε κάθε αγνάντιο, μπροστά εμείς τ’ ανάλαφρα παιδιά, πίσω οι φορτωμένες γυναίκες, ανάμεσά μας ο αμίλητος Γιωργάκη Μάνθος βαστώντας κι αυτός ένα σκέπασμα στην πλάτη, περάσαμε την απόφοβη Πλάκα με το γκρεμό αποκάτω, έχοντας όλο το νου μας μη μας κυλήσουν απ’ την κορφή καμιά κοτρώνα τα γίδια του Τσελίκη, φτάσαμε στη Μεράντζα, διαβήκαμε τις Ουρσίδες, ριχτήκαμε πέρα στις Μηλιές κι ύστερα πήραμε την κατηφορική πετρόσπαρτη Λαγκάδα, που θα μας έφερνε κάτου στον κάμπο του Καλεντζιού. Ξεφορτώσαμε στα σπίτια όπου θα μέναμε, κάναμε την εγγραφή στο σχολαρχείο (για τη δευτέρα του ελληνικού, καθώς είχε ζητήσει ο πατέρας μου), κι αφού ξεπροβοδίσαμε την άλλη μέρα τους δικούς μας, τα τελευταία πρόσωπα που μας μέλλονταν να ιδούμε απ’ τον αγαπημένο μας τόπο, με δυσκολία κρατώντας τα δάκρυα, όλο χολή και σκασίλα για το χωρισμό, σα να ’χαμε ξενιτευτεί στα πέρατα του κόσμου, στη Βλαχιά ή στην Πόλη ή στην Αμερική, μείναμε μόνοι μας πια, με τη μικρή μας καρδούλα, μέσα σε μιαν άγνωστη χώρα.
Όλα εδώ πέρα ήταν αλλιώτικα. Οι άνθρωποι μας φαίνονταν ξένοι πεντάξενοι, το ίδιο και η «κρίση[xiv][39]» τους, ο τόνος της ομιλίας τους, που δυσκολευτήκαμε αρκετά να τον συνηθίσουμε. Μιλούσαν κάπως βαριά, πιο ηχηρά, πιο επίσημα από μας. Οι γυναίκες φορούσαν κόκκινες φούστες κάτω απ’ τα ντρίλινα[xv][40] φουστάνια τους. Κι οι άνδρες είχαν στο κεφάλι καπέλα (τραγιάσκες) και παντελόνια όλοι τους, κανένας σκούφια και σαλβάρια όπως σ’ εμάς. Είχαν γίδια και δίναν κάθε πρωί στον τσοπάνο, στο Δόση το βλάχο, που τ’ ανέβαζε αντίκρυ στις ομαλές ραχούλες, τις ήμερες πλαγιές του Ξεροβουνιού. Μονάχα όποιος είχε πρόβατα, τα φύλαγε μοναχός του, στην άκρη του κάμπου γύρω απ’ τα χωράφια. Κι αυτός ο κάμπος, που αρχίζοντας απ’ τα σπίτια απλώνονταν πέρα ως τη ρίζα του βουνού, ήταν κάτι που κυριαρχούσε επιβλητικά, ολημέρα, στα μάτια μας. Εμείς ένα δυο χωράφια είχαμε όλα όλα στο χωριό που να παρουσιάζουν κάποια επίπεδη επιφάνεια, δυο με τρία στρέμματα το πολύ, όλος ο άλλος τόπος έδειχνε πλαγερός, δίχως κανένα ίσιωμα, ούτε για δείγμα.
Έπρεπε να περάσουν μέρες και βδομάδες για να συνηθίσουμε στον καινούριο κόσμο, να προσέξουμε ένα ένα τα παράξενά του. Ένα άλλο που ξέχασα να σημειώσω απ’ την αρχή, ήταν και το πύκνωμα των σπιτιών. Τα ’βλεπες όλα μαζί σχεδόν, μ’ ένα μικρό χώρισμα ή ρούγα μεταξύ τους, έτσι που να φυλάγουνται τόνα με τ’ άλλο σε ώρα ανάγκης όχι ξώμακρα και ξεμοναχιασμένα σαν τα δικά μας. Κι οι ρούγες τους ήταν κανονικές, μπορούσες να περπατήσεις ακόμα και στο σκοτάδι, χωρίς να σκοντάφτεις κάθε τόσο, ν’ «αντραποδιέσαι[xvi][41]» όπως σ’ εμάς. Κι είχαν στα σπίτια τους τοίχους από γύρω, μαντρότοιχους, με ξερά πουρναρόκλαδα από πάνω ή άλλα αγκαθερά χαμόκλαδα για περισσότερη ασφάλεια τη νύχτα. Ήταν φανερό πως οι Κατσάνοι φοβόταν. Μ’ όλα τα τοιχογύρια τους και τις αυλόπορτες, φοβόταν εκείνη την ανυπόταχτη φυλή των τσοπαναραίων με τα ξέθαρρα πρόσωπα και τους μακριούς τσαμπάδες[xvii][42], με τις ανεμιστές μανίκες και το σελάχι[xviii][43] στη μέση, που κατοικούσαν το καλοκαίρι ψηλά στη ράχη και που δεν το ’χαν σε τίποτε να κάμουν κανένα σεργιάνι ως εδώ νυχτιάτικα, την ώρα που οι φιλήσυχοι νοικοκυραίοι κοιμούνταν προφυλαγμένοι απ’ τ’ αγκαθόφραχτα ξεροτοίχια τους και τ’ άγρυπνα σκυλιά, τα ήμερα όμως σαν κι αυτούς, καθόλου ζαβά[xix][44] σαν τα δικά μας. Ναι, κάνανε πότε καμιά γιούρια[xx][45] ως εδώ, να ξαγοράσουνε κάναν Κατσάνο οι νυχτοπάτες βλάχοι, οι κλέφτες του Ξεροβουνιού. Ξέρανε πως ετούτοι δε γύριζαν αδειανοί απ’ την ξενιτιά, όπου έλειπαν δέκα και είκοσι χρόνια, ούτε πάλι τίποτε χαλαστήδες και χαροκόποι, να τα κάνουν γιάλα σε μια ώρα, απάνω στο πιοτί και στο χορό, σαν τους ανέμυαλους τους Τζουμερκιώτες. Όχι, οι Κατσάνοι είχαν το μυαλό στο κεφάλι τους και μετρούσαν τη δεκάρα που θα ξόδευαν και κανόνιζαν από πριν πού θα πατήσουν και δεν άνοιγαν το στόμα τους χωρίς λόγο και ζούσαν μετρημένα, προφυλαχτικά, χωρίς παίνια[xxi][46] και νταηλίκια[xxii][47], γιατί ο κάμπος που τους έδινε τα καλά του κι η ξενιτιά που τους χάριζε την προκοπή της, αυτά τα δυο γίνονταν οι χειρότεροι οχτροί τους με το να τους έχουν κάμει απόλεμους και κιοτήδες, έρμαια του φόβου τους. Μονάχα ένας ντόπιος, ο Πατερούς, ο μπακάλης, φαίνονταν να ’χει ψυχή, να μη σκιάζεται σαν τους άλλους, γιατί αυτός, καθώς ήταν και χασάπης, είχε αδιάκοπα νταραβέρια με τους κτηνοτρόφους του Ξεροβουνιού κι αφού τους τάιζε δεν τον πείραζαν.
Μα αυτά τα μάθαμε αργότερα, με τον καιρό. Στην αρχή προσέχαμε άλλα, πιο πρόχειρα: πως δεν είχαν βρύση καθόλου, παρά ένα πηγάδι όλο όλο, στο έμπα του χωριού. Από κει έβγαζαν νερό κρεμώντας τις αργανέλες με τα «τάσια», κάτι μετάλλινους κουβάδες, ή τα γνωστά μας μπρακάτσια[xxiii][48]. Και δεν κουβαλούσαν τις βαρέλες οι γυναίκες μοναχές τους, παρά φορτώναν τα «ζωντόβολα[xxiv][49]», που η καθεμιά σχεδόν είχε το δικό της. Εδώ πέρα ο μικρός κάμπος έδινε θροφή και στους γαϊδάρους, γι’ αυτό τους έβλεπες να περνάν αυγή, βράδυ στους δρόμους, μαζί με τα γουρούνια, που εμείς τα κοιτάζαμε μ’ αποστροφή και με κάποιο έμφυτο φόβο, από μακριά, γιατί πρώτη φορά τύχαινε στα μάτια μας τέτοιο ζωντανό.
Όλα τα μελετούσαμε σιγά σιγά κι όλα τα δεχόμασταν παθητικά, γιατί δε νιώθαμε γύρω μας κανένα βοηθό. Οι δικοί μας ήταν πολύ μακριά, πίσω από κείνη τη ράχη την ψηλή, που μας χώριζε σα σύνορο αδιάβατο απ’ το ποθητό μας χωριό. Κοιτάζαμε, κοιτάζαμε, προπάντων το βράδυ, όταν έσμιγε η μέρα με τη νύχτα, και τα μάτια μας θόλωναν, γέμιζαν δάκρυα. Πού είναι η μάνα, η βάβω, να μας καλοπιάσουν με κανένα γλυκόροϊδο, με λίγο «τηγανιστό» κρυφά απ’ τους άλλους, έτσι για «ξορέξια». Η μόνη μας απαντοχή ήταν κάθε ενάμιση δυο μήνες που θα ’ρχόταν οι γυναίκες να μας φέρουν τίποτε πέρα δώθε.
-Τι παιδεύεσαι και κουβαλάς, καψογυναίκα, έλεγε η γριά Λογοθέτω, η γυναίκα του Χρίστου Παπανικόλα, στην παιδεμένη μου μάνα. Αυτό δεν τρώει, όλο διαβάζει…
Δε μου άρεσαν καθόλου οι «πατσάρες[xxv][50]» που έψηναν εκεί σχεδόν κάθε μέρα. Μάζευαν χόρτα του κάμπου που δεν τα διάλεγαν καλά και μύριζαν ύστερα στην πίτα. Η κολοκυθόπιτα εδώ δε γινόταν γλυκιά όπως στο σπίτι μας. Μα και το λάδι που έβαναν δεν ήταν της προκοπής. Αγόραζε ο νοικοκύρης το χειρότερο με «ζιούρα[xxvi][51]» στον πάτο, που μας έκαιγε το λαρύγγι, από κείνο που πουλούσαν στα Γιάννινα μισοτιμής έξω στην Καλούτσιανη. Πήγαινε και το ’φερνε ο ίδιος στη μπούγλα[xxvii][52], για να γλιτώνει τη διαφορά της τιμής, αντί ν’ αγοράζει απ’ το μπακάλη τον Πατερού. Ούτε πυρωμάδες το πρωί έφκιανα τώρα, έφευγα νηστικός για το σκολειό, επειδή το ψωμί τους το κακοζύμωναν, έτσι που δεν τρώγονταν ξερό, ούτε είχα εξάλλου το θάρρος να τους ζητήσω να το πυρώνω στη φωτιά κατά τη συνήθεια του χωριού. Μα και τα φαγιά τους τα ’βρισκα αλλιώτικα, δίχως νοστιμιά.
Μισονηστικός έπαιρνα απόδειπνα τη μάσια[xxviii][53], δίπλα στη γωνιά και πατώντας την τετράγωνη άκρη της στη στάχτη έκανα λαχίδια[xxix][54], το ένα κάτω απ’ τ’ άλλο, σαν εκείνα τα ξερικά χωραφάκια που είχαμε γύρω απ’ το σπίτι μας.
-Τι σου φταίει η στάχτη, μ’ απόπαιρνε ο αυστηρός γέρος, που δυο φορές τη βδομάδα, όταν περνούσε ο ταχυδρόμος, πωλητής συνάμα εφημερίδων, έκανε το μεγάλο έξοδο ν’ αγοράζει από μια «Καθημερινή» αναγαλλιασμένος, γιατί είχε χάσει ο «Γυαλάκιας», ο μισητός του Βενιζέλος, στις εκλογές του Νοεμβρίου. Άσ’ τη μάσια –πρόσθεσε- και πάρ’ το βιβλίο, γιατί σε βλέπω λίγο κοιμισμένον, μου φαίνεται πως άδικα ξοδεύει ο πατέρας σου. Έπειτα , γυρίζοντας στην αγγόνα του την Κωστούλα, ορφανή από πατέρα και με μάνα ξαναπαντρεμένη, που την έστελνε ο γέρος να φυλάει τα πρόβατά του, την απόπαιρνε κι αυτήν, εκεί που καθόταν στη γωνιά:
-Τι έστησες τα ποδάρια σου χάβδα[xxx][55]. Για μαζέψου λιγάκι…
Τα ’λεγε για μένα, που ήμουν αντίκρυ. Μα εγώ δεν άφηνα το μυαλό μου να πάει στο πονηρό. Κι όσο για τα μαθήματα που μου χτυπούσε, αναφέροντας κιόλας με καμάρι –σαν αντίθετό μου παράδειγμα- έναν ανεψιό του, το γιο του αδερφού του του «κουτσού», του παλαβιάρη Κώτσιου Παπανικόλα, που σπούδαζε, λέει, στην Αθήνα κι ήταν μαθές Ριζαρίτης (ο πρώτος με τίτλο που θα δόξαζε όλο το Καλέντζι), ε, όσο γι’ αυτό δεν έχανα καθόλου τον καιρό μου.
Από ξεσυνέρια με τον ξάδερφό μου το Νάκο, από φόβο μην ο ένας περάσει τον άλλον, προπάντων τώρα που καθόμασταν χώρια και δε μπορούσαμε να κάνουμε έλεγχο αμοιβαίο στην επίδοσή μας, αλλά και για να περάσουμε τον πρώτο μαθητή, εκείνον που είχαμε βρει με τους καλύτερους βαθμούς και που ο ίδιος δεν υπολόγιζε ποτέ να τον φτάσουμε στα ρήματα, υπεροχή και κληρονομιά του από την περασμένη χρονιά (την πρώτη του ελληνικού, που να σε τι ξεχώριζε απ’ τη δική μας την πέμπτη) –για όλους αυτούς τους λόγους είχαμε βαλθεί κι οι δυο μας να μάθουμε απέξω τη γραμματική. Πολύ γρήγορα αναπληρώσαμε τις ελλείψεις μας, φτάσαμε τους συμμαθητές μας που τα ’ξεραν από πριν κι όταν προχώρησε ο σχολάρχης στα εις –μι ρήματα, τους είχαμε «διακόψει» όλους, όπως στο χωριό που παραβγαίναμε στο τρέξιμο. Παραβγαίναμε ακόμα και με τον πρώτο μαθητή, τον Κατσάνο, που μας κοίταζε με ζήλια, εχθρικά, σαν παρείσαχτους, περισσότερο για την υπεροχή μας στην καλλιγραφία, αποφεύγοντας με προφάσεις να μας δείξει τις λύσεις των κλασμάτων, όπου θαρρούσαμε, άδικα όμως, από υπερβολική ευσυνειδησία, πως εκείνος τα κατάφερνε καλύτερα από μας.
Η ζήλια μας με το Νάκο, γέννημ’ απ’ το χωριό, συνεχίζονταν ακόμα. Τον ζήλευα εγώ που κάθονταν κοντά στο δάσκαλο, αφού το σπίτι της Καρανίκως ήταν αποκάτω απ’ την αυλή του σκολειού, κι εκείνος του έδινε συχνά τη μικρή του κόρη, ανήλικη και μελαψή, σαν τον πατέρα της, να την παίρνει απ’ το χέρι και να την ξεβγάζει εκεί γύρω, σαν παραμάνα, μια που η μητέρα της έλειπε στα Γιάννενα. Η δουλική αυτή υπηρεσία υποψιαζόμουν πως θα πληρωθεί μ’ ανάλογη εύνοια του σχολάρχη. Μα ο αντίζηλός μου από μέρος του τη θεωρούσε «αγγαρεία», γιατί τον ξέκοβε απ’ τη μελέτη και λογάριαζε (αυτό μονάχα τον έκοβε μέσα σε τόσους άλλους της τάξης μας) πως εγώ στο μεταξύ θα ’χα γίνει ξεφτέρι στο διάστημα.
Μ’ αυτά και μ’ αυτά, κακοτρώγοντας, από το ένα βράδυ στο άλλο μεσημέρι, κοιμούμενοι καταγής, χωρίς πάτωμα, με το νου μας ωστόσο πάντα στα γράμματα, σαν άυλοι ασκητές, βγάλαμε τη χρονιά μ’ επιτυχία στις εξετάσεις, και μάλιστα πήραμε άριστα στο ενδειχτικό. Άμα το ’μαθε ο πατέρας μου πήγε να πετάξει απ’ τη χαρά του.
-Είδες εκεί ο γύφτος, που ’θελε να σας αφήσει στην ίδια τάξη! κατάκρινε το σχολάρχη.
Μα η κατάκριση αυτή κι η λέξη «γύφτος» στο στόμα του είχαν έναν τόνο δικαίωσης για τον εαυτό μας κι ευγνωμοσύνης για το δάσκαλο, που στάθηκε πηγή, εστία του φωτισμού μας.
Περνώντας οι εξετάσεις ήρθαν ξανά οι γυναίκες απ’ το χωριό να κουβαλήσουν στη ράχη τους, σαν τα «ζωντόβολα» των Κατσάνων, τα φτωχικά μας σέγια[xxxi][56] πίσω στο χωριό.
-Να ιδούμε, θα μας τηράξουν καμιά βολά που θ’ αξήνουν[xxxii][57], μας πείραζε η καλόγνωμη, στοργική Γιωργιτσούλα. Θα μας πάρουν κάνα μαντήλι ή θα μας αφήκουν ξεσκούφωτες;
-Στο πρωτιό θα μας βάλουν, στα χέρια θα μας κρατάν! συμπλήρωνε ειρωνικά η μητέρα μου, σα να διάβαζε από τότε, αγράμματη προφήτισσα, στου μέλλοντος την καταχνιά.
Μα εμείς δεν τις ακούγαμε, δε δίναμε σημασία στα λόγια τους, απασχολημένοι να μαζεύουμε στο δρόμο σαλέπι, που φύτρωνε μπόλικο απανώστρατα, γιατί δεν το πείραζαν τα γιδερά, να βγάζουμε το στρογγυλό καρπό μ’ ένα σουφλί, για να λιάσουμε ύστερα όλα τα σπυριά αρμαθιασμένα σε μια κλωστή, να μας βρίσκονται για το χειμώνα.



Ο ΣΧΟΛΑΡΧΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΜΑΘΗΤΟΥΔΙΑ


Τη δεύτερη χρονιά, βλέποντας οι δικοί μου πως είχα κακοπεράσει εκεί που έμενα στα Κατσανοχώρια (και το είδαν αυτό απ’ τ’ αδυνάτισμά μου, όταν γύρισα στο χωριό), αποφάσισαν να μου αλλάξουν σπίτι για καλύτερα. Έφυγα λοιπόν απ’ το Χρίστο Παπανικόλα, τον αγέλαστο γέροντα, το φανατικό βασιλόφρονα, που έπινε την άνοιξη όλο τυρόγαλο – εκείνο που μένει ύστερ’ απ’ το βγάλσιμο του βουτύρου και που εμείς το ρίχναμε στα σκυλιά, να το κλαπακίσουν γλήγορα μες στον ξύλινο «σκύφο[xxxiii][58]»- λέγοντας μάλιστα με καύχηση πως σ’ αυτό χρωστάει τη γεροσύνη του, έφυγα απ’ τη γριά του τη Λογοθέτω, που την πονούσε πάντα η μέση, τα νεφρά, κι έβανε απάνω ένα πυρωμένο κεραμίδι να της περάσει ο πόνος, καθώς κι απ’ την ψηλή ρούσα θυγατέρα τους την Κατερίνη, κοπέλα της παντρειάς, και την παχουλή Κωστούλα, την αγγονιά τους, και πήγα να κατοικήσω στην άλλη άκρη, στο έμπα του χωριού. Εκεί κάθονταν ο γέρο Ντούρος, που παρακάτω βάσταγε κι ένα χάνι, απάνω στο δρόμο. Από κει διαβαίναν αράδα οι πατριώτες μας κι έτσι τον ήξερε ο πατέρας μου, που φρόντισε να με βάλει κοντά του.
Κάθε χινόπωρο, που άρχιζε το σχολαρχείο, εμείς τα ξενοχωρίτικα πιο πολύ απ’ τα παιδιά των ντόπιων, πριν μπούμε ακόμα στα βαριά μαθήματα και στους διαγωνισμούς, είχαμε μια απλήρωτη διασκέδαση, για να μην πω και απόλαψη του στομαχιού, με τις καλεντζίτικες μελικοκιές. Αυτά τα δέντρα εδώ ήταν πολλά και μεγάλα βγάζοντας ολόκληρες κουτσούνες[xxxiv][59] από καρπούς σα μέλι, καθώς δείχνει και τ’ όνομά τους. Αφού είδαμε πως δε μας μίλαγε κανένας κι οι άνθρωποι του χωριού δεν τα γουστάρανε καθόλου, σκαρφαλώναμε κάθε απομεσήμερο και βράδυ στα στρογγυλά κλώνια με τη γλιστερή φλούδα και γεμίζαμε την κοιλιά μας, τις τσέπες μας, με τα μικρά, γευστικά μελίκοκα, που κίτρινα στην αρχή έπαιρναν να «μαυρίζουν», να κλίνουν προς το μπλαβό χρώμα, γινωμένα. Για ν’ αγοράσουμε λίγες ελιές ή χαλβά –την πιο μεγάλη πολυτέλεια που επιτρέπαμε στον εαυτό μας- χρειάζονταν λεφτά. Και τα δικά μας ήταν μετρημένα, ούτε δεκάρα δεν ξοδεύαμε σε περιττά.

Πολλά έχει να διηγηθεί κανείς από κείνη την εποχή. Μα εγώ θα περιοριστώ στα κυριότερα, θα πω λίγα απ’ όλα. Ο σχολάρχης μας ήταν κοντός και παχύς, με μεγάλη φαλάκρα. Φορούσε γαλάζια ρούχα μ’ ένα πανωφόρι σαν από τσόχα και τις Κυριακές ένα ριγωτό παντελόνι. Κάποτε που ήρθε με κακοκαιρία απ’ τα Γιάννινα, είχε φορεμένη αποπάνω του κάπα σαν τους βοσκούς. Το μελαψό χρώμα του δεν ήταν σαν των άλλων γύφτων της γενιάς του, που έκαιγε ο ήλιος του υπαίθρου κι η φωτιά του καμινιού, παρά είχε κάτι το αλλιώτικο, τ’ αρχοντικό, έτσι τουλάχιστο φαίνονταν σ’ εμάς, που τον ακούγαμε όλο προσοχή και σεβασμό, σαν εκούσιοι υποτελείς του, σα δόκιμοι[xxxv][60] μπροστά στο «γέροντά» τους. Αλλά κι εκείνος μας φερνόταν μαλακά, δε μάλωνε, ούτε φώναζε ποτέ χωρίς λόγο. Ήταν ένας άνθρωπος χωρίς νεύρα, που δεν έπινε, ούτε κάπνιζε, και μόνη του αδυναμία είχε το μπόλικο, το λιγδερό φαΐ. Όποτ’ έσφαζαν, φύλαγαν το καλύτερο κομμάτι, άσπρο από το ξύγκι, για το σχολάρχη.
Μαγείρευε μόνος του, στέλνοντας εμάς να του μαζεύουμε ξερά ξύλα, χαμοπούρναρα ή τσιαπούρια (που εδώ τα λέγαν «τσιαπόρια», όπως και το λουκούμι «λακούμι», το κλαδευτήρι «κασάρι» και το κόσκινο –άκου κει- «δραμόνι»!). Πολλές φορές απ’ το παχύ του κρέας έστελνε μ’ εμάς σε μια μικρότερη κατσαρόλα και στη δασκάλα του χωριού, την Κατίνα. Είχε φιλίες μ’ αυτή ο σχολάρχης μας (που η γυναίκα του έλειπε πάντα στα Γιάννινα, από ανημποριά νομίζω, ώσπου πέθανε τον ίδιο χρόνο) και η ίδια συχνά τον επισκέπτονταν στο σχολείο. Όποτ’ έρχονταν η δασκάλα, ξέραμε πως δε θ’ αργήσει πολύ ο σχολάρχης μας να σχολάσει. Θα ’βγαιναν μαζί σεργιάνι ως την Πλαίσια, το άλλο χωριό, δασκαλικό ζευγάρι που κανένας δε μπορούσε να το παρεξηγήσει (όσο κι αν ψιθύριζαν από πίσω τους οι Κατσάνοι), εξόν αν ήταν ο καιρός βροχερός και προτιμούσαν να μείνουν στο μέσα δωμάτιο, πίσω απ’ τις δυο σχολικές αίθουσες, όπου συνεργάζονταν σ’ έγγραφα κι άλλα τέτοια, αδιαπέραστα απ’ την περιέργειά μας.
Μας άρεσε κι εμάς η δασκάλα με την αφράτη σάρκα, με τη στρογγυλάδα του σώματός της, μας άρεσε γιατ’ ήταν το μόνο θηλυκό, και το πρώτο ίσαμε τώρα, που μας μίλαγε γλυκά, πρόσχαρα, τραγουδιστά. Μας έλεγε «ευχαριστώ», όταν της πηγαίναμε το φαΐ και μας φίλευε κανένα λουκούμι. «Ε, άφησέ τα πια τα κακόμοιρα να ξεκουραστούν!», μεσίτευε για μας στο σχολάρχη. Μα κι εκείνος την είχε σε υπόληψη, φαίνεται, τη δασκάλα, γιατί όποτε γινόταν λόγος στο βιβλίο, την ώρα του μαθήματος για ομορφιά, γι’ ανωτερότητα κάποιας ξεχωριστής γυναίκας, ο σχολάρχης δεν ξέχναγε να μας παρομοιάζει: -Να, όπως η διδασκάλισσα Κατίνα που ξέρετε…
Όταν όμως βρίσκονταν με τους πιο μεγάλους, τους πιο οικείους του από μας, φρόντιζε να δικαιολογηθεί πιο σοβαρά:
-Να, αν δεν ήταν κι αυτή η δασκάλα, τι θα γινόμουν, παιδιά μου; Τώρα της στέλνω τα ρούχα και τα περνάει ένα χέρι…
Αυτό ήταν η επίσημη δικαιολογία, η αφετηρία της συναλλαγής τους: το πλύσιμο των ρούχων, ίσως και το σιδέρωμά τους. Από κει γίνονταν και τ’ άλλα, ό,τι γίνονταν τέλος πάντων.
Είναι όμως αλήθεια πως οι κάτοικοι του χωριού δεν έκαναν καμιά ευκολία, ούτε περιποίηση στον καλό μας σχολάρχη. Δεν τον καλούσαν ούτε σε τραπέζι μια γιορτή, γιατ’ ήταν αφιλόξενοι άνθρωποι, χωρίς κοινωνικότητα. Ο σχολάρχης μας έλεγε, όχι βέβαια φανερά, πως δεν αγαπούν ούτε την πρόοδο, αφού είχαν το ελληνικό σχολείο μπρος στην πόρτα τους κι ελάχιστοι έστελναν τα παιδιά τους εκεί. Αν δεν ήμασταν εμείς οι ξενοχωρίτες, ίσως να έκλεινε το σχολαρχείο. Ας είχαν χάρη οι Κατσάνοι στο Λούλη τον πολιτευτή, τον σπουδαίο πατριώτη τους. Αυτός τους έφερε το σχολαρχείο, αυτός φρόντιζε τώρα να φέρει και δημόσιο δρόμο. Μα ο σχολάρχης δεν έμενε ευχαριστημένος απ’ αυτούς. Σ’ εμάς τους ξένους είχε τις ελπίδες του.
-Τώρα τις γιορτές, μας έλεγε, θα θυμηθείτε και το δάσκαλό σας…
Αυτό ήταν υπενθύμιση για φιλοδώρημα. Και του φέρναμε ύστερ’ από τις γιορτές άλλος τραχανά, άλλος λίγο βούτυρο, άλλος δυο τρεις βρασιές φασούλια –τα δέχονταν όλα ο φτωχός δάσκαλός μας.
-Έχει το μισθό του, ας πάρει ό,τι θέλει, λέγαν οι Κατσάνοι αδιάφοροι.
Κι όσοι δεν τον σέβονταν, μουρμούριζαν αδιάντροπα:
-Σα γύφτος χαλεύει[xxxvi][61]…
Εμείς όμως είχαμε και σεβασμό κι αγάπη για το δάσκαλό μας, που τόσο πάσκιζε, τόσο προσπάθαγε για το καλό μας. Έκανε μόνος του μάθημα σ’ όλες τις τάξεις, όλα τα μαθήματα, ακόμα και τα γαλλικά, που παιδεύονταν να τα προφέρει με τις μύτες -«όπως κάνουν τα γουρούνια», μας έλεγε για παράδειγμα. Μόνο στην πρώτη τάξη έβανε κανέναν μεγάλο να διδάξει ή να εξετάσει τα ρήματα. Κι ο Νάκος της Λένως, ο ξάδερφος κι αντίζηλός μου, αξιώνονταν αυτή τη διάκριση συχνά.
Μα ήτανε κι άλλοι κι άλλοι που βρίσκονταν πιο κοντά στο σχολάρχη μας, ομοτράπεζοί του κυριολεχτικά. Πέρσι ήταν ο γιος του Μήτσιου Σέβου, εκείνος ο ξοδευτής κι ο ξεθαρρεμένος που σπαταλούσε τις δεκάρες και τα κοσαράκια με το πλόχερο[xxxvii][62]. Αυτός έτρωγε μαζί με το δάσκαλο, απ’ το ίδιο φαΐ, γιατί πλήρωνε ο πατέρας του για κείνη την πρωτότυπη οικοτροφία. Μα τον πατέρα τον σκότωσαν έξαφνα οι κλέφτες, κάποια απ’ τις πολλές συμμορίες του Ξεροβουνιού, κι ο γιος κόπηκε απ’ το σχολειό. Έτσι έλειψε απ’ τα μάτια μας ένας πειρασμός για σπατάλη, μ’ όλο που εμείς δε σκοπεύαμε ποτέ να τον μιμηθούμε.
Τη θέση του παλιού οικότροφου την είχαν πάρει φέτος δυο αδέρφια διπλάρικα κι απαράλλαχτα μεταξύ τους, τα «Καμαρινάκια», απ’ τη Ζιόριστα, μακριά, πέρ’ απ’ το δημόσιο δρόμο. Αυτά είχαν φαίνεται, εχούμενους γονέους, γιατ’ ήταν σαν θρεμμένα δαμάλια, τετράπαχα, με μούτρο που γυάλιζε, έσταζε αίμα. Μα το μυαλό τους δε σπίθιζε σαν το δικό μας, δεν πετύχαιναν τ’ ανώμαλα ρήματα και τη μέθοδο των τριών όπως εμείς, που παίρναμε λίγο χαλβά (προσέχοντας να ’ναι στο μαγαζί ο γιος του Πατερού, ο συμμαθητής μας, που έβανε απρόσεχτος ή χατιρικά πιο πολύ, μη έχοντας άλλωστε σκοπό να βάλει τις δεκάρες μας στο πατρικό συρτάρι, αλλά να τις παίξει σε λίγο έξω σε καμιά λάκκα με τους άλλους), παίρναμε λοιπόν το λίγο χαλβά μας και γλείφαμε ύστερα και το στράτσο[xxxviii][63], να μην πάει χαμένο ούτε τρίμμα απ’ το πολύτιμο γλύκισμα.
Απ’ τους άλλους συμμαθητές μας, που δεν είχαν την τιμή να τρων μαζί με το σχολάρχη, αλλά κοίταζαν να βρίσκονται όλο κοντά του, ήταν ένας γείτονάς μας, γιος χήρας, απ’ τη Σκλίβανη, «εκ Σκλιβάνης», όπως έγραφε ο ίδιος επιδειχτικά στα τετράδιά του.
-Γιατί «Σκλιβάνης», τον ρωτάγαμε επίτηδες εμείς.
-Όταν η λήγουσα είναι μακρά η προπαραλήγουσα δε τονίζεται! παπαγάλιζε εκείνος, όπως κάναμε όλοι μας τότε, λίγο πολύ.
Αυτός λοιπόν ο Σταύρος –έτσι λέγονταν- ξέκοβε απ’ το μάθημα πολλές φορές, προπάντων όταν αυτό με τη λιακάδα γινόταν στο ύπαιθρο, κι έπιανε απ’ το χέρι τις μικρές του σχολάρχη παστρέβοντας τις μύξες τους ή κι αποπίσω, τη δεύτερη πιο πολύ, που μόλις τότε περπατούσε. Ο καημένος ο Σταύρος περιποιόνταν τις μικρές πιο πολύ απ’ τη δασκάλα, που μήτε τις κοίταζε καν. Μα ο δάσκαλος δεν του έβανε βαθμό παραπάνω, έτσι που ο κόπος του πήγαινε χαμένος. Κι ήταν ακόμα πιο αξιολύπητος, γιατί ήταν αναγκασμένος να σκύβει κάθε τόσο, ενώ δε λυγούσε εύκολα ο σβέρκος του, επειδή όλο έβγαζε κάτι μυξίδια, που του κάκου προσπαθούσε να τα κλείσει με κίτρινες αλοιφές από θειάφι κι άλλες σκόνες.
Άλλος γουστόζος στην τάξη μας ήταν ένας Βλαχάκης απ’ το Φορτόσι. Αυτός, εκεί που άνοιγε τη φυσική, γύριζε πάντα σε ορισμένη σελίδα και διάβαζε σχολιάζοντας το κείμενο:
-Όταν η χορδή, κοινώς πορδή…
Μια μέρα που ο σχολάρχης εξέταζε επανάληψη κι είχε βγάλει το Βλαχάκη, ο συμμαθητής μας ξεχάστηκε, δεν ξέρω πώς, και σε σχετική ερώτηση άρχισε με τη μοιραία φράση, όπως την έλεγε για γούστο σ’ εμάς.
-Γάιδαρε, γάιδαρε! ακούσαμε το σχολάρχη ν’ αγριεύει δίνοντας απανωτά χαστούκια στον άτυχο Βλαχάκη, κατακόκκινο απ’ την τιμωρία κι απ’ τη ντροπή.
Απ’ όλους τους μαθητές που βρήκαμε κει, ένας προπάντων ερχόταν ολοένα κοντά μας, για χάρη της καλλιγραφίας. Ήταν από μια θεόφτωχη οικογένεια, τους Μπαζνουκαίους, που κάθονταν πάνω απ’ το σχολειό. Τα ρούχα του είχαν γίνει κουρέλια και τα δάχτυλα έβγαιναν έξω απ’ τα τσαρούχια. Όμως είχε όμορφο πρόσωπο με γλυκά μάτια και μαύρα μαλλιά με φυσική γυαλάδα. Δεν τον ένοιαζε καθόλου, ούτε φαινόταν να ντρέπεται για τα μπαλώματα που έσερνε απάνω του. Κοίταζε μονάχα να μας «κλέβει την τέχνη», πώς διάολο τα καταφέρναμε να γράφουμε τόσο ωραία, δείχνοντάς μας ωστόσο και τη δική του μέθοδο. Αυτός μας έμαθε να χαράζουμε μια λυγερή ευθεία κάτω απ’ τ’ όνομά μας και καμπυλώνοντάς την ύστερα μαστορικά, να τη γυρίζουμε προς τα πάνω για τον τόνο, σαν το κεφάλι φιδιού που ξεπετιέται μ’ οργή απ’ το κουλουριασμένο του σώμα. Αυτό το σκέδιο της υπογραφής, που γέμιζε σαν οικόσημό μας όλα τα τετράδια και τα βιβλία, το θεωρούσαμε σαν το κορύφωμα της καλλιγραφίας, σαν το μεγαλύτερο κατόρθωμά μας.
Πέρασαν αρκετά χρόνια κι είχα ξεχάσει το συμμαθητή μας. Κάποτε βρέθηκα περαστικός σε κάποια επαρχιακή πόλη και κοιμήθηκα σ’ ένα λαϊκό ξενοδοχείο. Το πρωί μου είχαν αφήσει απέξω στο γραφείο ένα τυπωμένο μπιλιέτο με καλλιτεχνικά στοιχεία: «Ιωάννης Βασδώκας, Αστυνομικός Υπάλληλος». Ήταν εκείνος ο συμπαθητικός καλλιγράφος, που θα πέρασε να με δει και δε θέλησε να με ξυπνήσει. Θα ’χε γίνει χωροφύλακας στο μεταξύ (έτσι θα είδε και τ’ όνομά μου τη νύχτα στα δελτία κινήσεως), αλλά δεν εννοούσε να παρατήσει την αντίληψη της καλλιγραφίας. Γι’ αυτό εξωράιζε το επάγγελμά του –αστυνομικός υπάλληλος.
Ένας άλλος που μας έκανε εντύπωση από μικρότερη τάξη, ήταν κάποιος Κατσής απ’ τη Νίστορα. Δεν τον ξαναείδα από τότε, μα έμαθα πως πήγε κι αυτός στη χωροφυλακή. Φορούσε κάτι τεράστια παπούτσια, αρβύλες του στρατού, που δεν ξέρω πώς τις είχε κονομήσει. Τα πόδια του πλέανε μέσα σ’ αυτές κι εμείς γελούσαμε μαζί του. Εγώ μάλιστα αποτόλμησα να του ξομπλιάσω κι ένα στιχούργημα πειραχτικό, απ’ τα πρώτα που δοκίμασα να κάμω, σε ηλικία δώδεκα –δεκατριώ χρονώ. Δεν το θυμάμαι καθόλου πια, μα ο ήρωας του θύμωσε, επειδή προπαντός τον πείραζαν οι άλλοι, και μ’ ανάφερε μάλιστα στο σχολάρχη.
Μα εκείνος δε με μάλωσε καθόλου, ίσως γιατί με συμπαθούσε για την επιμέλειά μου. Άλλωστε ήξερε πια τις κλίσεις μου αυτές, γιατί κάποτε με τσάκωσε να κάνω κάτι ανάλογο. Μια βραδιά που είχα πάει στην αυλή του Καρανίκα, εκεί μέσα όπου κάθονταν ο σχολάρχης με τους δίδυμους οικοτρόφους του και με τέσσερα παιδιά χωριανά μου (που είχαν έρθει ύστερ’ από μας και που έτρωγαν τις νερουλές τους αλάδωτες φασουλάδες με το ίδιο χουλιάρι, μπορεί από ανέχεια, μα ίσως κι από πρόβλεψη, για να μην κατεβάσει κανένας τους καμιά χουλιάρα παραπάνω), εκεί λοιπόν, μια ώρα που έλειπε ο σχολάρχης, βάλθηκα μόνος μου, μ’ έβαλαν κι οι άλλοι, ν’ απαγγείλω αυτοσχέδια μια διήγηση μισοπραγματική μισοφανταστική, με βάση το «Λήσταρχο Κρικέλα», τον «Υιόν της νυκτός» κι άλλα τέτοια μυθιστορήματα που κατάφερνα ενδιάμεσα να δανείζομαι απ’ το Γιάννη της Παπαδιάς, πρώην αρτεργάτη στο Μοριά και το μόνο κάτοχο (ληστρικής έστω) βιβλιοθήκης σ’ εκείνο το άχαρο, το άψυχο χωριό. Έλεγα λοιπόν απ’ όσα θυμόμουν, έβανα κι άλλα δικά μου, στόλιζα το λόγο, τον ομόρφαινα όσο μπορούσα, κι οι άλλοι μ’ άκουγαν με ύφος φαιδρό, χαμογελώντας λίγο περίεργα, ενώ εγώ ρητόρευα ακράτητος, μεθυσμένος απ’ την ευγλωττία μου, σαν κανένας δικηγόρος.
-Ε, αρκεί τώρα, πηγαίνετε να μελετήσετε! ακούω πίσω μου μια γνώριμη φωνή.
Ήταν ο σχολάρχης μας που είχε μπει αθόρυβα απ’ την αυλόπορτα, χωρίς να τον προσέξω εγώ, και που είχε κάμει νόημα στους άλλους να μη με σταματούσαν, περίεργος ν’ ακούσει: γι’ αυτό εκείνοι, κάπως χαιρέκακα, χαμογελούσαν. Αυτό μόνο είπε και δεν ξάμωσε να με μπατσίσει, όπως έκανε με άλλους που τους έπιανε να παίζουν πενταροδεκάρες, κορώνα ή γράμματα.
Μα εκείνο που μου στοίχισε πιο πολύ στο σχολαρχείο, που μου άφησε για ένα διάστημα ψυχικό τραύμα, ήταν ένα πάθημά μου κοντά στο σχολείο. Εκεί παραπέρα, έξω απ’ το χάνι του Τσιάτσιου, ήταν μαζωμένες πέτρες πολλές που τις είχαν κατεβάσει από παλιά οι βροχές απ’ την απάνω μεριά, και που όλο αβγάταιναν[xxxix][64] με κάθε κατεβασιά. Από κει περνούσε ο δρόμος μας για το σχολειό, και για να μη μας εμποδίζουν στο βάδισμα –προπάντων όμως τον ίδιον, φαντάζομαι- μας έβαλε μια μέρα ο σχολάρχης να τις παραμερίσουμε πετώντας τες από δω κι από κει.
Είχα σκύψει κι εγώ με τους άλλους και σφρουντζουλάγαμε με τα δυο μας χέρια από κείνον τον αμέτρητο πετροσωρό, την αχρείαστη προκοπή του τόπου, όταν έξαφνα ακούμε ένα «όι!» δυνατό και σηκώνοντας το κεφάλι βλέπω τον Κώστιο τον Ράφτη, το ντόπιο αντίζηλό μας με τα κοντά παντελόνια, το γιο του ξενοδόχου στην Πρέβεζα, τ’ αγγόνι του γέρου Βλάχου, του Αμερικάνου, τον άνθρωπο που μας περνούσε στα γαλλικά (γιατί τον βοηθούσε σ΄αυτά το καλοκαίρι ένας μεγαλύτερος ξάδερφός του, μαθητής του γυμνασίου), αυτός λοιπόν βαστούσε τώρα το ’να του φρύδι και ξεφώνιζε απ’ τον πόνο. Με ρίγος σ’ όλο το κορμί μου, είδα τα μάτια όλων να στρέφονται απάνω μου, απάνω στον ένοχο. Εγώ είχα πετάξει εκείνη την καταραμένη πέτρα, εγώ τον βάρεσα στο μάτι από απροσεξία, χωρίς να καταλάβω.
Η εργασία σταμάτησε, ο συμμαθητής μου οδηγήθηκε από δυο χωριανούς του στο σπίτι του κι εγώ πέρασα για δυο, τρεις, τέσσερες μέρες το μαρτύριο να παρακολουθώ από μακριά την κατάστασή του από το πρόχειρο ιατρικό δελτίο που μεταφέρναν οι συμμαθητές του.
-Τώρα το μάτι γαλάζισε, κιτρίνισε… τώρα θα γκαβωθεί, θα πεθάνει… λέγαν αβγαταίνοντας από λογαριασμό τους.
Ένιωθα τον εαυτό μου κακούργο, ήμουν έτοιμος να φύγω, ν’ αρατίσω[xl][65] στα κουτουρού, να χαθώ απ’ τα μάτια ολουνών, να μην ξέρει κανένας το χαμό μου, γιατί έτσι μου άξιζε, αυτό μου χρειαζόνταν. Μα έδωσε ο Θεός κι ο χτυπημένος έγινε καλά, γύρισε στο σχολειό με το μάτι του δεμένο για κάμποσες μέρες, γιατρεμένος με κάτι αυγόπιτες κι άλλα γιατροσόφια. Έτσι τέλειωσε και το δικό μου καρδιοχτύπι. Έτσι είχα τυχερό να βγάλω κανονικά το σχολαρχείο.
Γι’ αυτόν τον άνθρωπο, που πέθανε τελευταία ξαφνικά, χωρίς να τον ξανανταμώσω από τότε, είχα σκαρώσει από τότε ένα τετράστιχο πειραχτικό, που το θυμούμαι ακόμα:
Να τος και ο Κώτσιο Ράφτης

ο μεγάλος μυγοχάφτης,

που πουλεί βρώμικα ψάρια

στης Πρεβέζης τα παζάρια.

Δεν πουλούσε βέβαια ο ίδιος «βρώμικα ψάρια» στην Πρέβεζα, μα ο πατέρας του που διατηρούσε εκεί εστιατόριο. Αλλά το έγραψα έτσι, το συντόμεψα με ποιητική άδεια, από στενότητα χώρου. Ο ίδιος αυτός λόγος με κάνει να μη σημειώσω εδώ και τόσα άλλα από κείνη τη ζωή τη μακρινή σαν παραμύθι.
Γυμναστική ερχόταν και μας έκανε το βράδυ, όποτε δεν έβρεχε, έξω σε μια λάκκα, όλους μαζί κανένα τέταρτο της ώρας, ο δάσκαλος ο Σιαφαρίκας απ’ το γειτονικό χωριό. Κι όσο για εκδρομή, πήγαμε δυο φορές όλες όλες στα δυο χρόνια που μείναμε κει. Τη μια μας ανέβασε ο σχολάρχης στ’ «αρχαία», πέρα στο βουνό. Ήταν κάτι θεόρατα αγκωνάρια, ασήκωτα απ’ ανθρώπου χέρι, που τα ’λεγαν κυκλώπεια τείχη –αυτό μονάχα ήξερε να μας πει. Την άλλη φορά ανεβήκαμε σ’ ένα παρεκκλήσι μες στο λόγγο, εκεί προς το Πάτερο. Κάναμε το σταυρό μας, κάτσαμε λίγη ώρα κι ύστερα ο σχολάρχης μας έβαλε να του μάσουμε από γύρω φουντωτές τσιαπούρες από κλαρισμένα πουρνάρια, που τα ’θελε για τη φωτιά του. Αυτόν το σκοπό είχε, φαίνεται, η εκδρομή μας.
Συμμαθήτριες δεν είχαμε παραπάνω από ’να ζευγάρι. Αλλά δεν είμαι βέβαιος αν έμειναν να τελειώσουν κι οι δυο τους.
Κλείνω το κεφάλαιο τούτο με μια αποκάλυψη που έκαναν οι χωριανοί μου, μαθητές των μικρότερων τάξεων σχετικά με το σχολάρχη μας. Καθώς κάθονταν μαζί του στην ίδια αυλή, μια μέρα που αυτός άφησε την πόρτα του ανοιχτή ή την άνοιξαν εκείνοι κι άρχισαν παράτολμοι να ψάχνουν βιαστικά στα χαρτιά του, μη βρουν τίποτε βαθμούς, πέτυχαν ένα σπουδαίο κελεπούρι: το πτυχίο του σχολάρχη. Το είδα κι εγώ με τα μάτια μου, γιατ’ ήμουν εκεί κοντά και με φώναξαν, να μην χάσω την ευκαιρία.
Κοίταζα το πολυκαιρισμένο, κατακίτρινο χαρτί και δεν πίστευα τα μάτια μου. Το πτυχίο του σχολάρχη μου ήταν ένα απολυτήριο γυμνασίου της Ζωσιμαίας Σχολής, με βαθμό «καλώς 4». Αυτά ήταν όλα όλα τα προσόντα του, μ’ αυτά βγήκαμε φωστήρες κι εμείς. Αν το ξέραμε απ’ την αρχή, μπορεί να ξέπεφτε στην υπόληψή μας. Μα το μάθαμε αργά, τώρα που ήταν αδύνατο πια να ξεγίνουμε από επιμελείς.
Εγώ όμως δεν είχα την τύχη να πάρω πάλι το άριστα της πρώτης χρονιάς. Έχασα ένα βαθμό απ’ το απολυτήριο, επειδή έλειψα παραπάνω από ένα μήνα. Και η αιτία ήταν ο πόνος του αυτιού με τις σιχαμένες συνέπειές του, αυτή η κρυφή πληγή που με φαρμάκωσε από τη ρίζα και δε μ’ άφησε τίποτε να χαρώ.

ΟΙΚΟΤΡΟΦΟΣ ΣΤΟ ΓΕΡΟ ΝΤΟΥΡΟ

Θα ήταν όμως κρίμα ν’ αφήσουμε το σχολαρχείο και τα Κατσανοχώρια χωρίς να γράψουμε λίγα και για το γερο-Ντούρο με τον κύκλο του, όπου πέρασα τη δεύτερη χρονιά μου.
Ο Ντούρος ήταν πασίγνωστος στα Τζουμέρκα, γιατί βαστούσε χάνι πάνω στο δρόμο, κοντά στο πηγάδι του χωριού. Αυτή η ευκολία, το να υπάρχει σιμά το νερό, έκανε τους αγωγιάτες των μερών μας να τον προτιμούν. Ξενυχτούσαν εκεί με τα μουλάρια τους, δένοντάς τα σ’ ένα μικρό υπόστεγο και πλαγιάζοντας οι ίδιοι δίπλα, στο χάνι. Μα κι εκείνο μια καλύβα ήταν, μια χαλκατσούκα[66] με τσατμά[67]. Το ’στησε ο γερο-Ντούρος εκεί, σ’ ένα κλείσμα[68] δικό του, για να περάσει τα κακά γεράματα, τις ανάποδες χρονιές.
Είχε κάμει αντάρτης στα νιάτα του, πέρα στα σύνορα της Αλβανίας και πέρασε, φαίνεται, καλές μέρες. Μα τώρα που έγινε πάππος κι έμεινε προστάτης οικογενείας (ο γιος του ο λοχίας έλειπε στη Μικρασία), τι να κάμει κι αυτός, πώς να βγάλει το ψωμί του, άνοιξε κείνο το χάνι στο έμπα του χωριού, να ’χει νταραβέρι με τους Τζουμερκιώτες. Η αλήθεια είναι πως ταίριαζε ο γερο-Ντούρος με το φυσικό των πελατών του, γιατ’ ήταν κι εκείνος αλέγρος, χωρατατζής, ανοιχτόκαρδος σαν τους περαστικούς του μαγαζιού του.
Για μόνα έπιπλα είχε λίγα σκαμνιά και ανάλογες ψάθες λασπωμένες απ’ τα ποδάρια τους (ήταν οι πρώτες που είδα εκεί στη ζωή μου). Αλλά το κυριότερο εφόδιο του χανιού ήταν η αδιάκοπη φωτιά του. Έκαιγε νύχτα μέρα, για χάρη τόσο της πελατείας όσο και του μαγαζάτορα, που ζέσταινε μ’ αυτήν τα γέρικα κόκαλά του. Κι έβανε κάθε τόσο στη φωτιά το τσαγερό (άλλο μαραφέτι πρωτοείδωτο για μένα), βράζοντας τσάγια που του παράγγελναν ή που τα ’κανε, πιο συχνά, μόνος του και τους τα παρουσίαζε, σχεδόν υποχρεωτικά, γιατί μπορεί να ’ταν χορταστικοί στις κουβέντες τους οι άνθρωποι των Τζουμέρκων, αλλά βάρδα[69] απ’ τη σακούλα τους, που την είχαν κρεμασμένη απ’ το λαιμό, διπλά κομποδεμένη, μέσα στο μπλέτσι, κατάσαρκα, σα φυλαχτό.
Εκεί κατέβαινα κι εγώ τα βράδια, βγαίνοντας απ’ το σπίτι που ήταν λίγο παραπάνω, μες στο χωριό, για να δω τους πατριώτες μου και να μου φύγει ο καημός της πατρίδας. Ο Νάκος της Λένως και τ’ άλλα χωριανόπαιδα δεν πολυέρχονταν εκεί, γιατί κάθονταν μακρύτερα, μα και γιατί απόφευγαν αυτή τη συναναστροφή. Θαρρώντας πως είχαν δημιουργήσει κιόλας κοινωνική θέση μες στο αρχοντικό τάχα Καλέντζι, δεν ήθελαν να τους δουν οι Κατσάνοι –έστω και συνομήλικοί τους- να κάνουν παρέα με χοντροντυμένες, αξέβγαλτες γυναίκες που πέρναγαν για τα Γιάννενα φορτωμένες σαμαροσκούτι[70] και γυρνούσαν στο χωριό με φορτίο πάλι από μαλλιά, που θα τα κατεργάζονταν εκείνες οι δουλευτάρες, για τον ίδιο σκοπό.
Άμα έρχονταν καμιά μαχαλιώτισσα, καμιά γειτόνισσά μας (γιατί δε σόκανε αυτή τη χάρη όποια όποια), έβγαζε απ’ την ποδιά της κανένα καλούδι απ’ το χωριό:
-Πάρ’ το! Μου το ’δωσε η μάνα σου, μου το ’φερε η βάβω σου η Θόδω…
Ήταν μια ζωντανή επικοινωνία με το χωριό, με τον κόσμο που είχαμε αφήσει πίσω απ’ το βουνό και που η νοσταλγία του μας έλιωνε νύχτα μέρα.
Οι Καλεντζίτισσες, ακοινώνητες για μας, λίγο ψηλομύτες, κοίταζαν εκεί στο πηγάδι τις γυναίκες τις δικές μας που κατέβαιναν απάνω απ’ το χαλιά, έχοντας και κανέναν άντρα συντροφιά τους, έστω και λιανόπαιδο, έτσι για τον ίσκιο. Πριν έμπουν στο χωριό, στέκουνταν εκεί παραπάνω και φόραγαν τ’ άσπρα μάλλινα τσουράπια τους, έβαναν στα πόδια και τα τσαρούχια που τα κράταγαν παραμάσχαλα (ή αποπίσω στο σεγκούνι, όσες έπλεκαν στο δρόμο), για να μην τα χαλάσουν στη στράτα και πάει χαμένο το διάφορο της πραμάτειας τους με το σαμαροσκούτι, με δυο μέρες περπάτημα θα χάλαγαν τα πετσώματα[71] και θα ’ρχονταν ίσα ίσα με το κέρδος. Μα εδώ στο ξένο χωριό έπρεπε να τα φορέσουν λίγο, για τα μάτια των Κατσάνων, που δεν έπαυαν ωστόσο τις νύχτες αργά να λεν πίσω απ’ τις αμπαρωμένες τους αυλόπορτες, περίφοβοι και στην ασφάλειά τους, με προσποιητή περιφρόνηση, με κρυφή ζήλεια για τις ατρόμητες γυναίκες των μερών μας:
-Άκου τις Τζουμερκιώτισσες τις ζαρκοπόδαρες[72]! Περπατάν τα μεσάνυχτα μες στα λαγκάδια, σαν τις ξωθιές κι έχουν όρεξη, τραγουδάν κιόλας…
Οι Κατσάνες κρατούσαν μπόζα[73] και δούλευαν μόνο στα σπίτια τους ή στα χωράφια. Δεν ανακατεύονταν αυτές με σαμαροσκούτια και οικακές βιοτεχνίες, γιατ’ είχαν τους άντρες τους που εμπορεύονταν στα παζάρια, δηλαδή έκαναν τον ψιλικατζή, ή δούλευαν πουθενά φουρναραίοι ή τους έστελναν τσέκια απ’ την Αμερική. Οι άντρες τους δεν τις έδερναν αυτές, δεν τις γρουμπάναγαν[74], όπως οι δικοί μας. Και είχαν επιπλέον το δικαίωμα να διατηρούν παντρεμένες το πατρικό τους επώνυμο, που τους έδινε κάποια οντότητα. Η Λογοθέτω που ανέφερα παραπάνω, λέγονταν έτσι γιατί κατάγονταν απ’ τους Λογοθεταίους.
Δεν ήταν διαχυτικοί άνθρωποι, οι Κατσάνοι, δεν έλεγαν αστεία, δεν τραγουδούσαν. Αν και ζούσαν πολύ καλύτερα, πιο άνετα από μας, τους έβλεπες πάντα σκουντούφληδες, κλεισμένους στον εαυτό τους. Δεν χαίρονταν τα καλά τους, υπόφερναν μυστικά. Τους πλάκωνε νυχτόημερα εκείνος ο βραχνάς του Ξεροβουνιού, ο κακός γείτονάς τους. Φοβόταν τους κλέφτες, που καλά καλά δεν τους σκιαζόμασταν ούτε εμείς τα μαξούμια[75]. Και θυμάμαι σχετικά το εξής. Μια φορά, το χειμώνα, που γυρνούσε η παρέα μας στο χωριό, απαντήσαμε πέρα στις Ουρσίδες, στην ερημιά, έναν άνθρωπο. Δεν ήταν συνηθισμένος στρατοκόπος, γιατί κάθονταν παράμερα απ’ το δρόμο, ακουμπώντας σε μια πέτρα και βάσταγε ανάμεσα στα πόδια του ντουφέκι. Αλλά πιο πολύ πρόδινε το επάγγελμά του μια λερή ομπόλια[76] που είχε δεμένη γύρω στο κεφάλι. Περάσαμε από μπροστά του κανταρέλα[77], αρμαθιασμένοι ο ένας κοντά στον άλλον, απ’ τη συναίσθηση του κινδύνου, λέγοντάς του ο καθένας μας ταπεινά, σαν επίκληση σε θεότητα αυστηρή: «Καλημέρα, καλησπέρα…» Εκείνος αδιάφορος στο νταηλίκι του μας ξεκαλημέριασε όλους μια φορά κι εμείς φύγαμε γλήγορα, αδιαφορώντας για ποιον παραλή, για ποιον πραματευτή απ’ τα πέρα χωριά είχε στήσει το στρατοκαρτέρι ο κλέφτης ο Ξεροβουνιώτης.
Μονάχα ο Ντούρος δε φυλαγόταν απ’ αυτούς τους ανθρώπους (ίσως και να ’χε κρυφά πάρε δώσε μαζί τους, όπως ο Πατερούς ο μπακάλης), γιατ’ ήταν κι ο ίδιος κάποτε, όπως είπαμε, άνθρωπος του κλαριού. Εκεί που έδινε το τσάι στον άλλον, τα χέρια του έτρεμαν, απ’ την ηλικία βέβαια. Μα οι Κατσάνοι δίναν άλλη εξήγηση στο γεροντικό του τρεμούλιασμα:
-Ποιος ξέρει πόσα φονικά έκαμε, πόσες γυναίκες ξεκοίλιασε εκεί στο αντάρτικο!
Στην κακεντρέχεια των χωριανών ο γερο-Ντούρος απαντούσε με την αδιαφορία του, ξεκομμένος άλλωστε όπως ήταν απ’ το χωριό, ίσως και αλλόφερτος[78] εκεί σαν ερημίτης στην καλύβα του.
Αλλά δεν ήταν μόνος του στο χάνι. Είχε μαζί, βοηθό του αχώριστο, και τη γριά του, μια κοτσονάτη, αβάρετη[79] γερόντισσα, πολύ νεότερή του (εκείνος θα ’ταν τότε ως εβδομήντα χρονών, μπορεί και παραπάνω). Στη θέση του γιου τους που έλειπε, γι’ αντίδραση και της νύφης που ήταν ψυχραμένοι μαζί της, για ψυχικό τέλος και για στήριγμα ίσως των γερατειών τους είχαν πάρει κάποιο παιδί ορφανό απ’ τα μέρη μας και το ’ντυναν, το πόδεναν, το τάιζαν οι δυο γερόντοι, ετοιμάζοντάς το και για το σχολειό άμα θα ’ρχονταν η ώρα του. Το περιποιόνταν καλύτερα αυτό, μπορεί να πει κανένας, παρά τα ίδια τους τ’ αγγόνια, πολύ μικρότερά του, που σπάνια τούς τα πήγαινε η νύφη στο χάνι να τα δουν. Κοντά στη μητέρα τους, ίσως έβλεπαν ξώκαρδα[80] κι εκείνα τ’ αθώα.
Μα για τ’ ορφανό, το ψυχοπαίδι, που είχε σπλήνα και τρόμαξαν να το γιατρέψουν, για το τυχερό εκείνο φτωχούλικο ήταν όλο καλοπιάσματα και κανακέματα ο γερο-Ντούρος με τη γερόντισσά του.
-Έλα δω, Χριστάκη, του έλεγαν και τον έπαιρνε στα γόνατά του να τον ταρανίσει τραγουδιστά, ο καλός χαντζής με τ’ άσπρα μουστάκια που κατέβαιναν γύρω απ’ τις άκρες των χειλιών και μ’ εκείνα τα μαύρα τσουρέπια[81] που του έφταναν ως τα γόνατα, έξω απ’ το παντελόνι:
Τούμπουρ τούμπουρ τ’ άργανα,

πάει ο Κατής στα Γιάννινα…

Κοντά σ’ αυτόν έπαιρνε η συμπάθειά του κι εμάς τα ξενάκια, που μας είχε πάρει στο σπίτι πιο πολύ από καλοσύνη του παρά για το ασήμαντο νοίκι. Ήμουν εγώ κι ένας άλλος απ’ το χωριό μου, παπαδοπαίδι, που είχε έρθει τη δεύτερη χρονιά, σε μικρότερη τάξη. Όποτε λοιπόν περνούσαμε απ’ το χάνι, μας έδινε κι εμάς κανένα τσάι, χωρίς να του το πληρώνουμε φυσικά. Μας φίλευε ακόμα ο αγαθός γέρος και κανένα σαγάνι[82] νερωτά φασούλια ή φακή, απ’ τα φαγιά που μαγέρευε κάποτε για τους πελάτες του.
-Μη διαβάζετε πάρα πολύ, θ’ αρρωστήσετε, καημένα! μας έλεγε βλέποντάς μας έτσι κιτρινιάρικα και ζαρωμένα.
Μα δεν ήταν απ’ την πολλή μελέτη που είχαμε αυτό το χρώμα. Η νύφη όπου μέναμε, απάνω στο σπίτι και που είχε αναλάβει κατά ένα τρόπο τη διατροφή μας, απέναντι των ειδών που μας έφεραν οι δικοί μας, αμελούσε κάπως τα καθήκοντά της. Απασχολημένη μ’ εκείνα τα μικρά που όλο κλαούριζαν, βλέποντας ίσως πως δεν είχε και καμιά ωφέλεια απ’ τους νοικοκυραίους της, μας άφηνε συχνά χωρίς προσφάι.
-Φάτε από κείνη την πρέντζα που έχετε! μας έλεγε, εννοώντας τη λιγοστή μυτζήθρα μας που φυλάγαμε σε κανένα μαντήλι για ώρα ανάγκης.
Άλλωστε έβρισκε πιο βολικό να μας παραπέμπει στα πεθερικά, ίσως για εκδίκησή τους, ίσως για κοροϊδία μας:
-Σύρτε κάτω στο χάνι, στους γερόντους!
Μα εμείς προτιμούσαμε να μη γινόμαστε φόρτωμα του γέρου Ντούρου.
Κοιμόμασταν σ’ ένα ξέχωρο οντά, απάνω στις ρόκες[83] που έμεναν αξεφλούδιστες χρόνον καιρό κι έβγαιναν τα σκουλήκια τη νύχτα και περπατούσαν στα χέρια, στο λαιμό μας. Εμένα μ’ έπαιρνε γρήγορα ο ύπνος, γιατ’ ήμουν μισοάρρωστος και κουρασμένος. Ο σύντροφός μου όμως αγρυπνούσε, σαν κακός πεθερός:
-Ακούρμα[84] τι γίνεται! με σκούνταγε κι εμένα στο πλευρό. Η νύφη τηγανίζει…
Πραγματικά απ’ το βάθος του άλλου δωματίου, εκεί που λαμπάδιζε η φωτιά, ερχόταν το τζιουτζιούρισμα του τηγανιού και κάποτε η ελκυστική μυρουδιά του. Η ξένη γυναίκα, που έκανε μπροστά μας την ανόρεχτη, περίμενε να κοιμηθούμε και βγάζοντας απ’ τη θουρίδα (εδώ την έλεγαν «πουλίτσα») τα δώρα της μάνας της, αυγά ή άχνη, σταλμένα απάνω απ’ το Πάτερο, με τον ξάδερφό της τον Παντελή, το συμμαθητή μας, τα τηγάνιζε με την ευκαιρία της ή έφκιανε τηγανίτες. Μια φορά ο συγκάτοικός μου, φτάνοντας την αδιακρισία του στο έπακρο, καμώθηκε το διψασμένο, τάχα πως είχε ξυπνήσει απ’ την πολλή δίψα, και ζυγώνοντας στη γωνιά έπιασε τη νύφη απάνω στο κρυφό της έργο. Ντροπιάστηκε αυτή και του έδωσε τρεις τέσσερες τηγανίτες, που τις φάγαμε αμέσως, λαίμαργα στα σκοτεινά.
Αλλά στο μεταξύ εγώ σχετίστηκα στο σχολαρχείο με τον ξάδερφό της τον Παντελή κι αυτό είχε αποτέλεσμα να με πάρει πια με το καλύτερο μάτι η νοικοκυρά μας. Κανένα Σαββατόβραδο ο Παντελής μ’ έπαιρνε μουσαφίρη απάνω στο χωριό του το Πάτερο και τότε η νύφη του Ντούρου έστελνε μ’ εμένα κρυφά στη μάνα της κανένα φαγώσιμο ή, πιο συχνά, δεχόταν από κείνη «καθάριο» αλεύρι, για να φκιάνει μ’ αυτό τις ζηλευτές τηγανίτες της.
Κάποτε μας καλόπιανε για να βοηθούμε στις δουλειές. Άμα σουρούπωνε για καλά, θυμόταν πως δεν είχε πάρει νερό, δεν ευκαιρούσε άλλωστε απ’ την έγνοια των παιδιών. Μας έστελνε τότ’ εμάς με μια τέντζερη δίπλα στη γειτόνισσά της την Κοκκαλίνα με το γιο της το ζουρλό. Θα θέλαμε πολύ να μην πάμε, αλλά δεν μπορούσαμε να κάνουμε κι αλλιώς. Κινάγαμε λοιπόν οι δυο μας, με το σύντροφό μου, και με χίλιους δισταγμούς προχωρούσαμε απ’ τη ρούγα μέσα στη λισιά[85] των Κοκκαλαίων. Ξέραμε πως θα βρούμε εκεί ή τη γριά την Κοκκαλίνα ή την κόρη της την Τούλα, ανύπαντρη μεγαλοκοπέλα, που φύλαγε τις περισσότερες φορές τα γίδια τους πέρα στους γκρεμούς, στην ερημιά, με το ντουφέκι στην πλάτη της, σαν άντρας, σα να μην ήταν Κατσάνα η ίδια (και ίσως το σόι τους να κράταγε αλήθεια απ’ αλλού), μα έρχονταν κάπου κάπου και στο σπίτι η παλικαρού, για ν’ αλλάξει φαίνεται, κατά το συνήθειο των μπιστικών[86]. Μας έβαναν οι γυναίκες νερό και φεύγαμε ήσυχα ήσυχα, όπως είχαμε μπει, τεντώνοντας κιόλας τ’ αυτί μας μη μας πάρει από πίσω ο παλαβός, που ήταν ο εφιάλτης όλων των μαθητών (των ξένων πιο πολύ, γιατί οι ντόπιοι τον είχαν κάπως συνηθίσει), προπάντων όταν έτρεχε μες στο χωριό βρίζοντας και βλαστημώντας, βγάζοντας αφρούς από το στόμα του, ξεραγκιανός και μαυρισμένος, σαν αράπης ή δαίμονας, μ’ εκείνον τον απαίσιο μορφασμό του.
Δε μας πείραζε καθόλου ο τρελός εκείνη την ώρα – γιατί φοβόταν, φαίνεται κι ο ίδιος τη νύχτα-, μα παθαίναμε απ’ αλλού τη ζημιά. Εκεί που ανοίγαμε την αυλόπορτα του σπιτιού μας με τη γεμάτη τέντζερη στο χέρι, ώσπου να περάσουμε στην άλλη άκρη του υπόστεγου, οι γίδες οι κλεισμένες εκεί μέσα μυρίζονταν το νερό και πέφταν απάνω μας, κοντεύοντας να γκρεμίσουν με τα γενάτα μουσούδια τους όχι μόνο το δοχείο παρά κι εμάς τους δυο.
-Σας το ’πιαν πάλι, μωρέ χαντακωμένα! κουνούσε το κεφάλι της η νύφη βλέποντάς μας με την τέντζερη άδεια.
Κι όποιος διψούσε κείνο το βράδυ, κοιμόταν ως το πρωί διψασμένος. Μα αυτό δεν εμπόδιζε τη νοικοκυρά να μας ξαναστέλνει στο Κοκκαλαίικο, στην τρομερή φωλιά του μανιακού γείτονά μας, για νερό.
Πιο καλά το ’χαμε να τραβάμε το βράδυ κάπου στον κάμπο για να φέρουμε τα φορτιάρικα των Ντουραίων, τ’ άλογο με το μουλάρι. Το ένα ήταν ήμερο, μα το άλλο δε στεκόταν. Το παπαδοπαίδι μπήκε καναδυό φορές στο πρώτο, αρχή αρχή, προσφέροντάς μου εμένα το ανυπόταχτο. Εννοείται πως προτίμησα ν’ ακολουθώ από πίσω, πεζός συνοδός του. Μα στο τέλος δεν κρατήθηκα:
-Θέλω να πάω κι εγώ καβάλα στ’ άλογο!
Δεν είχα δοκιμάσει ποτέ στη ζωή μου τέτοιο πράμα και στο κάτω κάτω ίσως να μην ήταν τόσο επίφοβο όσο φαινόταν.
Ο συγκάτοικός μου, βλέποντας που επέμενα, δέχτηκε να μου παραχωρήσει εκείνη τη φορά το ήμερο ζώο. Με βοήθησε κιόλα να καβαλικέψω φέροντάς το κοντά σ’ έναν κορμό φτελιάς κάπως πλαγιαστόν, όπου είχα ανέβει, έτοιμος να πηδήσω στο ασαμάρωτο άλογο. Αλλά μόλις βρέθηκα απάνω του, ο άλλος, θέλοντας να μ’ εκδικηθεί που του στέρησα την ιππασία ή και μονάχα να κάμει γούστο με τον άμαθο καβαλάρη, δίνει μια δυνατή βιτσιά στα πισινά του ζώου, θαρρώ πως το κέντησε κιόλας από κάτω στην κοιλιά.
Φαντάζεστε τότε τι έγινε. Το ζώο σκιάχτηκε, πήρε φόρα δυνατή και χύμηξε μέσα στον κάμπο, με κατεύθυνση ωστόσο προς το χωριό, πηδώντας αράδα τα χαντάκια, περνώντας σύρριζα ή κάτω απ’ τα κλαριά, ενώ εγώ του κάκου περίμενα να σταματήσει, για να πάρω λίγη ανάσα, εκεί που έτρεχα άθελά μου τιναζόμουν απάνω στη ράχη του και μου φαινόταν πως πνιγόμουν, θα μου έβγαινε η ψυχή, ας ήμουν πιασμένος απ’ τη χαίτη του γερά. Και το παπαδοπαίδι από πίσω γελούσε με τη φευγάλα μου, είχε ξεκαρδιστεί στα γέλια για το αστείο που μου είχε σκαρώσει.


ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΕΔΩ:




http://www.politikokafeneio.com/neo/modules.php?name=News&file=article&sid=10053

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου