Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2011

ΣΠΟΥΤΝΙΚ ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ: Μοναχικές μεταλλικές ψυχές


ΣΠΟΥΤΝΙΚ ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ: Μοναχικές μεταλλικές ψυχές

Οι τρεις ήρωες του Χαρούκι Μουρακάμι στο «Σπούτνικ Αγαπημένη» (εκδόσεις Ωκεανίδα) είναι μοναχικές μεταλλικές ψυχές σε τροχιές που δεν πρόκειται ποτέ να συναντηθούν, μέσα στη σιωπή και τη μοναξιά του διαστήματος. Τρεις ζωές άσκοπα περιπλανώμενες - μέχρι να καούν και να γίνουν στάχτη. Η Σουμίρε επιμένει: «Αυτό που θέλω να μάθω είναι ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στο συμβολίζω και το σημαίνω».

ΧΑΡΟΥΚΙ ΜΟΥΡΑΚΑΜΙ

«Έκλεισα τα μάτια και αφουγκράστηκα προσεκτικά τους επιγόνους του Σπούτνικ, που ακόμη και τώρα έκαναν το γύρο της Γης, έχοντας τη βαρύτητα μοναδικό δεσμό τους με τον πλανήτη. Μοναχικές μεταλλικές ψυχές στο αδιατάρακτο σκοτάδι του διαστήματος, συναντιούνται, προσπερνούν η μία την άλλη και χωρίζουν για να μην ξανασυναντηθούν ποτέ πια. Δεν ανταλλάσουν μεταξύ τους λόγια. Δεν δεσμεύονται με υποσχέσεις». Οι ήρωες στο Σπούτνικ Αγαπημένη του Χαρούκι Μουρακάμι, που κυκλοφορεί αυτές τις μέρες στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Ωκεανίδα, φέρουν αμετάκλητα τις ιδιότητες ενός μεταλλικού, κενού περιεχομένου δορυφόρου. Ο αφηγητής Κ, η Σουμίρε και η Μίου είναι σώματα που απέχουν από την πραγματική ζωή, καταδικασμένα σε αέναες περιστροφές γύρω από πρόσωπα και καταστάσεις που επιθυμούν (με πόνο και βογγητό), αλλά με τα οποία ποτέ δεν θα έρθουν σε επαφή.

Δεν ξέρω αν βοηθάει η άσκηση μέσω των συνεχών αναγνώσεων των βιβλίων του Μουρακάμι και όλες αυτές οι συζητήσεις και δημοσιεύσεις που πάντα ακολουθούν τις εκδόσεις του. Όμως το φρεσκομεταφρασμένο Σπούτνικ Αγαπημένη (γράφτηκε το 1999) εξαρχής μου έδωσε την αίσθηση ότι είναι το πλέον εύκολα προσβάσιμο βιβλίο του σημαντικού -για την ακρίβεια super star- Ιάπωνα λογοτέχνη. Ίσως επειδή και εδώ ο πιστός αναγνώστης του θα αναγνωρίσει το εμμονικό γαϊτανάκι των θεμάτων του, την πάντα ζητούμενη συνάντηση του απρόσμενου και εξωπραγματικού με την πιο φυσική κατάσταση, τον αδιέξοδο έρωτα, φορτισμένο με σεξουαλικές εντάσεις που δεν μπορούν να ξοδευτούν. Μα πάνω απ' όλα είναι ο καθησυχαστικά γνώριμος ρυθμός της γραφής του, ο παλμός του λόγου του, συνεπής και αδιάλειπτος μέχρι και την τελευταία γραμμή. « Είτε πρόκειται για μουσική είτε για fiction, το πιο σημαντικό είναι ο ρυθμός» λέει ο ίδιος. «Το στυλ σου πρέπει να είναι καλό, φυσικό, να έχει σταθερό ρυθμό, αλλιώς οι αναγνώστες θα σταματήσουν να σε διαβάζουν. Έμαθα τη σημασία του ρυθμού από τη μουσική, κυρίως την τζαζ. Μετά έρχεται η μελωδία - η οποία στη λογοτεχνία αφορά στη σωστή διάταξη των λέξεων, προκειμένου να ταιριάζουν με το ρυθμό. Αν οι λέξεις ταιριάζουν με το ρυθμό, το αποτέλεσμα είναι όμορφο, smooth. Δεν ζητώ τίποτα περισσότερο...»

Στο Σπούτνικ Αγαπημένη, ο Μουρακάμι γράφει για ένα ερωτικό τρίγωνο καμία κορυφή του οποίου δεν έχει επιστροφή ανταπόκρισης. Γράφει για την εκκωφαντική μοναξιά μέσα σε σώματα που δεν βρίσκουν ικανοποίηση και γίνονται ηχεία απόγνωσης και κυρίως μοναξιάς. Τι δίνει ρεύμα στο μύθο του; Το ανικανοποίητο, όχι μόνο το ερωτικό, αλλά και της ίδιας της ύπαρξης. Στο μάλλον μικρής έκτασης μυθιστόρημα, ο Μουρακάμι μιλά για τον κρυφό πόθο του αφηγητή (είναι δάσκαλος) για τη Σουμίρε (θέλει απεγνωσμένα να γράψει το Απόλυτο Μυθιστόρημα), η οποία ερωτεύεται με πάθος τη γοητευτική Κορεάτισα Μίου (κάνει εμπόριο κρασιών) που μόνο αποστροφή της φέρνει το άγγιγμα. Η άτσαλη και αδιάφορη για την εμφάνισή της Σουμίρε μεταμορφώνεται, γίνεται «μια κανονική Τζέιν Έιρ» και ακουλουθεί τη Μίου σε ένα ταξίδι της στην Ευρώπη με κατάληξη ένα ελληνικό νησί έξω από τη Ρόδο. Μια νύχτα, η Σουμίρε προσεγγίζει ερωτικά τη Μίου για να έρθει αντιμέτωπη με την ευγενική αλλά αποφασιστική άρνησή της. Η Σουμίρε εξαφανίζεται, και ο Κ φτάνει στο νησί για να βοηθήσει στον εντοπισμό της. Ακολουθούν ιστορίες που μένουν μετέωρες, μια μεταφυσική, εξωσωματική εμπειρία που στοιχειώνει, και ένα τηλεφώνημα (όνειρο;) από τη Σουμίρε στον Κ, όταν έχει πια επιστρέψει στο σπίτι του.

Στο μυθιστόρημά του ο Μουρακάμι δεν αποφεύγει να αναφερθεί σε όσους τον έχουν καθορίσει, να τους αποτίσει φόρο τιμής. Κυρίαρχος είναι ο Τζακ Κέρουακ, είδωλο της Σουμίρε που θέλει να γράφει σαν και αυτόν - άγρια, κουλ, χωρίς ηθικούς φραγμούς. Αγαπημένο της απόσπασμα είναι αυτό από το Μοναχικό Ταξιδιώτη, που μιλά για τους εθελοντές δασοπυροσβέστες « Κανείς δεν πρέπει να ζει τη ζωή του χωρίς να περάσει έστω και μια φορά την εμπειρία της ανίας και της μοναξιάς στην ερημιά, εκεί όπου βασίζεται αποκλειστικά και μόνο στον εαυτό του και όπου μπορεί να συνειδητοποιήσει την πραγματική και κρυμμένη δύναμή του». Αυτό το απόσπασμα γίνεται η υπόμνηση σε σχεδόν κάθε φράση των ηρώων - και η αλήθεια είναι πως οι διάλογοί τους είναι πολλοί. Η μοναξιά της ερημιάς του Κέρουακ, όπως συναντιέται με την αφόρητη σιωπή του διαστήματος. «Από εκείνη την ημέρα το όνομα της Μίου για τη Σουμίρε έγινε Αγαπημένη μου Σπούτνικ. Η Σουμίρε λάτρευε τον ήχο αυτών των λέξεων. Της θύμιζαν τη Λάικα, τη σκυλίτσα. Τον τεχνητό δορυφόρο που διέσχιζε σιωπηλά τα σκοτάδια του διαστήματος. Τα σκούρα γυαλιστερά μάτια της σκυλίτσας να κοιτάζουν απ' το φινιστρίνι. Μέσα στην απέραντη μοναξιά του διαστήματος, τι θα μπορούσε να κοιτάζει άραγε το σκυλάκι;» Η σιωπή της μοναξιάς κυριαρχεί στον έρωτα (δεν θα έπρεπε να μοιάζει με ουρλιαχτό λύκου;) της Σουμίρε, ενός κοριτσιού που μεγάλωσε με τον ξερό κρότο του γεμάτου άμμο αέρα πάνω στα παράθυρά της.

Ο λεσβιακός έρωτας. Να ένα θέμα που δεν συναντά κανείς στα βιβλία του Μουρακάμι, μέχρι τώρα. Είναι όμως ένας έρωτας εφηβικός, που κάνει τη Σουμίρε που δεν πόθησε ποτέ κανέναν να σπαρταράει. «Όταν είμαι μαζί της, αυτό το κοκαλάκι στ' αυτί μου αρχίζει να δονείται. Βγάζει ήχους σαν όστρακο στον άνεμο. Και θέλω να με αγκαλιάσει και όλα να πάρουν το δρόμο τους. Εάν αυτό δεν είναι σεξουαλική επιθυμία, τότε αυτό που κυλάει στις φλέβες μου είναι ντοματόζουμο». Όπως συμβαίνει συχνά με τους αφόρητους εφηβικούς έρωτες, η Σουμίρε θέλει να γίνει μια άλλη, θέλει να γίνει η Μίου, να γίνει η «άλλη Μίου», αυτή που χάθηκε χρόνια πριν μέσα από μια αλλόκοτη εμπειρία της, μια νύχτα που εγκλωβίστηκε στη ρόδα ενός λούνα παρκ, βλέποντας απέναντι με τα κιάλια τον εαυτό της να κάνει έρωτα με έναν άντρα που την απωθούσε. Μέσα σε λίγα λεπτά άσπρισαν τα μαλλιά της και ένιωσε λειψή. «Εγώ ήμουν ακόμη σ' αυτή την πλευρά, εδώ. Όμως υπήρχε μια άλλη εγώ, ίσως το άλλο μου μισό, που είχε περάσει στην άλλη πλευρά. Παίρνοντας μαζί του τα μαύρα μου μαλλιά, τις σεξουαλικές μου ορμές, την περίοδό μου, την ωορρηξία μου, ίσως ακόμη και την επιθυμία μου για ζωή. Το μισό που έμεινε είναι το άτομο που βλέπεις εδώ... Δεν είναι ότι κάποιος μου έκλεψε κάτι, γιατί ακόμη υπάρχουν όλα, αλλά υπάρχουν στην άλλη πλευρά. Και αυτό που μας χωρίζει απ' την άλλη πλευρά είναι ένας καθρέφτης. Ένα απλό φύλλο γυαλιού, ένα γυάλινο φράγμα που δεν θα μπορέσω να το διασχίσω ποτέ. Ποτέ». Η ερωτική Μίου, που έβαζε ακόμη και το κουκούτσι της ελιάς στο τασάκι «σαν να έβαζε στίξη στην ποίηση», δεν μπόρεσε ποτέ να δώσει στη Σουμίρε αυτό που πραγματικά επιθυμούσε. Της στέρησε τη δικαίωση της ύπαρξής της, διέγραψε τη θολή ταυτότητα που κατείχε μέχρι τότε. Από τη στιγμή που έμαθε την ιστορία του λούνα παρκ, η Σουμίρε συνειδητοποίησε πως είναι ερωτευμένη -με την ίδια ένταση- με τη Μίου και των δυο πλευρών. Και αυτή η διαπίστωση της προκάλεσε μια βαθιά ρωγμή. «Εάν αυτή η πλευρά όπου βρίσκεται η Μίου δεν είναι ο πραγματικός κόσμος -εάν αυτή η πλευρά είναι στην πραγματικότητα η άλλη πλευρά-, τι συμβαίνει τότε μ' εμένα, το πρόσωπο που μοιράζεται τον ίδιο χωροχρόνο μαζί της; Ποια ακριβώς είμαι εγώ;»

Όταν η Σουμίρε χάνεται στο ελληνικό νησί με τις αλλόκοτες μουσικές, αναδύεται μέσα από το ρυθμό του Μουρακάμι το άλλο σημαντικό σημείο αναφοράς του. Ο Αντονιόνι και δη η ταινία του L' Avventura, όπου η Άννα χάνεται μια βραδιά σε ένα μικρό νησί της Μεσογείου. Άλλωστε οι γυναικείες μορφές που εξαφανίζονται είναι τόσο γνώριμες στα κείμενα του Μουρακάμι - όπως έγραψαν οι «New York Times», οι γυναίκες εξαφανίζονται στα μυθιστορήματα του Μουρακάμι πιο συχνά απ' ό,τι στη σκηνή του Ντέιβιντ Κόπερφιλντ. Τα μαθηματικά του Μουρακάμι είναι αυτά: η απροσμέτρητη μοναξιά, το «αδειανό καβούκι» του έρωτα, η αμηχανία της σιωπής, το εύθραυστο υλικό της ταυτότητας. Σαν εξίσωση μιας μουσικής παρτιτούρας σε ρυθμό τζαζ, με ατμόσφαιρα Αντονιόνι, και τον σαρκαστικό τρόπο του Κέρουακ. Με τη Σουμίρε να επιμένει «αυτό που θέλω να μάθω είναι ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στο συμβολίζω και το σημαίνω».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου