Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2011

Στ. Γρανίτσας - Τα άγρια και τα ήμερα του βουνού και του λόγγου


Στ. Γρανίτσας - Τα άγρια και τα ήμερα του βουνού και του λόγγου

ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ





FREE photo hosting by Fih.gr
Στέφανος Γρανίτσας(1880-1915):
Λογοτέχνης και δημοσιογράφος. Γεννήθηκε στη Γρανίτσα Ευρυτανίας το 1880 και
πέθανε το 1915 στην Αθήνα, νέος ήδη βουλευτής του Βενιζέλου. Κατέβηκε στην
Αθήνα για να σπουδάσει νομικά, αλλά τελικά τον κέρδισε η δημοσιογραφία και η
πολιτική. Σε ηλικία 24 χρόνων δουλεύει στην εφημερίδα "Ο Χρόνος", στα 1905
γίνεται υποδιευθυντής και μ' αυτή του την ιδιότητα κατεβαίνει στην Κρήτη και
γνωρίζεται με τον Βενιζέλο. Αυτή η γνωριμία του προσδιόρισε αποφασιστικά την
παραπέρα πολιτική του πορεία και την προοδευτική του φιλελεύθερη ιδεολογία.
Λογοτέχνης και δημοσιογράφος, διακρίθηκε ιδιαίτερα για τα πνευματώδη
χρονογραφήματά του που δημοσιεύτηκαν στο "Χρόνο" και στην "Πατρίδα". Το έργο
του ιστορικό, λαογραφικό, λογοτεχνικό, κοινωνιολογικό και θεατρικό. Οι
λαογραφικές παραδόσεις, ήταν το κύριο υλικό που χρησιμοποίησε για να δείξει το
αφηγηματικό του ταλέντο, μέσα από υπέροχα πεζογραφήματα. Το μοναδικό
μεταθανάτια τυπωμένο βιβλίο του τα "Άγρια και τα ήμερα του Βουνού και του
Λόγγου", κυκλοφόρησε το 1922 με φροντίδα και πρόλογο του φίλου του Ζαχαρία
Παπαντωνίου. Είναι δροσερές σελίδες ζωολογίας και λαογραφίας, μοναδικές στο
είδος τους, που αρχικά είχαν δημοσιευτεί στην "Εστία". Διάχυτα σκορπισμένα σ'
αυτές η απλότητα, η ζωντάνια, η επιστήμη, το προσωπικό ύφος, η σάτιρα και τα
πλούσια λαογραφικά στοιχεία, μαζί με μιαν αξιοθαύμαστη λεπτομερειακή
παρατηρητικότητα. Το 1911 είχε εκλεγεί βουλευτής Αιτωλοακαρνανίας στη Β΄
Εθνοσυνέλευση, σαν πληρεξούσιος της επαρχίας του με και δημοσίευσε αξιόλογες
μελέτες για πλουτοπαραγωγικά θέματα. (Ολόκληρο το βιβλίο σε απλό κείμενο)

Στέφανος Γρανίτσας



Τα άγρια και τα ήμερα του βουνού και του λόγγου – Διαβάστε το


Στέφανος Γρανίτσας(1880-1915): Λογοτέχνης και δημοσιογράφος. Γεννήθηκε στη Γρανίτσα Ευρυτανίας το 1880 και πέθανε το 1915 στην Αθήνα, νέος ήδη βουλευτής του Βενιζέλου. Κατέβηκε στην Αθήνα για να σπουδάσει νομικά, αλλά τελικά τον κέρδισε η δημοσιογραφία και η πολιτική. Σε ηλικία 24 χρόνων δουλεύει στην εφημερίδα "Ο Χρόνος", στα 1905 γίνεται υποδιευθυντής και μ' αυτή του την ιδιότητα κατεβαίνει στην Κρήτη και γνωρίζεται με τον Βενιζέλο. Αυτή η γνωριμία του προσδιόρισε αποφασιστικά την παραπέρα πολιτική του πορεία και την προοδευτική του φιλελεύθερη ιδεολογία. Λογοτέχνης και δημοσιογράφος, διακρίθηκε ιδιαίτερα για τα πνευματώδη χρονογραφήματά του που δημοσιεύτηκαν στο "Χρόνο" και στην "Πατρίδα". Το έργο του ιστορικό, λαογραφικό, λογοτεχνικό, κοινωνιολογικό και θεατρικό. Οι λαογραφικές παραδόσεις, ήταν το κύριο υλικό που χρησιμοποίησε για να δείξει το αφηγηματικό του ταλέντο, μέσα από υπέροχα πεζογραφήματα. Το μοναδικό μεταθανάτια τυπωμένο βιβλίο του τα "Άγρια και τα ήμερα του Βουνού και του Λόγγου", κυκλοφόρησε το 1922 με φροντίδα και πρόλογο του φίλου του Ζαχαρία Παπαντωνίου. Είναι δροσερές σελίδες ζωολογίας και λαογραφίας, μοναδικές στο είδος τους, που αρχικά είχαν δημοσιευτεί στην "Εστία". Διάχυτα σκορπισμένα σ' αυτές η απλότητα, η ζωντάνια, η επιστήμη, το προσωπικό ύφος, η σάτιρα και τα πλούσια λαογραφικά στοιχεία, μαζί με μιαν αξιοθαύμαστη λεπτομερειακή παρατηρητικότητα. Το 1911 είχε εκλεγεί βουλευτής Αιτωλοακαρνανίας στη Β΄ Εθνοσυνέλευση, σαν πληρεξούσιος της επαρχίας του με και δημοσίευσε αξιόλογες μελέτες για πλουτοπαραγωγικά θέματα.


ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Το βιβλίον αυτό μας φέρνει εις τας δροσεράς και βαθείας πηγάς της ζωολογικής επιστήμης. Την ζωολογίαν την έκαμαν οι γεωργοί, οι κυνηγοί και οι ψαράδες. Υποθέσατε, ότι κάποιος εξ αυτών, με μνήμην ακριβή, με συνείδησιν, με βλέμμα καθαρόν και γοργόν, με ποίησιν, με ακίνδυνον φανταοίαν και με αγαθήν ειρωνείαν, αποφασίζει να μας διηγηθή, εμπρός εις πελωρίαν φωτιά του χειμώνος, τας γνωριμίας του με τα ζώα, ό,τι ξεύρει το μάτι του, η αφή του, η ακοή του δια τους κατωτέρους αδελφούς του ανθρώπου. Αυτός είναι ο Γρανίτσας. Άνθρωπος του υπαίθρου με ανεπτυγμένην την επιστημονικην περιέργειαν, στήνων δόκανα και παραμονεύων εις την λόχμην. Ηθέλησε να ιδή ο ίδιος, ν’ ακούση ο ίδιος τα ζώα, να θησαυρίση τας γενικεύσεις που έκαμαν ολόκληροι γενεαί δι’ αυτά. Και πραγματικώς είδε και ήκουσε. Διηγείται και παριστάνει ωσάν άνθρωπος της φύσεως διαθέτων οξυτάτας αισθήσεις. Εις τας σελίδας του υπάρχει ένας θη­σαυρός από παρατηρήσεις παρθένους και ωραίας. Είναι πιθανόν η λαϊκή παράδοσις, την οποίαν τόσον προσέ­χει, να έρχεται κάποτε εις αντίφασιν με τα αυστηρά πορίσματα της ζωολογίας. Πιθανόν να εισέδυσαν εδώ πλάνοι, τας όποιας η επιστήμη είναι ελευθέρα να απορρρίψη ή να αναιρέση. Εν πάσει όμως περιπτώσει αι σελίδες αυταί παρέχουν πλούσιον υλικόν εις την επιστήμην. Συγκεντρώνουν τας παρατηρήσεις ενός Έλληνος φυσιολάτρου επί του συνόλου των ζώων που συντηρεί η Στερεά Ελλάς, επί της ελληνικής faune. Μας πα­ρουσιάζουν πολύ από την ελληνικήν χλωρίδα με τον ζωικόν της κόσμον. Μας δίδουν ταυτοχρόνως άφθονον λαογραφικόν υλικόν. Είναι μία εργασία που εθεωρήθη ως ευεργεσία ενός ανθρώπου προς το κοινόν, όταν εδημοσιεύθη εις την «Εστίαν». Πρώτην φοράν λογογράφος Έλλην απεφάσιζε να ξυπνήση την κοινωνίαν από τον αστικόν της ύπνον, προσφέρων μέσα εις τα κομμωτήριά της ολόκληρον δάσος της Ευρυτανίας με τα τετράποδα και τα πτερωτά του.
Μεταξύ της μεγαλειώδους φύσεως και τον κοινού ο Γρανίτσας εφρόντισε να μη εμφανίση τον εαυτόν τον. Δεν έχει εδώ την φιλαρέσκειαν του συγγραφέως. Διη­γείται για να εκθέση τας παρατηρήσεις του, να πληρο­φορήση και - ας ειπώ την τιμίαν αυτήν λέξιν - να ωφελήση. Απησχολημένος εις αυτό το αγαθόν έργον, παρεσύρθη εδώ και εκεί εις ταχυγραφίας και ανεμίχθηααν κάποτε εις τας σελίδας του δημοσιογραφικαί επικαιρότητες, όπου τώρα ξαφνίζουν δυσαρέστως. Ο θάνατος δεν τον αφήκε να ρίξη δεύτερον βλέμμα εις την ωραίαν συλλογήν τον. Μας παραδίδεται όπως εγράφη τότε. Αλλά τούτο δεν θα ελαττώση καθόλου την σημασίαν και την γοητείαν της ειλικρινούς αυτής εργασίας. Η λαογραφική ζωολογία του Γρανίτσα λάμ­πει ολόκληρος από το υγιές και δροσερόν γέλιο του. Εγράφη από συγγραφέα, ο οποίος δεν έχει πολύν σεβασμόν εις τον άνθρωπον, αλλά θεωρεί τα ζώα ως αδελφούς του αξίους πάσης υπολήψεως, οι οποίοι αν δεν κατέχουν το αριστοκρατικόν προνόμιον του λόγου, γνωρίζουν όμως να χαίρωνται και να λυπούνται και επί τέλους γνωρίζουν να σιωπούν. Ο γελαστός πεσιμισμός του λογογράφου, η κρυμμένη πικρία του, η αγαθότης του ευρήκαν εδώ μίαν ικανοποίησιν. Το καλ­λιτέχνημα της εξελίξεως, του ανθρώπου, το πλέον προχωρημένον των ζώων, αλλά και διά τούτο όχι ολιγώτερον ζώον, τον περιφέρει εις το δάσος διά να ιδή τους συγγενείς του που άφησε πίσω. Είναι ευτυχής όταν μας δείξη ότι τα ζώα του έχουν τας ιδικάς μας εγκεφαλικάς ευγενείας. Η Χαρά και η Λύπη, το ευχάριστον και το δυσάρεστον, αυτοί οι δύο κεφαλαιώδεις τύποι της συναισθητικότητος, οι οποίοι εδημιούργησαν τον πολιτισμόν μας, υπάρχουν και εις τα ζώα του Γρανίτσα. Η τέχνη; Διαβάστε το «Αηδόνι» του. Η ηθική; Και αυτήν ακόμη την γνωρίζει ο «Κότσυφάς» του, φιλάνθρωπος όσον όλαι ομού αι κυρίαι της αστικής τάξεως, όπως απέδειξεν η διήγησις του λοχαγού Μανωλίδη, ο οποίος τον έτρεφεν εις το κλουβί. Δεν μένει εις τον άνθρωπον παρά ο λόγος και η γραφή. Όλα τα άλλα τα έχομεν κοινά με τα ζώα. Ψαυόμεθα με αυτά, σκουντούμεθα μαζί των εις τον ατελεύτητον και θεοσκότεινον δρόμον μεταξύ ενστίκτου και νοήοεως.
Εις τον δρόμον αυτόν σκορπίζει στιγμιαίους και εντόνους φωτισμούς ο Γρανίτσας. Είναι ματεριαλιστής διατεθειμένος να τονίση ό,τι δυνατόν ή ωραίον δημι­ουργεί εις τα ζώα η ανάγκη να ζήσουν, η αντίδρααις κατά τον περιβάλλοντος. Και το κάμνει ο Γρανίτσας με όλον το κελάδημα της αγροτικής ευθυμίας του. Η ζούγ­κλα του έχει το σκεπτόμενον Μυστικτόν της, έχει τα συμφέροντά της και τα αισθήματα της, την σοφίαν της και την τέχνην της, τους πολιτισμούς της και τους αλτρουισμούς της. Εις κάθε ευκαιρίαν ο συγγραφεύς, ζωγραφίζων τα ζώα του, μας πληροφορεί, ότι ο διανοητικός μηχανισμός δεν είναι αποκλειστικόν προνόμιον του ανθρωπίνου εγκεφάλου. Το δάσος του έχει φωσφορισμούς ανθρωπινής νοήσεως. Αλλά και το άνθισμα της λαϊκής παραδόσεως, την οποίαν τόσον επρόσεξεν ο συγ­γραφεύς, γύρω εις τας ζωολογικάς παρατηρήσεις δίδει εις το βιβλίον αυτό εξαιρετικόν ενδιαφέρον και, χωρίς βλάβην της επιστήμης, δημιουργεί μίαν γοητευτικήν ισοπολιτείαν ανθρώπων και ζώων, πλήρη Αισωπικής σοφίας και μέθης.
Σπανίως άνθρωπος ανεζητήθη τόσον πολύ όσον ο Στέφανος Γρανίτσας. Κάνεις δεν θέλει να συνειθίση με τον θάνατόν του. Το πέρασμά του από τας Αθήνας αφήκε την χαρμόσυνον ανάμνησιν αγρίου και θαλερού δένδρου, το οποίον σαλεύει και πρασινίζει χίλια μέτρα υπέρ την θάλασσαν. Το δένδρον αυτό εσκόρπιζεν ημέραν και νύχτα εδώ εις την πρωτεύουσαν διηγήσεις διά τα θαυμάσια της φύσεως. Ολίγων λεπτών συνομιλία με αυτόν άφηνε φυσιολατρικήν χαράν εις τον ακροατήν. Την φιλολογίαν του δεν επρόφθασε να την γράψη, την είπεν όμως. Ήτο άσωτος εις αυτό. Εσκόρπιζε παντού το πλούσιον υλικόν που του έδωσεν η γέννησις και η ζωή του εις την κορυφήν της αγρίας Ευρυτανίας, εις την Γρανίτσαν των Απεραντίων. Εκεί επάνω ησθάνθη, εκεί επήρε τας εικόνας, τους τύπους, την ανάμνησιν των μαχών μεταξύ των στοιχείων, τας βιβλικάς σελί­δας που μας διηγείτο. Εκεί επήρε την ρουμελιώτικην αγνότητα της ψυχής του. Η μουσικότης της πεζογρα­φίας του είναι και αυτή δώρον της πατρίδος του. Και εις το γέλιο των σελίδων του περί των ζώων δεν είναι δυνατόν παρά να αναγνωρίσωμεν τον ιδιαίτερον χαρακτήρα των συνδημοτών του Απεραντίων, ανθρώπων ιδιαιτέρως φημιζομένων εις τον νομόν Αιτωλοακαρ­νανίας διά την ιλαράν αντίληψιν που έχουν της ζωής. Με αυτά τα στοιχεία και με το πολύχρωμον τάλαντόν τον, ο Γρανίτσας ήτο για τους κύκλους που ευτύχησαν να τον γνωρίσουν μία ζωντανή λαογραφία. Εξεφράζετο με την γνωμικήν σοφίαν του λαού. Κατήντησε να ομιλή με λαϊκούς μύθους. Αντί γνώμης, για πολλά ζητήματα παρουσίαζεν ένα μύθον της Ευρυτανίας. Οι μύθοι του είτε απλοί, όπως τους έπαιρνεν είτε διασκευα­σμένοι από τον ίδιον, ήσαν εξαίσιοι. Χίλια άρθρα δεν λέγουν ό,τι ο μύθος του Γρανίτσα διά τον άγρυπνον σκύλον με το λυκοξύγκι, με τον οποίον εχαρακτήρισε το γλωσσικόν ζήτημα. Κατά τον ίδιον τρόπον εξεφράζετο για ολοκλήρους καταστάσεις, Ήτο ριζωμένος εις την ελληνικήν Γην. Εσυλλογίζετο αυτήν και εσκέπτετο δι’ αυτής. Αυτή τον απησχόλησε και ως πολιτευόμενον. Εις την Βουλήν ήτο ο πρώτος ασχοληθείς, με πρωτοτυπίαν και οξύτητα, εις τα πλουτοπαραγωγικά ζητήματα της ελληνικής γης. Ακόμη και εις τας σελί­δας αυτάς τον παρακολουθούν αι παραγωγικαί του απασχολήσεις.
Δεν επρόφθασε να κάμη τίποτε από όσα ήθελε. Εχάθη αιφνιδίως. Εις την θλίψιν μας διά το δόλιον κτύπημα, είναι μία παρηγοριά, ότι έχομεν αρπάξει από τα χέρια του θανάτου, την λαογραφικήν αυτήν ζωολογίαν, όπου το οξύ και δροσερόν πνεύμα του κατα­σκοπεύει το μυστήριον της ζωικής φύσεως μέσα εις τα άγρια ελληνικά τοπία που το ελίκνισαν.
Ζ. Λ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ

ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΛΟΓΓΟΥ
ΤΟ «ΣΤΟΙΧΕΙΟ»
Έπειτα από χρόνια πολλά εφανερώθη προχθές το Στοιχειό. Ο μηχανικός κ. Παπαϊωάννου, εποπτεύων την κατασκευήν του δρόμου μεταξύ Κερασσόβου – Αγράφων - Βραγγιανών, ετρόμαξε να συγκρατήση τους εργάτας, οι οποίοι είδαν με τα μάτια των το Στοι­χειό. Εις τα «Άσπρα Λιθάρια», όπου έτυχε να ευρίσκωμαι προχθές ήλθεν η είδησις, ότι το Στοιχειό ήτο ένα πελώριον φίδι με ουράν δύο πήχεων, με κεφαλήν αλόγου, με μάτια « σαν τάλληρα», με αυγά «σαν χήνας ».
Όταν εφύγαμεν απ’ εκεί και επήραμε τα προς την Νιάλαν βουνά, κάθε στάνη, κάθε διαβάτης, κάθε χανιτζής προσέθετε και ένα πήχυν εις την ουράν, ολίγα μέτρα εις την περιφέρειαν της κεφαλής και των ματιών, και τ’ αυγά επλησίαζον να γείνουν ίσα με το Πανόραμα του Σταδίου. Επί τέλους εφθάσαμε με τον Δήμαρχον Αγράφων κ. Χρηστίδην και με ολίγους χωρικούς εις το μέρος, όπου ειργάζοντο διά τον δρό­μον περί τους 20-30 εργάται. Ο μηχανικός κ. Παπαϊωάννου ήτο εκεί, ώστε να μας δώση ο ίδιος πλη­ροφορίας περί του Στοιχείου. Ήτο πραγματικώς, κατ’ αυτόν, ένα πελώριον φίδι, με μάτια «σαν τάλληρα» και με ουράν άγνωστον πόσην, διότι κανείς δεν την είδεν. Άμα η δυναμίτις έσπασε τον βράχον, εκείνο επετάχθη εις μίαν στιγμήν ανάμεσα από την ρωγμήν και έπειτα εχάθη εις άλλην σπηλιάν. Αυτά τουλάχι­στον λέγει ο μηχανικός. Άλλος όμως λέγει, ότι δεν εκρύβη αμέσως το Στοιχειό, αλλ’ εκρύβησαν οι εργάται, οι οποίοι έφυγαν εις απόστασιν μιας ώρας, φωνάζοντες και ζητούντες βοήθειαν.
Εξ αφορμής της εμφανίσεως του Στοιχείου εξύπνησεν η τερατολόγος λαϊκή παράδοσις, διά να διη­γηθώ ατελειώτους ιστορίας. Προ ετών είχεν εμφανισθεί εις τα ίδια σχεδόν μέρη, τα οποία είναι τ’ αγριώτερα ρέμματα της Ευρυτανίας, άλλο Στοιχειό, το οποίον κατά την δύναμιν που δίδει η παράδοσις, «εμαύλιζε» ζώα και τα κατέπινεν. Επί τέλους μίαν ημέραν έπεσεν επάνω του κάποιος βοσκός ονομαζόμενος Τσάλης. Μόλις το είδεν, ησθάνθη τον εαυτόν του μαυλιζόμενον από το Στοιχειό. Επρόφθασε μεν και έσυρε την κουμπούραν του αλλά δεν εύρισκε δύναμιν να πυροβολήση. Το Στοιχειό τον «εμαύλιζε» και αυτός εσύρετο άθελα προς το στόμα του.
Επί τέλους έφθασεν εις τα χείλη του Στοιχειού, και τότε έδωκεν ο Θεός και εξεπυρσοκρότησεν η κουμπούρα. Και το μεν Στοιχειό σχεδόν διερράγη, αλλά ο ατυχής Τσάλης έπεσεν αναίσθητος και με δυσκολίαν κατώρθωσαν να τον επαναφέρουν εις την ζωήν οι συγχωριανοί του Βελιζδονίται. Άμα τον επήραν απ’ εκεί και τον έφεραν στο χωριό, κάποιος γέρος, γνωρίζων την παράδοσιν, ότι κάθε Στοιχειό έχει στα σπλάγχνα του πολύτιμα πράγματα, επήγε κρυφά και το ηρεύνησε. Διηγούνται δε αξιόπιστοι άνθρωποι ότι ο γέρος έγινε πλούσιος. Τα μόνον βέβαιον είναι ότι μέχρις εσχάτων είχε χρυσαφικά, τα οποία επώλει κρυφά εις τους διερχόμενους τα χωριά χρυσικούς.
Η παράδοσις βεβαιοί, ότι τα σπλάγχνα των Στοι­χειών είναι ολόκληρα χρυσωρυχεία· και έχει διαφό­ρους ερμηνείας του φαινομένου αυτού. Πρώτον υπάρ­χει η ποιητική ιδέα, ότι τα Στοιχειά, ως περιερχόμενα τα σπήλαια, ευρίσκουν χρυσαφικά θαμμένα εκεί από διαφόρους ληστάς ή και περιπλανωμένους Έλληνας κατά διαφόρους εποχάς εθνικών χαλασμών. Ειδικώς μάλιστα εις τα μέρη αυτά, ως απρόσιτα, κατέφυγον χιλιάδες καταδιωκομένων Ελλήνων, ιδίως κατά την πτώσιν της Κωνσταντινουπόλεως.
Ολίγες άλλως τε ώρες επάνω από το ανήλιον αυτό ρέμα είναι τα Μεγάλα Βραγγιανά, εις τα οποία κατέφυγαν αρκετοί φυγάδες λόγιοι της Κωνσταντι­νουπόλεως και έκτισαν μίαν περίφημον εκκλησίαν υπό το συμβολικώτατον όνομα Αγία Παρασκευή, και όπου εξηκολούθησαν την καλλιέργειαν των γραμμά­των, συνέγραψαν, εδίδαξαν, εδημιούργησαν σοφούς μαθητάς, όπως τον Ευγένιον, τον Γόρδιον και απείρους άλλους, οι οποίοι μετά ταύτα ίδρυσαν Σχολάς εις τα Ιωάννινα, την Σμύρνην, την Θεσσαλίαν και εις άλλα μέρη παρασκευάσαντες το Εικοσιένα.
Προ ημερών επεσκέφθημεν μία ομάς το μέρος αυτό το άγριον, ως άλλοι Δελφοί, και οπόθεν, κατά τον Σάθαν θαρρώ, έρρεε φως ανά πάντα τον Ελληνισμόν.
Εις την είσοδον της Αγίας Παρασκευής, όπου εμαθήτευσαν δεκάδες γνωστών Αρματολών και Κλεφτών, μεταξύ των οποίων και ο περίφημος Δίπλας, υπάρχει ο τάφος του Γόρδιου και εντός του ναού η κάρα του ανθρώπου αυτού, ο οποίος προ διακοσίων ετών προέ­βλεπε την σύστασιν ενός σπιθαμιαίου Ελληνικού Κρά­τους, απελπιστικώς πνιγομένου μεταξύ του φεσίου της Ανατολής και του καπέλλου της Δύσεως.
Ολίγον παρακάτω είναι το μοσχοβριθές χωριό Μύριση, με μίαν παλαιοτάτην πολύτιμον εκκλησίαν και με παραδόσεις ότι την έκτισαν κάποιοι Άρχοντες αποσυρθέντες εκεί με τους θησαυρούς των, και τας οποίας παραδόσεις βοηθούν τα ερείπια κάποιου μεγά­λου σπιτιού με υπόγεια και λαγούμια, οδηγούντα προς τα ποτάμια. Ο συγχωριανός μου κ. Οικονόμου, πολύτιμος συνεργάτης του κ. Πολίτου εις τας λαογραφικάς ερεύνας του, μου έλεγεν, ότι η εκκλησία αυτή εκτίσθη από Χριστιανούς, κατά τους χρόνους της Εικονομαχίας φυγόντας την καταστροφήν των εικονοκλαστών.
Αρκετόν λοιπόν μέρος των θησαυρών αυτών ετοποθέτησεν η λαϊκή παράδοσις εις τα σπλάγχνα των Στοιχειών, τα οποία περιφέρονται εις τα μέρη εκείνα υπό τα ερείπια και τα σπήλαια που εστέγασαν άρ­χοντας και κλέφτας Τουρκομάχους, όπως τον Λιακατάν, τον Κατσαντώνην, τον Τσόγκαν, τον Μπουκουβάλαν κλπ.
Κατ’ άλλην όμως ερμηνείαν της παραδόσεως, οι θησαυροί ευρίσκονται εις τα σπλάγχνα των Στοιχειών, διότι τρώγουν χώμα που περιέχει τον χρυσόν, ο οποίος «λαμπικάρεται και δένεται με τον καιρό» στα σπλάγ­χνα των, κατά την φράσιν ενός γέρου εργάτου του δρόμου «που ήκουσεν αυτήν την ιστορίαν από χρυσι­κούς της Βενετίας»...
Αλλά διά ποίον λόγον το Στοιχειό τρώγει χώμα; Η παράδοσις λέγει, ότι άμα το φίδι εγέλασε την Εύαν ο θεός το κατεδίωκε και αυτό κρύβεται υπό την Γην, και τρώγει σπυρί σπυρί το χώμα, φοβούμενον μήπως σωθή και δεν έχη πού να κρυβή.
Κατ’ άλλην παράδοσιν, κρύβεται εις την Γην και τρώγει φιλάργυρα το χώμα, διότι φοβείται τον Ιανουάριον διά τον εξής λόγον: Άμα ο Θεός έπλασε τον κόσμον τον παρέδωκεν εις δώδεκα βασιλείς, τους Ιανουάριον, Φεβρουάριον, Μάρτιον, Απρίλιον και λοιπούς μήνας. Αλλ’ αυτοί διοικούσαν όλοι μαζί, και ενώ δεν επρόφθαναν να φυτρώσουν τα λουλούδια ήρχετο ο Ιανουάριος με τους πάγους του και τα έψηνε. Τότε τα πλάσματα του Θεού εφώναξαν, ο Πλάστης ήκουσε τας κραυγάς των και ήλθεν ανάμεσα των, όπου ενήργησε δημοψήφισμα, του οποίου το αποτέ­λεσμα υπήρξεν υπέρ του Μαΐου.
Ετοποθέτησε λοιπόν ο Θεός τον Μάιον ισόβιον βα­σιλέα, η Γη εγέμισε χορτάρια, λουλούδια και γεννήματα, ο κόσμος εστοίχειωσεν από ευδαιμονίαν και το φίδι επαλάβωσεν, ώστε να ζητήση εις γάμον την κόρην του Μαΐου, απειλήσαν ότι διαφορετικά θα τσιμ­πήση τον βασιλέα και θα τον φαρμακώση. Ο Μάιος περιέπεσεν εις συλλογήν μεγάλην και δεν εύρισκε διέξοδον. Τότε επαρουσιάσθη σωτήριος ο Ιανουάριος, ο οποίος τον συνεβούλευσε να ορίση την ημέραν του γάμου και τα περαιτέρω τα αναλαμβάνει αυτός. Πραγματικώς έγιναν όσα είπε και, άμα ενεφανίσθη το φίδι, που έγινε Στοιχειό από την πολλήν ευτυχίαν, επήρε το σκήπτρον ο Ιανουάριος και αμέσως εξαπελύθησαν παγετοί και βροχαί, ώστε το φίδι να τρυπώνη ακόμη άμα μυρίζεται τον μήνα των πάγων. Διότι έκτοτε, κατά την παράδοσιν, απεφασίσθη να διοικούν εκ περιτροπής όλοι οι μήνες, επειδή η απόλυτος ευ­τυχία, την οποίαν είδον τα πλάσματα του Θεού επί της βασιλείας του Μαΐου, είναι κακός σύμβουλος των ανθρώπων και των ζώων, όπως απέδειξεν η διαγωγή του Στοιχειού.
Αφήνω τώρα τους μύθους και έρχομαι εις ένα γε­γονός. Τα Στοιχειά είναι περιζήτητα διά μίαν ωοειδή πέτραν, την οποίαν, ως επί το πλείστον, φέρουν εις τον λαιμόν και η οποία λέγεται παντζέχρι. Πίνουν απ’ αυτό ολίγα θρύμματα οι δηλητηριαζόμενοι από φίδια και θεραπεύονται. Είναι πράγματι αποτελεσματικώτατον το φάρμακον. Ακόμη προχθές το είδαμεν όλοι στο Μοναστηράκι των Αγράφων, όπου εσώθη ένας άνθρωπος.
Εις τον κατασκευαζόμενον δρόμον Αγράφων κάθε εργάτης φέρει μαζί του παντζέχρι, διότι τα φίδια είναι άφθονα, απαντώμενα υπό κάθε μεγάλην πέτραν. Διήλθομεν τον δρόμον ανάμεσα από σκοτωμένα φίδια, τα οποία οι εργάται αναρτούν δεξιά και αριστερά επάνω εις τα δένδρα, ως ένδοξα τρόπαια της διαβά­σεως των ή μάλλον της δυναμίτιδος, βοηθεία της όποιας ανοίγεται η βραχώδης πλευρά του ποταμού Αγραφιώτη.

Η ΑΡΚΟΥΔΑ
Ιδού και ένα δημιούργημα της πεθεράς.
Η Αρκούδα.
Μία φορά κι έναν καιρό ήταν μια πεθερά που βα­σάνιζε τη νύφη της. Ο ελληνικός λαός δεν παραδέ­χεται καθόλου πως υπάρχει πεθερά κακή για τον γαμ­βρό της. «Ίσια ίσια γι’ αυτόν γεννάει κι ο κόκορας της πεθεράς αυγό».
Αν ιδής μάλιστα εις ένα σπίτι πεθερά, λέγει ο λαός, κοίταξε πως είναι σκουπισμένη η σκάλα, για να καταλάβης αν είναι πεθερά του ανδρός ή της γυναικός του. Αν είναι πεθερά του γαμβρού, τουτέστι μητέρα της νύφης, η σκάλα είναι κακοσαρωμένη. Από φόβο μήπως χαλάση τον πρωινόν ύπνο του γαμβρού και της κόρης της, ίσια, που εγγίζει τη σκούπα στα σανίδια. Αν είναι όμως μητέρα του γαμβρού, τότε χτυπάει τόσο δυνατά για να ξυπνήση τη νύφη της, ώστε κάνει τη σκάλα καθρέφτη.
Η λαϊκή κακογλωσσιά δεν δέχεται γεράματα της γυναικείας φιλαρεσκείας. Θα έχετε ακούσει, βέβαια, πως ρώτησαν μια φορά κάποια πεθερά αν θέλη μέλι ή γαμβρό και εκείνη απήντησε:
- Που έχω ’γω, παιδιά μου, δόντια για μέλι...
Η πεθερά λοιπόν, που εβασάνιζε τη νύφη της, έδωκε σ’ αυτήν ένα πρωί μαύρα μαλλιά για να πάη στη βρύση να τα πλύνη όσο το δυνατό να γίνουν άσπρα.
- Μπορεί, μάνα, τα μαύρα μαλλιά να γίνουν ά­σπρα;…
-Μπορεί και παραμπορεί… Η άξια γυναίκα ό,τι δε θέλει δεν μπορεί.....
Η νύφη πήρε τα μαύρα μαλλιά και πήγε στη βρύση. Έπλυνε, ξέβγανε αλλά τα μαλλιά έβγαιναν πάντα μαύρα. Έφτασε το βράδυ κι η νύφη απόκαμε:
-Τώρα, είπε, τι να κάμω;.... Όπου κι αν είναι θα κουβαληθή ο Ιούδας εδώ και θα με γέψη... Λυπήσου με, Παναγιά μου, κάνε με έν’ αγρίμι να την πνίξω άμα έρθη να με βασανίση....
Η Παναγία την εψυχοπόνεσε και την έκαμε αρ­κούδα.
-Τώρα, Παναγιά μου, είπε και σου την σιγυρίζω...
Παραμέρισε σε μια κουφάλα και περίμενε την πε­θερά της. Εκείνη ήρθε και καθώς δεν είδε τη νύφη της δίπλα στα κανάλια, πήρε ένα ξύλο κι άρχισε να ψάχνη δεξιά και αριστερά στα πλατάνια. Την ώρα όμως που η Αρκούδα ήταν έτοιμη να της ριχθή και να την σχίση, εκείνη επρόλαβε και φώναξε:
-Αχ ετούτο τ’ αγρίμι έφαγε τη νυφούλα μου. ..
Κι έβαλε τέτοια κλάματα, ώστε η Αρκούδα είδε ή θάρρεψε πως την επονούσε στ’ αλήθεια. Και έτσι δεν την επήραξε, αλλά έφυγε στα βουνά».
Η παράδοσις είναι Ηπειρωτική. Θαύμα αβρότητος προς την πεθεράν εις τους μύθους του, εις τας παροιμίας του, εις τα τραγούδια του ο λαός αυτός. Ηπειρω­τικοί είναι και αυτοί οι στίχοι:
Κι η σκύλα πεθερά σου
θέλει μαχαίρωμα
μες το ξημέρωμα!...
Έως τώρα την Αρκούδα την εγνωρίζαμε από τους πρώην συμμάχους μας και από τα δημοτικά τραγούδια:
Κι όπ’ εύρης λάφια σκότωσ’ τα
κι αρκούδια ημέρωσέ τα
κι όπ’ εύρης και τον άνδρα μου
ρίξε και σκότωσέ τον,
μη τον βαρέσης σε πλευρό
κι αργήση να πεθάνη.
Ποιος είδε τον Αμάραντο
σε τι γκρεμνό φυτρώνει,
Τον τρων τα ’λάφια και ψοφούν
τ’ αρκούδια κι ημερεύουν.
Συντρόφοι μη μ’ αφήσετε
σε τούτον έρμο τόπο,
εδώ ’ν’ αγρίμια να με φαν
κι αρκούδια να με σχίσουν,
εδώ ’ναι φίδια με φτερά
με δεκοχτώ κεφάλια.
Με τας νέας όμως επαρχίας εγίναμε πλούσιοι αρκουδοπαραγωγοί. Τα Ηπειρωτικά όπως και τα Μακεδονικά ορεινά δάση κρύβουν αρκετόν πλήθος. Εν­νοείται, ότι καμμίαν αξίαν δεν προσθέτουν εις την γουνοπαραγωγήν μας, διότι η άσπρη αρκούδα, της οποίας έχει αξίαν το δέρμα, είναι σπάνιον φαινόμενον εις την Βαλκανικήν. Πού και πότε να ξεκόψη καμμία από την Ρωσσίαν.
Έχομεν λοιπόν μόνον το βάσανόν των, βάσανον της βλαστήσεως, εν μέρει της στάνης, αλλά μέγα βάσανον για τα μελισσομάντρια, διότι το μέλι είναι η μεγάλη αδυναμία της και το μελισσοτρύγισμα το κύριον ταλάν της. Ως και η Αλεπού ακόμη της ανεγνώρισε αυτήν την ειδικότητά της.
Μια φορά είχαν κάμει συντροφιά για να χαλούν μελίσσια. Η Αλεπού είχε τη βάρδια κι η Αρκούδα το χάλασμα της κυψέλης. Έτρωγεν όσο ήθελε και όταν έφευγε, έπαιρνε μαζί της ένα κομμάτι για κείνην αλλά μετ’ ολίγον η Αλεπού επίστεψεν, ότι μπορεί να χαλάση και μόνη της μελίσσια.
Επήρε λοιπόν τα Αλεπόπουλα, τα έβαλε στα κα­ραούλια (σκοπούς) και διηυθύνθη μόνη της στο μελισσομάντρι. Αλλά συνηθισμένη από τα κοτέτσια, ήρχισε ν’ αναποδογυρίζη ένα ένα τα μελίσσια· πετάχτηκαν σύννεφα οι μέλισσες, της έζωσαν το κορμί της ως την ουρά και δεν είδε από ποια πόρτα έφυγε. Άμα έφθασε στα παιδιά της είπε:
- Πάμε, παιδιά μου, δεν είμαστε για μεγάλες δου­λειές εμείς σαν την Αρκούδα. Είμαστε μόνον για καραούλια καλοί....
Για ποια μεγάλη δουλειά δεν είναι άξια η Αρ­κούδα; Δαμάζει θηρία, σκαρφαλώνει στα πλέον υψηλά δένδρα για να φάη καρπούς, πετροβολά με θαυμασίαν δεξιότητα και μόνον μίαν αδυναμίαν της ευρήκαν οι βοσκοί του Ζαγορίου, όπως μου έλεγαν: Τη φωτιά.
Άμα ιδή δαυλί, φεύγει σαν η Αλεπού τα μελίσσια. Αν οι βοσκοί δεν έχουν αναμμένη φωτιά τσακμακίζουν τα στουρνάρια τους και την προγγούν με τις σπίθες! Πώς αυτό το παντοδύναμο και άτρομο ζώο επήρε με τόσο φόβο τη φωτιά; Να της θυμίζη το σπίτι της, τουτέστι την πεθερά της;

ΤΟ ΑΓΡΙΟΓΟΥΡΟΥΝΟ
Οι προγονοπαθείς ιστορικοί και η λαϊκή παράδοσις διεφώνησαν και επί του πώς εκτίσθη το Σούλι. Οι πρώτοι εστρώθησαν ν’ αποδείξουν ότι οι πάπποι των Μποτσαραίων και των Τζαβελαίων είναι οι Σελλοί του Ομήρου, μερικοί δε ότι το Σούλι είναι το Σόλιον του Θουκυδίδου. Η λαϊκή όμως παράδοσις, ασεβούσα προς τα κονιοβριθή γένια των σοφών, λέγει τα εξής:
«Άμα οι παλιοί τα ’βαλαν με τον Αγαρηνό και πή­ραν τα βουνά, ο Θεός φώτισε τ’ αγριογούρουνα κι άνοιξαν πηγάδια στο Κακοσούλι που ήταν ως τότε άνυδρο κ.λ.π.»
Άμα ιδή κανείς το κοντυλογραμμένο εκείνο δρε­πάνι που λέγεται Κακοσούλι, τρυπημένο ακριβώς στην κόψι του από πλήθος (λέγουν εκατόν πενήντα) πηγά­δια, κοιτάζοντα σαν μεγάλα μυστηριώδη μάτια το Ιόνιον, την Πίνδον και την Αιτωλίαν, είναι αδύνατον να πιστέψη πως νους ανθρώπου ήτο δυνατόν ποτέ να σκεφθή πως υπάρχει νερό εκεί επάνω.
Όταν, κατόπιν τριών τεσσάρων ημερών πορείας ή μάλλον σκαρφαλώματος, επατήσαμεν τα σιωπηλά εκείνα ερείπια ένα δειλινό του προπέρσινου Οκτωβρίου, ο λο­χαγός κ. Τάκης Μπότσαρης ύψωσε την σημαία επάνω στην Κιάφα, μα μια μικρή σημαία που κέντησε για μας μία δασκαλίτσα του Ζαλόγγου, ο Σουλιώτης Παπά Καραβίδας, σύρων τον χορόν, έψαλε το Χριστός ανέστη, οι εύζωνοι έκαμαν τρις πυρά ομαδόν και ο ερημίτης τσοπάνης της Κιάφας Κώστας Ντόκας ήρχισε να μας διηγήται την παράδοσι του πώς τ’ αγριο­γούρουνα έσκαψαν τα πηγάδια, το πώς το νερό ήτον τόσον αψύ, ώστε εθέριευαν τα Σουλιωτόπουλα και ότι οι Τούρκοι δεν άφηναν πλέον να κτισθή το Σούλι εκ νέου, από φόβον μήπως το νερό ξαναγεννήση Μποτσαραίους, Δαγκλήοες, Μαλαμαίους, Δράκους, Τζαβελαίους και Σαμουήλ, μου ήλθαν στο νου κάποιοι στίχοι του Καρντούτσι, στίχοι που εκείνη την ώρα θα έλεγε κανείς πως ο ποιητής του «Βοδιού» τους έχει γράψει για τα ζώα αυτά, που το ρύγχος των ωσφράνθη και ανέ­συρε το νερό που θα ανέστηνε μια φυλή.
«Ημείς ξέρουμε πόσα μυστήρια κρύβει η γη....»
Και μήπως έχη η γη στους κόρφους της τίποτε κρυφό από το γουρούνι; Ο Κριμώντ ντε λα Ρενιέρ το ωνόμασε εγκυκλοπαιδικό ζώο. Βολβοί που δε σπάζουν ποτέ τον φλοιόν της γης, ζωικοί και φυτικοί διάβολοι που δεν βλέπουν ποτέ τον ήλιον, ριζάρια, σκαθάρια, σπόροι, σαυρόκοσμος, ό,τι τέλος κρύβεται στο χώμα το σημαδεύει η όσφρησίς του, ως να το έχη φυτέψει μό­νον του προ ολίγης ώρας. Αλλοίμονον στους τόπους όπου ζη, αν δεν είχεν αυτό το οσφρητικόν ταλάν. Έ­πρεπε να αναποδογυρίζη όλην την Γην για να συνάξη την τροφήν του. Αλλά την τρυπά ως να φυτεύη δέν­δρα, σκάβον όπου είναι βέβαιον ότι θα συλλάβη την λείαν του.
Η Ακαρνανία είναι ίσως ο ελληνικός παράδεισός του. Βελάνια άφθονα, δασότοποι απέραγοι, βρυσονέρια για να λούζεται και κυνηγοί που δεν το πολυενοχλούν αφ’ ότου συνέβησαν μεταξύ αυτών και των αγριοχοίρων μερικαί παρεξηγήσεις. Συνέβη δηλαδή, αντί να σκοτώσουν οι κυνηγοί τα αγριογούρουνα, να σχίσουν εκείνα τους πρώτους, και έκτοτε αι σχέσεις διεκόπη­σαν σχεδόν έως πέρυσιν, οπότε επαναληφθέντος του πειράματος έσχισαν εκ νέου δύο χωρικούς στην Αμ­βρακία.
Λέγουν, ότι και κατάκαρδα να πάρουν τα βόλια ένα αγριογούρουνο, θα κρατηθή στην ζωή όσο να αποπειραθή εκδίκησιν. Γι’ αυτό οι κυνηγοί σκαρφαλώνουν στα δέντρα, τα οποία όμως ο Θεός δεν εφύτεψε σ’ όλα τα περάσματα των αγριογουρουνιών, ώστε οι παγανισταί των να είναι πάντοτε εκτός κινδύνου.
Διηγούνται για ένα βοσκό, ότι περιμένων επάνω σ’ αγριαπιδιά το πέρασμα αγριοχοίρου, είδε ταυτοχρόνως ένα λύκον να έρχεται από την αντίθετον διεύθυνσιν του γουρουνιού. Υπολογίσας εις την μανίαν της εκδικήσεως τούτου, επροτίμησε να πυροβολήση αυτό πρώτον και να αφήση τον εχθρόν της στάνης του εις την τύχην των χαυλιοδόντων του αγριόχοιρου. Η κυνηγετική παράδοσις λέγει, ότι το πείραμα επέτυχε διότι το κτυπηθέν γουρούνι έπεσε σαν βέλος επάνω στον λύκο και τον έκαμε δυο κομμάτια.
Διηγούνται ωσαύτως, ότι πέρυσι στην Ακαρνανία τετραπέρατος βοσκός εστερέωσε ένα ντουφέκι επάνω σε διχάλαν δένδρου με διεύθυνσι προς το μονοπάτι από το οποίον επερνούσε συχνά ένα αγριογούρουνο και αφού έδεσεν από την σκανδάλην κάμποσα αραποσίτια, τα ετοποθέτησεν απέναντι του στομίου της κάννης εις απόστασιν ολίγων μέτρων. Περνών μετ’ ολίγον ο αγριόχοιρος το μονοπάτι, έπεσεν επάνω στον καρπόν που του αρέσει πολύ, έσκυψε και τον άρπαξε, ο σπάγγος με τον οποίον ήταν δεμένα τα αραποσίτια έσυρε την σκανδάλην και η σφαίρα τον επήρε στο μέτωπον. Επειδή η κυνηγετική παράδοσις έχει πολλάς υπερβολάς, σημειώνω ότι το κατόρθωμα είναι προπέρσινο, γνωστό σ’ όλη την Ακαρνανία μαζί με τ’ όνομα του ευφυούς Ξηρομερίτου βοσκού.
Τέλος ο αγριόχοιρος είναι τρομερός Πάρις, απάγων συχνά τας ωραίας Ελένας των ημέρων κοπαδιών. Οι χοιροβοσκοί όμως ουδέποτε ανησυχούν, διότι γνωρί­ζουν ότι τα θηλυκά αγαπούν τους γενναίους και ότι αφού περάσουν οι πρώτοι έρωτες, αι απιστήσασαι θα επιστρέψουν στα καλύβια των και μάλιστα, αν είναι η εποχή των σπαρτών, καλοθρεμμένες, διότι, φαίνεται, ότι ο Αγριόχοιρος είναι ακούραστος κουβαρντάς, γλεντών τα μελίμηνά του εις διαρκή ταξίδια ανά τα χωράφια.

Η ΑΛΕΠΟΥ
Άμα περνά ύποπτα μέρη, μαζεύει τα πόδια της και τα κάνει ένα. Ο λόγος είναι ο εξής: Άμα βαδίζη και με τα τέσσαρα, είναι εκτεθειμένη εις τέσσαρας κινδύ­νους. Κάνει λοιπόν τα τέσσαρα ένα, άρα και τους κινδύνους της τους περιορίζει εις ένα. Την πονηρία όμως αυτήν την πληρώνει κάποτε πολύ ακριβά. Πέφτει και με τα τέσσαρα στην παγίδα. Εντεύθεν η παροιμία: «Η πονηρή Αλεπού πιάνεται και από τα τέσσαρα».
Οσφραίνεται την παγίδα όσον κανένα άλλο από τ’ αγρίμια. Χώμα νεοσκαμμένο, πατημένο απ’ άνθρωπο, σκεπασμένο από κλαδιά, είναι ύποπτα σημεία. Οι χω­ρικοί γνωρίζουν τόσον πολύ την φιλυποψίαν της, ώστε εξαιρετικώς γι’ αυτήν μεταχειρίζονται παγίδα πάντοτε παλιά, διότι αν είναι καινούργια και από την μυρω­διά του σιδήρου υποπτεύεται.
Οι βοσκοί εκμεταλλεύονται την μεγάλη πονηρία της ως εξής: Στήνουν ένα κομματάκι πανί δίπλα στην καλύβα των αρνιών, και τούτο είναι αρκετό να την κάμη να νοιαστή πως κάτι της μαγειρεύουν. Παρόμοια σχεδόν φοβίζουν οι γεωργοί την Κίσσα. Δένουν μία κλωστή γύρω στα χωράφια. Το παμπόνηρο πουλί υποπτεύεται παγίδα και δεν ξαναζυγώνει πλέον.
Άμα θέλη να κλέψη κανένα αρνί, παίρνει από κοντά τον τσοπάνη, τον πηγαίνει ως τη στάνη και τον παρα­μονεύει ως που να κοιμηθή. Αν συναντήση κοπάδι αρνιών στο δρόμο, ξεκόβει ενώ προσποιείται πως δεν μπορεί να το πιάση, το κυνηγά απ’ εδώ, το κυνηγά απ’ εκεί, ως που να του δώση δρόμο προς τον λόγγο, οπού πλέον το σιγυρίζει εν πάση ανέσει.
Ποτέ δεν κάνει αδικαιολόγητη ζημία. Κάθε κότα που πνίγει την μεταφέρει στη φωλιά της κι έπειτα γυρίζει να πνίξη άλλη. Αν τύχη και την υποπτευθούν, αν μεν έχη καιρό φεύγει, ειδεμή γυρίζει τα μά­τια της προς το βάθος του κοτετσιού, διότι γνωρίζει πως η λάμψις των θα την προδώση.
Αν οι κότες είναι σκαρφαλωμένες επάνω σε δέν­δρο, κάθεται από κάτω και της ρίχνει ματιές. Κοινή ιδέα ότι έχει μαγνήτη στα μάτια της.
Άμα καταδιώκεται από σκυλί την ουρά της την έχει διπλωμένη. Αν το σκυλί την ζυγώση πολύ, την πετάει δεξιά ή αριστερά. Το σκυλί στρέφει, διότι νο­μίζει ότι επήρε διεύθυνσιν προς τα εκεί. Αλλ’ η Α­λεπού έχει ήδη κάνει αντίθετη στροφή. Όσο να γυρίση και καλοφτιασθή το σκυλί, αυτή έχει κέρδισε 10-15 βήματα. Κι έχει ο Θεός γι’ αργότερα.
Την παρέστησαν ως άεργη. Σε κάποιο μάλιστα τραγούδι, που αριθμούνται τα μεγάλα παράξενα του κόσμου, υπάρχει και ο εξής στίχος:
...Ποιος είδε
και τον λαγό με ταμπουρά
την Αλεπού με ρόκα.
Λέγουν ακόμη - την ιδέαν αυτήν υπεστήριξε ο Henri Coupin - ότι ούτε την φωλιά της δεν φτιάνει μόνη της και ότι άμα ο Ασβός σκάψη την ιδικήν του του την παίρνει με τον εξής τρόπον. Επειδή γνωρίζει ότι εκείνος είναι το καθαρώτερο αγρίμι, πηγαίνει και λερώνει τη φωλιά του. Ο Ασβός την εγκαταλείπει και εγκαθίσταται αυτή, αφού προηγουμένως την τε­λειοποιήση, άνοιξη τουτέστι πολλάς οπάς· φθάνει έως τας 20 ώστε να μη κινδυνεύη να αποκλεισθή. Κάθε έξοδος απολήγει εις τουφωτά μέρη, ώστε να μη φαί­νεται.
Κανείς όμως δεν της ηρνήθη επιμέλειαν και σοφίαν εις την ανατροφήν των παιδιών της. Είναι ο ειση­γητής της υποδειγματικής διδασκαλίας. Πηγαίνει στη φωλιά της ποντίκια ζωντανά, κότες, λαγούς, ακρίδες και εξασκεί τα παιδιά της επί μήνας πώς παραμονεύουν το θήραμα, πώς το σκοτώνουν, πώς το μεταφέρουν κ.λ.π. Άμα τελειώση η σχολική διδασκαλία, αρχίζει την επιτόπιον δι’ εκδρομών στα κοτέτσια, στις στά­νες, στα περιβόλια, όπου δείχνει στ’ αλεπόπουλα πώς να περνούν τα μονοπάτια, πώς ν’ αποφεύγουν τα ύποπτα μέρη, πώς να πιάνουν τον λαγό, πώς να παρα­μονεύουν τον αμπελουργό, πώς να γελούν τον τσοπάνη.
Πιστοποιητικόν της παιδαγωγικής της ευσυνειδη­σίας είναι και ο εξής μύθος:
Μια Αλεπού κάθονταν μια φορά και ραχάτευε σ’ ένα βουνό:
- Τι κάνομε εδώ, μάνα; την ρωτούσαν τα παιδιά της.
- Ζεσταινόμαστε, παιδιά μου, τους είπε.
- Μα πού είναι η φωτιά;
- Στ’ από πέρα βουνό.... δεν την βλέπετε;
Τότε ένα από τα παιδιά της πήδηξε και φώναξε:
- Νερό μάνα, νερό μάνα, νερό μάνα, νερό και μ’ έκαψε μια σπίθα απ’ τη φωτιά!!!
-Α... Μπράβο παιδί μου, εσύ ξεσκόλισες... Άιντε τώρα στη δουλειά σου.
Το καλοκαίρι μωραίνεται σχεδόν εντελώς. Τόσον τα χάνει, ώστε μπαίνει κάποτε άφοβα στα χωριά. Ευτυχώς γι’ αυτήν δεν έχει καμμίαν αξίαν, διότι είναι μαδημένη πλέον.
Το δέρμα της ελληνικής Αλεπούς δεν είναι από τα εκλεκτότερα. Μόλα ταύτα έχει τόσον πλήθος η Ελλάς, ώστε μαζί με την Βίδρα της και το Κουνάβι της, το οποίον είναι εις μερικάς επαρχίας πολύ εκλεκτό, υπολογίζεται ότι εις το παγκόσμιον ετήσιον γουναρεμπόριον, το οποίον ανέρχεται εις τριακόσια πεντήκοντα εκατομμύρια φράγκα, αντιπροσωπεύεται με 5-7 εκατομμύρια.
Επιστημονική καλλιέργεια του πλούτου αυτού, με βελτίωσιν της ράτσας, θα ήτο όχι ευκαταφρόνητον εισόδημα διά τον τόπον μας.
Οι χωρικοί δεν λησμονούν εύκολα την καταστροφή που κάνει στα κοτέτσια τους. Είτε χειμώνα είτε καλοκαίρι την πιάσουν την τιμωρούν πολύ σκληρά. Την γδέρνουν ζωντανή. Αντέχει στο μαρτύριο αυτό και μάλιστα ζη πολλάς ώρας μετά το γδάρσιμο.
Ο ελληνικός λαός την θέλει τόσον ευθηνή, ώστε να έχη φκιάσει φαιδρούς μύθους κι απάνω στα βασανιστήριά της.
Μια φορά λέγουν ότι εκεί που έγδερναν μια Αλε­πού ζωντανή, την ρώτησαν:
- Ε! πως τα περνάς;
- Κακά και ψυχρά, αλλά δόξα να ‘χει ο θεός λι­γώτερο βασανίζομαι από το σώγαμπρο.....
Μια φορά πάλι έπεσε στον Ασπροπόταμο. Άμα είδε τους όχτους του που ήταν δεξιά και αριστερά σαν μαχαίρια και ότι συνεπώς ήτο μάταιον να προσ­παθήση να βγη, εστρογγυλοκάθησε και είπε:
- Ξέρω πως στη θάλασσα θα τελειώσω, αλλά βα­ριέμαι τα κλωθογυρίσματα του ποταμιού...
Στην Ακαρνανίαν ευρήκαν την εξής μέθοδο για να την πιάνουν. Κόβουν ένα νεροκολόκυθο επάνω επάνω τόσον ώστε να μπορή να περάση μέσα το κεφάλι της.
Στο βάθος της νεροκολοκύθας βάζουν λίπος χοίρου. Η Αλεπού το μυρίζεται, βυθίζει τη μούρη της και άμα φθάση στον πυθμένα, τ’ αυτιά της που επιέσθησαν για να χωρέση μέσα ανοίγουν και μένει με το νεροκολόκυθο στο πρόσωπο ωσάν να φορή προσωπίδα.
Παροιμία για την μεγάλη αγάπη που βασιλεύει μεταξύ των συγγάμβρων:
«Μια Αλεπού τρώγει σαράντα μπατζανάκηδες».

Ο ΛΥΚΟΣ
Η παράδοσις: Άμα ο Χριστός έπλασε τα πρόβατα και βγήκε στα βουνά να τα βοσκήση, τόσο χάρηκεν η ψυχή του, που έκοψε ένα ξύλο, το έφκιασε μια μεγάλη φλογέρα κι άρχισε να λαλή. Άκουσε ο Σατανάς τα λαλήματα και τα βελάσματα, πήγε κοντά, είδε τα πρόβατα και μαύρισε η ψυχή του.
- Τι παράμορφα πλάσματα είναι τούτα που ’καμε ο Χριστός! είπε. Κι ο νους του πήγε πως να του τα χαλάση. Παραμέρισε στο λόγγο, έκοψε μία αγριαπιδιά κι άρχισε να φκιάνη τον Λύκο. Γι’ αυτό που ’ναι φκιασμένο απ’ αγριαπιδιά δεν λυγίζει καθόλου αυτό το πλάσμα του Σατανά. Μα άμα τον απόφκιασε το Λύκο και πήγε να τον στήση, είδε πως δεν μπορούσε να σταθή στα ποδάρια του το έργο του. Αφού είδε και αποείδε πως δεν θα στυλώση τον Λύκο, πήγε στο Χριστό, γονάτισε μπροστά του και είπε.
- Αφέντη, θέλησα κι εγώ να κάμω ένα πλάσμα σαν τα δικά σου, μα γιατί δεν στέκει στα πόδια του; Αξίωσέ με να το ιδώ όρθιο και θα προσκυνώ τ’ ό­νομά σου.
Ο Χριστός του είπε:
- Πήγαινε να του φωνάξης: Σήκω έργο μου και κάμε ό,τι πρόσταξε ο Χριστός.
Ο Σατανάς γνοιάστηκε.
Κι αν το πρόσταξε ο Χριστός να με φάη; είπε.
Πήγε γρήγορα, έκανε ένα λάκκο κοντά στο λύκο, κρύφτηκε μέσα κι αφήνοντας έξω το ένα ποδάρι του μόνο φώναξε:
-Σήκω έργο μου, και κάμε ό,τι πρόσταξε ο Χριστός. Ο Λύκος πήδησεν επάνω, άρπαξε το ποδάρι του Σατανά και το έφαγε. Γι’ αυτό λένε ότι ο αρχιδαίμονας είναι κουτσός.
Η πονηρία του: Επειδή γνωρίζει ότι η οσμή του χτυπά τα προβατόσκυλα, άμα πηγαίνη στη στάνη βα­δίζει από το μέρος που έχει αντίθετο τον αέρα. Αν έχη ρέμα χώνει το ρύγχος του στο νερό. Αν είναι μέρα ποτέ δεν βαδίζει σε γυμνό τόπο. Προτιμά πάν­τοτε τ’ απόσκια, για να μη διακρίνεται εύκολα. Αν είναι συμμορία χωρίζονται εις δύο μπουλού­κια. Οι μεν πηγαίνουν από το μέρος που φυσά, ώστε να μη τους αντιληφθούν τα σκυλιά και τους πάρουν από κοντά. Άμα κατ’ αυτόν τον τρόπον απομακρυν­θούν τα σκυλιά, ορμούν οι άλλοι στο κοπάδι και σφάζουν. Πόσα;
Πιστεύουν, ότι άμα μπη στο κοπάδι σφάζει κάθε Λύκος έως 99. Άμα φθάση τα 100 λέγουν ότι σκά­ζει. Η αλήθεια είναι ότι ένας Λύκος σφάζει όσα προφθάση. Να χορτάση δεν υπάρχει φόβος. Μήπως τρώγη κρέας; Ανοίγει μια φλέβα στο λαιμό και πίνει το αίμα. Γι’ αυτό λέγουν: Άμα έχη ένας Λύκος, έχουν εκατό κοράκια. Άμα έχουν εκατό κοράκια δεν έχει ένας Λύκος,
«Μπήκε ο Λύκος στο κοπάδι, αλλοιά πώχει το ένα». Βεβαιωμένο πράγμα είναι, ότι αν σ’ ένα κοπάδι είναι πεταμένα ένα ή λίγα πρόβατα κανενός συμμορίτη, εκείνα θα πρωτοπάρη ο Χάρος. Ο λόγος είναι ο εξής.
Κάθε μπουλούκι είναι σαν από ιδιαιτέρα πάστα φκια­σμένο. Αν σμίξετε πέντε μπουλούκια, θα έχετε μεν ένα μεγάλο κοπάδι, αλλά με την πρώτη ταραχή σχί­ζονται κατά μπουλούκια, όπως όταν ήταν χωρισμένα. Αν λοιπόν στο κοπάδι είναι ένα μοναχό πρόβατο θα ξεκόψη και ίσως γλυτώσουν τα άλλα από τα σκυλιά, τα οποία, ως μυαλωμένα, θα τρέξουν να γλυτώσουν τα περισσότερα, αλλά το ένα σπάνιον να σωθή.
Επειδή με το αίμα ενός προβάτου δεν μπορεί βέ­βαια να χορτάση, ούτε επί τόπου είναι εύκολον να το καταπιή, αναγκάζεται να το παίρνη μαζί του, και ιδού πως. Αν μεν είναι μικρό το πετά στην πλάτη του και φεύγει, σαν να έχη επανωφόρι ριγμένο στους ώμους του. Αν είναι μεγάλο το δαγκάνει από το αυτί, το ζώνει με την ουρά του στη μέση και τοιουτοτρόπως πηγαίνουν αλαμπράτσο.
Αν είναι άλογο, το πιάνει από τ’ αδύνατα μέλη του σώματός του. Αν είναι βόδι, πηδά στο λαιμό του και με την ουρά του το διευθύνει όπου θέλει σαν καβαλάρης με το καμτσίκι του. Αν είναι μουλάρι πιάνει τη στράτα και κάνει τον πεθαμένο. Το μουλάρι, κατά την περιέργειά του, πηγαίνει να τον μυρίση και άμα πλη­σιάση την μύτη του τ’ αρπάζει απ’ αυτή και το σκά­ζει. Αν είναι δυνατό το μουλάρι τον σηκώνει επάνω και τον βροντά κάτω σαν χταπόδι. Οι μουλαροτρόφοι, για να σώσουν την υπόληψιν της ράτσας των, λέγουν ότι ο Λύκος τρώγει προηγουμένως άμμο για να βαρύνη και γι’ αυτό ως επί το πολύ δεν μπορούν να τον σηκώσουν τα μουλάρια.
Αλλοίμονο, αν έκοβαν όλοι οι Λύκοι, λέγει μια πα­ροιμία. Κόβει μόνον ο Μονιάς. Τι είναι ο Μονιάς; Το μεγαλύτερο παιδί των ο Λύκος και η Λύκαινα το χωρίζουν άμα γεννηθή. Το τρέφουν και το εκπαιδεύουν ιδιαιτέρως. Εις αυτό εμπιστεύονται όλην την τέχνην την οποίαν του διδάσκουν με την επιμέλειαν της Αλεπούς. Κουβαλούν πρόβατα και γίδια ζωντανά στην φωλιά του Μονιά χάριν της υποδειγματικής του διδασκαλίας. Μεθ’ ο οδηγείται στα κοπάδια, προς τελειοποίησιν των σπουδών του.
Όρος απαράβατος: Από κοπάδια που είναι γύρω από την φωλιά του ποτέ δεν κλέβει ο Λύκος. Επι­θυμεί να μην ευρίσκεται εις παρεξηγήσεις με τους γειτόνους του, τουλάχιστον εφ’ όσον έχει τα μικρά του εις κατάστασιν ανηλικότητος.
Αφ’ ότου έρχεται ο Αγγλικός στόλος στον Αστακό, η πεδινή Ακαρνανία ησύχασε. Αι προβολαί των ηλεκτρικών εφόβισαν τον Λύκο πολύ, ώστε να φύγη. Άλ­λοτε τον είχε τρομάξει η λοκομοτίβα του σιδηροδρό­μου Κρυονερίου - Αγρινίου τόσον, ώστε έφυγαν όλοι και επέρασαν εις τους ορεινούς δήμους της Ακαρνανίας. Ο μακαρίτης ο Τρικούπης εμαυρίσθη τότε εξαιρετι­κώς από τους ποιμένας, διότι «του διαβόλου το σιδη­ρικό έριψε τους λύκους μέσα στη στάνη τους».
Η επικήρυξις του Λύκου είναι από τα κυριώτερα ποιμενικά έθιμα. Αν δεν απατώμαι, μόνον εις την Ελλάδα δεν είναι επικεκηρυγμένοι οι Λύκοι. Εις όλα τα άλλα κράτη ζη η νομοθεσία του Σόλωνος, του πρώτου επικηρύξαντος τους Λύκους. Εις τον περυσινόν Γαλλικόν προϋπολογισμόν της Γεωργίας βλέπομεν την εξής κλίμακα αμοιβών.
Λύκαινα εις ενδιαφέρουσαν κατάστασιν 75 φράγκα
Λύκος 50 »
Λυκόπουλο 20 »
Λύκος που έφαγε άνθρωπο 100 »
Ο νόμος του 1882 έχει διπλασίας τιμάς έφερε δε ως αποτέλεσμα, όπως βλέπομεν εις το ίδιον τεύχος του περυσινού προϋπολογισμού, ότι από 1336 Λύκους, που ηρίθμει τότε η Γαλλία, σήμερον, δηλαδή πέρυσιν, έμειναν μόνον 72.
Ζη επίσης η πρόληψις την οποίαν αναφέρει ο Βιρ­γίλιος, ότι αν σε ιδή ο Λύκος «χαβώνεσαι», τουτέστι μένεις άλαλος.
Αι καταστροφαί που κάνει στην Ελλάδα υπολογί­ζονται εις εκατοντάδας χιλιάδων. Γι’ αυτό ο σκοτώνων ή ο συλλαμβάνων Λύκον ανεπικήρυκτον ακόμη τον περιφέρει στα χωριά και παίρνει δώρα. Αν ο Λύκος είναι ζωντανός του γίνεται μεγάλη διαπόμπευσις. Τον γυρίζουν από σπίτι σε σπίτι, με μάσιο, με ντέλφια και σφυρίγματα.
Ο Γύφτος δεν έχει πρόβατα κι απ’ αυτόν το βρί­σκει ο Λύκος. Το δέρμα του είναι για νταούλια και για ντέλφια.
Κάποτε δίκαζαν ένα Λύκο, λέγει ο μύθος. Ο Γύ­φτος εφώναξε περισσότερο από τους άλλους εναντίον του. Και ο Λύκος, που δεν μιλούσε εφ’ όσον τον κα­τηγορούσαν οι άλλοι, βλέποντας τον Γύφτο να κόβε­ται εναντίον του εγύρισε και του είπε:
- Καλά μωρέ Γύφτε, όλου του κόσμου του ’χω κά­μει ζημιά, αλλ’ εσένα τ’ αμόνι σώφαγα, πανάθεμά σε παληόγυφτε...
Όταν άλλη μια φορά τον κατηγόρησαν τα ζώα ότι τρώγει πρόβατα και γίδια απήντησε:
- Εγώ μωρέ πειράζω τα γιδοπρόβατα; Αμ’ αν εγώ έτρωγα πράματα θα γύριζα χειμώνα καιρός γυ­μνός; Δεν θάφκιανα με τα μαλλιά τους μία κάπα να μη με δέρνη η βροχή;
Κάποτε η Αλεπού έστειλε και του εζήτησε λίγα μαλλιά γιατί δεν της έφθαναν τα δικά της να αποσώση τον αργαλειό της. Ο Λύκος κατάλαβε τι του ζητούσε και της γύρισε ένα κομμάτι κρέας:
— Πέστε της, είπε, άμα τελειώση τα δικά της υφά­δια να βάλη κι ένα ζευγάρι καλτσοδέτες για μένα...

ΤΟ ΤΣΑΚΑΛΙ
Εκείνος που παρωμοίασε τους πολιτικούς της Ελ­λάδος με τσακάλια έκαμε μίαν μεγάλην αδικίαν εις βάρος των επιτηδειοτέρων τετραπόδων του λόγγου. Το τσακάλι ημπορεί να σφάξη μίαν νύκτα εκατόν και πλέον πρόβατα. Ίσως δεν υπάρχει άλλο καταστρεπτικώτερον ζώον. Διότι ο λύκος, ο οποίος ωσαύτως είναι φοβερός χασάπης, δεν φθάνει τα εκατόν. Η παράδοσις λέγει ότι, άμα περάση τα 99, σκάζει ο ατυχής. Αλλά και διακόσια να κόψη το τσακάλι, είναι αδύνατον να το εννοήση ο τσοπάνης. Τον λύκον, μάλιστα. Αυτός είναι πολυθόρυβος, μουρντάρης, όπως οι πολιτικοί. Το τσακάλι όμως άμα κινήση διά να κάμη επιχείρησιν, πρώτα θα επισκεφθή τον τσοπάνην θα εξετάση αν κοιμάται, πού είναι τα σκυλιά, πού τα κοπάδια, προσχεδιάζει τα πάντα, υποπτεύεται όλα τα ενδεχόμενα και τότε αρχίζει την σφαγήν. Σφάζει εκα­τόν και περισσότερα. Αλλά μόνον τα σφάζει ή τα πνίγει, δίχως ούτε το αίμα να ροφά, όπως ο λύκος. Κάνει καταστροφήν, χωρίς να μένη να γευθή τους καρπούς του. Φως φανερόν λοιπόν, ότι υπήρξε πολύ ατυχής η παρομοίωσίς του με τους πολιτικούς. Διότι επί πλέον είναι σπάνιον πράγμα να πιασθή το τσακάλι. Είναι τόσον επιτήδειον, ώστε το πρωί ούτε ντορόν (ίχνη) δεν αφήνει.
Πέρυσι, μολαταύτα, συνελήφθη ένα κατά τρόπον κωμικώτατον. Επήγεν εις την στάνην διά να κατοπτεύση τον τσοπάνην. Αλλ’ εκεί εμυρίσθη γάλα, το οποίον του αρέσει. Ατυχώς όμως το γάλα ήτο εις ένα ξύλινον δοχείον, στενόν επάνω και πλατύ κάτω· έχωσε λοιπόν την μούρην του εντός και, εφ’ όσον έπινε το γάλα, τόσον επροχώρει προς τον πυθμένα, πιεζομέ­νων των αυτιών του, τα οποία όμως, μόλις έφθασαν εις το πλατύ μέρος του δοχείου, επανέλαβον την προτέραν των θέσιν. Άμα λοιπόν έπιε το γάλα και ηθέ­λησε ν’ αποσυρθή, ανεκάλυψεν ότι τα αυτιά του δεν ωπισθοχωρούσαν πλέον. Άρχισε τότε να περιφέρεται προσωπιδοφόρον και να κτυπά δεξιά και αριστερά, ώστε να κατατρομάξη τον τσοπάνην, ο οποίος ενόμιζεν ότι πρόκειται περί διαβόλου. Μετά πολλούς όμως δισταγμούς, αντελήφθη περί τίνος επρόκειτο και συν­έλαβε τον επισκέπτην, τον οποίον και έφερε στο χω­ριό προσωπιδοφορεμένον.
Το τι έτράβηξεν ο ατυχής δεν λέγεται. Αποφεύγω την περιγραφήν των βασάνων του, διότι πρόκειται περί αληθινού ιεροεξεταστικού μαρτυρίου. Ποίος να τους εμποδίση; Ελάμβανον οι χωρικοί εκδίκησιν διά προαιώνια μίση, διά καταστροφάς ατελειώτους, διά ζημίας χιλιάδων δραχμών.
Υποθέτω ότι πονηρότερα μάτια δεν έπλασεν ο Θεός. Μικρά, σπιθωτά, αστραποκίνητα, τέλειοι διάβο­λοι, Τα βλαχόσκυλα, τα βαρυκίνητα και απονήρευτα, δεν καταφθάνουν να προφυλάξουν τα πρόβατα από τα τσακάλια. Διότι έχουν τόσα τερτίπια, ώστε οι βοσκοί να τα θεωρούν πολυμηχανώτερα από την αλεπούν. Φαντασθήτε ότι, όταν γίνωνται κοπάδι διά να κάμουν καμμίαν επίθεσιν - λέγεται ότι έχουν και αρχηγόν ονόματι καπλάνην, είδος λύκου με νύχια σπιθαμιαία - διαιρούνται εις δύο μέρη, εκ των οποίων το ένα κάμνει ψευδεπίθεσιν με τον σκοπόν ν’ αποπλανήση τα σκυλιά, να τα παρασύρη μακράν του κοπαδιού, και τοιουτοτρόπως η άλλη φάλαγξ επιτεθή ανέτως κατά των προβάτων. Οι βοσκοί γνωρίζουν την τέχνην των τσακαλιών και πάντοτε υποπτεύονται την επιδρομήν των από το αντίθετον μέρος των εικονικών εμφανίσεών των.
Άμα διασκορπίζωνται και χάνωνται, επιτυγχάνουν πάλιν την συνάντησίν των με ουρλιάσματα, εκ των οποίων οι πιστικοί εννοούν ότι πρόκειται περί γενικής προσ­κλήσεως προς έφοδον. Αλλ’ είναι εντελώς ανίσχυροι απέναντι των, διότι αλλού ουρλιάζονται και αλλού κάνουν τα θαύματά των! Λέγουν τόσα οι βοσκοί εις δόξαν της πονηρίας των, ώστε μερικά να τα θεωρούν μυθικά. Λέγουν, λόγου χάριν, ότι, ενώ μέρος των τσα­καλιών είναι περί την στάνην ετοιμαζόμενα προς έφο­δον, άλλο τάγμα ουρλιάζει εις μακρυνήν απόστασιν διά να καθησυχάση τους βοσκούς και τους βάλη εις τον ύπνον.
Τα ουρλιάσματα των είναι κάποτε προγνωστικά του καιρού. Άμα, λόγου χάριν, ουρλιάζωνται αποβραδίς, οι βοσκοί περιμένουν την επομένην βροχήν. Υπάρχουν και τσακάλια έχοντα την πονηρίαν της φυλής των και την παλληκαριάν του λύκου. Είναι τα λυκοτσάκαλα, μίγματα τσακαλιών και λύκων.
Αυτά είναι τα μάλλον επικίνδυνα, διότι άμα ορμή­σουν στο κοπάδι δεν εννοούν να φύγουν με κανένα τρόπον. Όπως, ως επί το πλείστον, αι έφοδοί των είναι νυκτεριναί, ο ατυχής τσοπάνης δυσκολεύεται να πυ­ροβολήση, διότι το πιθανώτερον είναι να σκοτώση τα πρόβατα του. Του απομένει λοιπόν ως μόνον μέσον η φωνή, η κραυγή, το πρόγκημα, οι πυροβολισμοί στον αέρα. Αλλ’ ενώ τα γνήσια τσακάλια φεύγουν μόλις ακούσουν φωνήν ή μάλλον παραμερίζουν διά να επιτεθούν αργότερον, ο λυκοτσάκαλος έχει την επιμονήν του λύκου, ο οποίος καλόν είναι να μην αποφασίση έφοδον· άπαξ πηδήση, τίποτε δεν τον αναχαιτίζει. Αυτός είναι ο κατ’ εξοχήν νταής. Δεν κάνει τον παλληκαράν, μάλιστα έχει και κάποια ιπποτικά έθιμα, - ένα των οποίων είναι να μην πειράζη τα γειτονικά μαντριά - αλλ’ άμα κατά λάθος γίνη καμμία παρεξήγησις και πατήση το μαντρί, τότε πλέον δεν φεύγει χωρίς γενναίαν μερίδα.
Αλλά τα κατ’ αυτόν θα τα διηγηθώμεν εις την ιδικήν του ιστορίαν, η οποία θα είναι η μεγαλυτέρα με­ταξύ των παραλλήλων βίων των εξαιρετικών φυσιογνω­μιών του Βουνού και του Λόγγου.
Διάφοροι όμως συμπεθερολογικαί απροσεξίαι της φυλής των εισάγουν εις την ράτσαν των έξεις μικροπρεπείς. Διότι όχι μόνον με τα τσακάλια συμπεθερεύει, αλλά και με τα σκυλιά, το χείριστον δε πάν­των και με την αλεπούν.
Μολαταύτα ο λυκοτσάκαλος δεν εξευτελίζει πολύ το γένος των λύκων. Και παλληκαράς είναι και έξυπνος, όπως τα βέρα τσακάλια, τα οποία, επαναλαμ­βάνω, είναι μεγάλη αδικία να συγχέωνται με τους πολιτικούς.
«Η ζημιά εδώ και ο τσάκαλος στο χωριό», λέγει μία παροιμία. Ποία ελληνική πονηρία ημπορεί να καυχηθή διά τόσην επιτηδειότητα;

Ο ΕΣΒΟΣ
Η Ζωολογία νομίζω τον ονομάζει Ασβόν. Εάν ο Ζωολογικός Κήπος δεν έχη Ασβόν του χαρίζω ένα τον οποίον τρέφω από μηνός με κίνδυνον να μη πάρω πλέον ψήφον από τους χωρικούς μου. Διότι πρώτον το τετράποδον αυτό, το οποίον είναι ένα εύμορφον μίγμα αγριόχοιρου και αλεπούς, είναι κυριολεκτικώς «χαμός» διά τα σπαρτά.
- Καλύτερα να πέσουν στα χωράφια μας δυο βόδια παρά ένας Έσβος! μου έλεγαν προ ήμερων οι γειτόνοι μου γεωργοί.
Τα δίκαια αυτά παράπονά των κατά της περιθάλ­ψεως ενός καταστροφέως των σπαρτών, μου ενθυμί­ζουν ένα από τα συγκινητικότερα δώδεκα επαναστα­τικά αιτήματα των Γερμανών χωρικών του 15ου αιώ­νος κατά των τσιφλικούχων. Παραπονούμενοι διότι τοις απηγορεύετο η καταδίωξις των αγριμιών, τα οποία ανήκον εις την κυνηγετικήν κυριότητα των χωροδεσποτών, έλεγαν: «Υποφέρομεν βλέποντες τα σπαρτά μας, τα οποία ο Θεός μεγαλώνει διά το κα­λόν των ανθρώπων, να τα τρώγουν ανωφελώς αγρίμια δίχως κανένα λόγον και ημείς να είμεθα σιωπηλοί θεαταί τούτου, πράγμα το οποίον είναι εναντίον του Θεού και του πλησίον.»
Δυστυχώς εις την Ελλάδα η κυνηγετική νομοθε­σία είναι ακόμη φεουδαλιστική. Εκ των έως τώρα σημειωμάτων μου περί του αετού, της κίσσας, του μελισ­σοφάγου, του συκοφαγά, λαμβάνει κανείς οπωσδήποτε μίαν ιδέαν της διαρκούς μάχης του χωρικού απέναντι των αγριμιών, τα οποία είναι ολόκληρον πλήθος, όπως θα ιδήτε εις την σειράν αυτήν του «Λόγγου και του Βουνού» και το οποίον πλήθος ενώ σακατεύει την γεωργίαν, μόλα ταύτα ο χωρικός το μάχεται μόνον με τα πρωτογενή δόκανα, του προνομίου του κυνηγίου ανήκοντος μόνον εις τους ευπόρους.
Μετά τα σημειώματα αυτά, θα ομιλήσωμεν διά μα­κρών περί των νέων τάσεων της ευρωπαϊκής νομοθεσίας απέναντι του μεγάλου αυτού ζητήματος, το οποίον απασχολεί σήμερον μεγάλους αγροτικούς συγ­γραφείς βλέποντας εις την σύγχρονον κυνηγετικήν νομοθεσίαν τον ζωντανώτερον φεουδαλισμόν, αφού συμ­βαίνει το μοναδικόν αυτό, να τρέφωμεν ημείς το κυ­νήγι με τα σιτάρια μας, με τα σταφύλια μας, με τα μελίσσια μας, με τους κήπους μας, με τον ιδρώτα μας και να το τρώγουν οι πλούσιοι, δίχως ημείς να έχωμεν το ανθρώπινον δικαίωμα της αμύνης κατά των κατα­στροφέων μας αυτών.
Επιστρέφω εις τον Έσβον, ο οποίος μου έδωκεν αφορμήν εις την αρθρογραφίαν αυτήν. Ο ιδικός μου Έσβος διατρέχει και ένα άλλον κίνδυνον, ο οποίος δεν οφείλεται εις το μίσος των χωρικών κατά των αγριμιών, αλλά εις μίαν ισχυράν λαϊκήν πρόληψιν. Το δέρμα του είναι πολύτιμον ως προφυλακτικόν κατά της βα­σκανίας. Γνωρίζετε εξ άλλων λαογραφικών μελετών ότι η βασκανία, «το κακό μάτι», είναι ο φόβος και ο τρόμος των χωρικών της Ελλάδος. Τρέμουν τους ανθρώπους εις τους οποίους διάφοροι συμπτώσεις απέδωκαν την φήμην του «κακού ματιού». Προχθές μου έλεγε κάποιος γεωργός, ότι τα σπαρτά του ήταν περί­φημα έως την ώρα που επέρασε απ’ εκεί το «κακό μάτι» ενός χωριανού του. Του έρριψε χολέραν εις τα σπαρτά του, τα κλήματά του, εις τις ροδακινιές του και δεν κατώρθωσε να την σταματήση ούτε με αγιασμούς, ούτε με εξορκισμούς.
Προφυλακτικήν δύναμιν κατά της βασκανίας έχουν το δόντι του αγριόχοιρου, το κεχριμπάρι, το σκόρδο, αι τρίχες του λύκου και της αρκούδας και το δέρμα του Έσβου. Διά τούτο όταν προ μηνός έφεραν εις το καφενείον τον Έσβον, η πρώτη σκέψις των χωρικών ήτο να διαμελίσουν το δέρμα του. Ενώ λοιπόν ηπειλείτο ο πτωχός από ένα τοιούτον άγριον θάνατον, τον εζήτησα με την πρόφασιν ότι έχομεν χρέος να τον χαρίσωμεν εις τον Ζωολογικόν Κήπον και έκτοτε τον δια­τρέφω εγκάθειρκτον εις ένα πρώην δημαρχικόν γραφείον, δίχως καμμίαν πρόθεσιν να συμβολίσω την ανάλογον πολυφαγικήν δύναμιν των αγροτικών δημάρχων.
Το βέβαιον είναι ότι έχει ευμορφιάν. Η κεφαλή του, επιμήκης ως του χοίρου, είναι ασπρόμαυρη, με κάτι μικρά εξυπνότατα μάτια. Το δέρμα του τριχωτόν, ως το της αλεπούς, με την οποίαν ομοιάζει και εις τα πόδια. Δεν είναι ακόμη ενός έτους και έχει ανάστημα μεγάλου λαγού. Τρώγει ψωμί όλων των ειδών και προτιμά το σιταρίσιο. Παίρνει εύκολα θάρρος - έφαγε μόλις τον έφεραν εις το καφενείον - και κοιμάται πολύ, τόσον πολύ, ώστε πολλάκις τον εξυπνώ να του δώσω τροφήν.
Εάν ο Ζωολογικός Κήπος δεν τον χρειάζεται, ευ­χαρίστως τον δωρώ εις όποιον τον ζητήση, κατά προτίμησιν πάντοτε εις την νεοσύστατον Εταιρείαν των Ζωοφίλων. Μέχρις Αγρινίου, το οποίον απέχει εντεύθεν 22 ώρας, τον στέλλω ελεύθερον παντός τέλους, όχι όμως και ασφαλισμένον εκ των εν τω μεταξύ χω­ρικών, οι οποίοι, όπως είπα, θεωρούν το δέρμα του πολύτιμον κατά της βασκανίας, το δε κρέας του φάρμακον κατά διαφόρων ζωικών ασθενειών. Μήπως τον χρειάζεται κανείς συνάδελφος διά να μη τον πιάνη κακό μάτι;

ΑΓΡΙΟΓΑΤΑ
Επικηρύσσει η Κυβέρνησις τους ληστάς, αι χωρι­κοί τους λύκους και τους αετούς, και κανείς δεν εσκέφθη να επικηρύξη την τίγριν αυτήν του ελληνικού λόγγου. Αν τα πτηνά είναι χρήσιμα διά τα σπαρτά, τα οποία σώζουν από τα επιβλαβή έντομα, η αγριόγατα είναι ασφαλώς ο μεγαλύτερος εχθρός της ελλη­νικής γεωργίας. Ζη, ως επί το πλείστον, με πουλιά. Και όσα αφήνει αυτή τα ξεπαστρεύουν τα φίδια. Ευ­τυχώς ο Θεός ηθέλησε και έβαλεν εις εμπόλεμον κα­τάστασιν αυτά τα δύο κακοποιά πλάσματα του λόγγου.
Η φιδολογική τέχνη της αγριόγατας είναι θαύμα θαυμάτων πονηρίας. Άμα βλέπη φίδι του δίνει την ουράν της. Εκείνο παλεύει να την δαγκάση, και αφού τοιουτοτρόπως του απασχολήση την προσοχήν με την ουράν της, ορμά και το κτυπά με το νύχι της κατακέφαλα. Εάν το φίδι προφθάση και δεθή γύρω από το σώμα της η αγριόγατα είναι χαμένη. Αλλ’ έχει τόσην τέχνην, ώστε η μάχη θα απολήξη εις βάρος του φιδιού.
Βέβαιος όμως νικητής κατά του φιδιού είναι μόνον ο σκαντζόχοιρος. Πιάνει το άκρον της ουράς του φιδιού και αποσύρει αμέσως την μούρην του εις το ακαν­θώδες κάλυμμά του. Επειδή δε το φίδι, πιασμένον από την ουράν δεν ημπορεί να φύγη, στρέφει και κτυπά τον σκαντζόχοιρον ή μάλλον τ’ αγκάθια του.
Όσον δε πληγώνεται τόσον ερεθίζεται και εξακολου­θεί να κτυπά, μέχρις ότου επιτέλους κατακομματιασθή επάνω στα βελόνια του σκαντζοχοίρου.
Πιστεύω εις την ευφυίαν αυτήν του σκαντζόχοιρου, διότι η λαϊκή ζωολογία - εξ ονόματος της οποίας ομιλώ εις τα σημειώματα αυτά - διηγείται μεγαλύ­τερα τεχνάσματά του. Εις την ιδικήν του ιστορίαν, - είναι το μόνον ζώον, το, οποίον εξακο­λουθεί να φέρη ακόμη τον τίτλον του Ρήγα - ανέ­φερα το πώς ο σκατζόχοιρος κλέβει τα περιβόλια. Μαζεύει εις ένα μέρος, σταφύλια, αχλάδια, σύκα, κυ­λίεται επάνω των, ώστε να εμπηχθούν εις τα βελόνια του, και τοιουτοτρόπως μεταβάλλεται εις οπωροπωλείον. Κατά μίαν ποιητικήν παράδοσιν, την συγκομιδήν αυτήν την φέρει εις την ερωμένην του:
Φέρνει σταφύλι κόκκινο
κυδώνι μυρωδάτο
αχλάδι κατακίτρινο
ροδάκινο μοσχάτο.
Αλλ’ οι χωρικοί, οι οποίοι έπαυσαν πλέον να είναι ποιηταί, διηγούνται ότι ο κατ’ αυτόν τον τρόπον οπωροσκεπαζόμενος σκαντζόχοιρος δεν έχει ούτε ερωμέ­νην ούτε εις ποιητικάς δωρεάς καταγίνεται. Έχει μαζί του ένα σύντροφον, ο οποίος κρυμμένος παρα­πλεύρως του, συλλαμβάνει τα πουλιά, που ρίπτονται επάνω του διά τα σταφύλια και τα σύκα.
Επιστρέφω εις την αγριόγαταν. Η μόνη τέχνη της και το μόνον αγαθοποιόν έργον της είναι η φιδοφαγία. Αλλ’ υποθέτω, ότι κάποιος αταβισμός ενεργεί διά να μισούμεν περισσότερον τα φίδια από την αγριόγαταν. Εννοώ το πάθημα της Εύας. Λόγος άλλος διά να αποκλίνωμεν υπέρ της αγριόγατας δεν βλέπω να υπάρχη. Διότι και κανενός είδους καταστροφή δεν υπάρχει άγνωστος εις την μικράν αυτήν τίγριν. Κυ­νηγά τους λαγούς, τα πουλιά, τα ψάρια, ρημάζει τους ορνιθώνας και τα μελισσομάντρια - σκοτώνει τις μέ­λισσες - επί πλέον δε έχομεν εδώ ένα ατυχή χωρικόν κυριολεκτικώς πετσοκομμένον από τα νύχια της.
Πλάσμα πονηρότερον και κακουργότερον δεν υπο­θέτω να έπεσεν από τα χέρια του Θεού. Η λαϊκή γλώσσα έχει πρόχειρον την φράσιν «παραμονεύει σαν αγριόγατα». Το συνηθέστερον «παραμόνεμα» της αγριόγατας είναι το εξής: Μία αγριόγατα κυνηγά τον λαγόν. Η άλλη πιάνει το «καρτέρι» και εκεί λουφά­ζει, σχεδόν γίνεται ένα με το χώμα. Ο λαγός, όταν καταδιώκεται, είναι στραβός από τον φόβον του. Άμα λοιπόν πέση στο καρτέρι, σωτηρίαν δεν έχει. Τα νύ­χια της αγριόγατας θα γαντζωθούν στον λαιμόν του.
Τα πουλιά πάλιν τα καταδιώκει ως εξής: Πιάνει μίαν κορυφήν δένδρου και παρακολουθεί απ’ εκεί τας διευθύνσεις των. Επειδή κατά την άνοιξιν τα πουλιά πηγαινοέρχονται στα δένδρα φέροντα τροφήν στα μικρά των, εκ των κινήσεων αυτών ανακαλύπτει την φωλιάν των και, άμα σουρουπώση, αρχίζει την δενδροπεριοδείαν. Εάν γνωρίζετε τον εχθρόν αυτόν των πουλιών, ο εαρινός λόγγος την νύκτα θα σας φαίνεται ατελείωτον θέατρον δραμάτων μητρικής στοργής.
Όλαι εκείναι αι φωναί των πουλιών, τας οποίας ανύποπτος διαβάτης ημπορεί να υποθέση ως τραγού­δια, είναι κραυγαί βοηθείας. Εάν ζήτε εις την εξοχήν, δεν έχετε παρά να δοκιμάσετε ως εξής τα μαρτύρια των πουλιών: Να πάρετε μίαν γάταν και να την δέ­σετε εις ένα κήπον. Αμέσως θά την κυκλώσουν ως σύννεφα χιλιάδες πουλιών. Ένα να την ιδή, θα μαζεύση η φωνή του όλα τα πουλιά του χωριού. Όλον το κάτω μέρος του τόξου του πολυμυθικού «Γεφυριού του Μανώλη» είναι κατάστικτον από φωλιές πετροχελιδονιών. Εις το άκρον, γεφυριού υπάρχει ένα χάνι, όπου θ’ ακούσετε χιλιόρρυθμον την παράδοσιν του στοιχειωμένου γεφυριού. Είχα κοιμηθή εκεί προπέρυσι, αφού επί ώρας ήκουσα την παράδοσιν της εύμορφης Πρωτομαστόρισσας, η οποία εξυπνά την νύκτα «με τη ρόκκα της όπως της επήραν τον ίσκιο» και φωνάζει για τον άνδρα της. Κατά τα μεσάνυχτα η ως τάφος σιωπηλή ρεμματιά εγέμισεν από μίαν χιλιόστομον ακατάληπτον κραυγήν.
- Δεν είναι η Πρωτομαστόρισσα… μου είπεν ο Χα­τζής. Είναι η αγριόγατα. Έρχεται για τα πετροχελίδονα...
Ο Χατζής μου περιέγραψε ζωγραφικώτατα το πλάσμα αυτό της αγριότητος.
- Δύο μερών να είναι τα παιδιά της, μου είπεν, ενώ είναι ακόμη θεόστραβα, σηκώνουν τις τρίχες των άμα νοιώσουν άνθρωπον γύρω των και λες πως θα πηδήσουν επάνω σου· ο Θεός να φυλάη.
Ο σιωπηλός λόγγος στοιχειώνει τον Φεβρουάριον από τον ερωτικόν σάλαγον των αγριόγατων. Δίχως άλλο, η νεραϊδολογική λαϊκή μυθολογία οφείλεται εις τους έρωτάς των, οι οποίοι γεμίζουν τα σπήλαια, τα δένδρα και τα ρέμματα με κραυγάς, εις το άκουσμα των οποίων είναι αδύνατον να μη σας έλθη ο νους εις διαβόλους και νεράιδες.
Μετά τας διαφόρους αυτάς διηγήσεις του Χατζή, τον συνεβούλευσα να τουφεκίζη άμα ακούη τα πετροχελίδονα να σκούζουν. Αλλ’ ο μπαρμπα-Κολιός την εποχήν εκείνην δεν ήτο εις ευχαριστοτέραν θέσιν των πετροχελιδονιών. Είχε τρία κορίτσια εύμορφα και εκατόν φυγοδίκους επιμένοντας διά της κουμπούρας να γίνουν γαμβροί του. Ήτο λοιπόν πάνοπλος αυτός και τα κορίτσια του, τα οποία είχεν εφοδιάσει με διά­φορα μαχαίρια, όπως μη «υφίσταται δικαιολογία περί βίας», καθώς έλεγεν. Άμα ήκουσα αυτά τα πράγματα, διέκοψα το κήρυγμα της ζωοφιλίας, διότι θα ωμοίαζα με εκείνον, ο οποίος επήγαινε να ανάψη το τσιμπούκι του από τα καιόμενα γένια του γείτονός του.


ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΕΔΩ




http://www.politikokafeneio.com/neo/modules.php?name=News&file=article&sid=10071

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου