Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2011

ΧΡΗΣΤΟΣ ΧΑΤΖΗΙΩΣΗΦ: «Η ΓΗΡΑΙΑ ΣΕΛΗΝΗ»


ΧΡΗΣΤΟΣ ΧΑΤΖΗΙΩΣΗΦ: «Η ΓΗΡΑΙΑ ΣΕΛΗΝΗ»


*"Βιβλιοπαρουσίαση: «Χρήστος Χατζηιωσήφ, "Η Γηραιά Σελήνη : Η Βιομηχανία στην Ελληνική Οικονομία 1830 – 1940"» " (Σεμιναριο "Ειδικά θέματα Ελληνικής Ιστορίας" ΜΠΣ Πολ. Επιστ. & Κοιν/γίας ΕΚΠΑ 1996)


ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΣΑΚΙΡΗΣ


ΧΡΗΣΤΟΣ ΧΑΤΖΗΙΩΣΗΦ, 1993, “Η Γηραιά Σελήνη : Η Βιομηχανία στην Ελληνική Οικονομία 1830 – 1940”, Αθήνα, εκδόσεις ΘΕΜΕΛΙΟ, σελ. 440

Η αναφορά σ’ ένα έργο που επιδιώκει να εξετάσει δια της επιστημονικής μεθόδου μια σημαντική χρονική περίοδο της Ελληνικής ιστορίας, και δη της οικονομικής, στο βαθμό που αυτό διεκδικεί να καλύψει σημαντικό μερίδιο από την ιστοριογραφία του συγκεκριμένου κλάδου οφείλει, κατ’ αρχήν, να φωτίσει την ιδιαίτερη οπτική του συγγραφέα και την επιστημονική του στρατηγική και τακτική αντιμετώπισης των θεμάτων και των δυσκολιών που ανακύπτουν κατά την πορεία της έρευνας, δηλαδή να εστιάσει τους φακούς στη μεθοδολογία του. Κι αυτό γίνεται με την ιδιαίτερη μελέτη της εισαγωγής του βιβλίου στο οποίο ο συγγραφέας προσπαθεί να ξεμπλέξει το μίτο της Αριάδνης που οδηγεί στην έξοδο από το λαβύρινθο της αναζήτησης πηγών και στοιχείων που θα του επιτρέψουν τη διαμόρφωση των συμπερασμάτων του. Το έργο που ο συγκεκριμένος ιστορικός αναλαμβάνει είναι ιδιαίτερα δύσκολο αν λάβουμε υπ’ όψη μας τόσο τον όγκο των διαθέσιμων στοιχείων που πρέπει να τύχουν επεξεργασίας όσο και τις επιστημονικές «ιδιαιτερότητες» της χώρας μας.

O X. Χατζηιωσήφ θεωρεί ότι η ιστορική μελέτη του κλάδου της βιομηχανίας προϋποθέτει τη «συνεχή διαδικασία προσδιορισμών και οριοθετήσεων» που να αναδεικνύει τα κοινά χαρακτηριστικά των συγκεκριμένων ιστορικών περιόδων και ταυτόχρονα να εντοπίζει εκείνα τα χαρακτηριστικά που, απομονώνοντάς τα από τα γενικότερα πλαίσια του κοινωνικού περιβάλλοντος, προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη ανάλυση των επί μέρους κλάδων για την κατανόηση της δικής τους δυναμικής. Οφείλει ο μελετητής να λάβει υπ’ όψη του το γεγονός ότι η ελληνική, αλλά και η διεθνής, βιομηχανία αναπτύσσεται, με τον ιδιόμορφο και ιδιαίτερο τρόπο της, στο πλαίσιο κοινωνικών σχηματισμών που χαρακτηρίζονται από «μεγάλο βαθμό καταμερισμού εργασίας» που «γίνεται αιτία για έναν ακόμα λεπτότερο τεχνικό και κοινωνικό καταμερισμό των οικονομικών λειτουργιών». Ένας βασικός επίσης παράγοντας που ερευνάται είναι αυτός του κράτους και της γενικότερης σημασίας των παρεμβάσεών του που στοχεύουν από τη μια μεριά στην «αναπαραγωγή των κυρίαρχων σχέσεων παραγωγής στο εσωτερικό του κοινωνικού σχηματισμού» και από την άλλη στην «εξασφάλιση μιας ικανοποιητικής θέσης για την εθνική οικονομία στο διεθνή καταμερισμό της εργασίας».

Ακολουθώντας αυτήν τη μελετητική στρατηγική με συνέπεια ο συγγραφέας μας εισάγει στο κεφάλαιο που είναι βασικό για την ένταξη στον κόσμο της βιομηχανίας και της ιστορίας του και αφορά τις «προϋποθέσεις για την εμφάνιση της βιομηχανίας στην Ελλάδα». Προχωρεί σε μια σύντομη κριτική παρουσίαση των κυριοτέρων θεωρητικών σχημάτων που φιλοδόξησαν να εξηγήσουν την αδύναμη και καθυστερημένη ανάπτυξη της ελληνικής βιομηχανίας. Αυτές ξεκινούν από την αφετηρία της λογικής των αναπτυξιακών σταδίων που αντιπροσωπεύει ο Ξ. Ζολώτας με την απόδοση της προτεραιότητας στην αιτία της «διαθεσιμότητας του χρηματικού κεφαλαίου» με την ταυτόχρονη υποβάθμιση στην αιτιακή αλυσίδα της διαθεσιμότητας της εργασίας. Ο συγγραφέας βρίσκει αναντιστοιχίες ανάμεσα στην πρώτη φάση της εξέλιξης της σκέψης του Ξ. Ζολώτα και στα πιο πάνω συμπεράσματα, τα οποία κρίνει ως ανεπαρκή για την εξήγηση της αδύναμης βιομηχανικής ανάπτυξης και ενταγμένα στα πλαίσια της λογικής της νεοκλασικής οικονομικής σκέψης. Το δεύτερο θεωρητικό σχήμα που βλέπει ως αντίθετο με το σχήμα που αναφέρθηκε ήταν το σχήμα που κατά τη δεκαετία 1980-90 μορφοποίησαν βαθμιαία οι ιστορικοί Β.Παναγιωτόπουλος, Γ.Δερτιλής και Χρ.Αγριαντώνη. Υποστηρίζεται (Παναγιωτόπουλος) ότι η «απουσία κεφαλαίων της χώρας» οφείλεται κυρίως «στο χαμηλό επίπεδο συσσώρευσης κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας». Από το Δερτιλή υποστηρίζεται ότι πρέπει να αλλάξει η ιεράρχηση των αιτιών σε «ανεπάρκεια εργασιακού δυναμικού και κεφαλαίου». Τέλος, η Αγριαντώνη προσθέτει ως βασικό παράγοντα «την επέκταση και διεύρυνση της εσωτερικής αγοράς». Ο Χ.Χατζηιωσήφ θεωρεί ως μειονέκτημα των παραπάνω εργασιών την, έλλειψη (την οποία θεωρεί αναπόφευκτη) στοιχείων στατιστικών σειρών και την ανεπαρκή αξιοποίηση των ήδη διαθεσίμων για την εσωτερική αγορά του 19ο αιώνα στοιχείων. Η δική του μέθοδος συνίσταται στη θεώρηση των δύο πόλων της παραγωγής, δηλαδή της εργασίας και του κεφαλαίου, ως δύο συντελεστών που είναι «πόλοι μιας κοινωνικής σχέσης, της καπιταλιστικής σχέσης παραγωγής». Έτσι η εθνική αγορά «δεν είναι απλώς ένας από τους ευνοϊκούς παράγοντες για την ανάπτυξη της βιομηχανίας, αλλά ο τόπος πάνω στον οποίο αντικαθρεπτίζεται το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών σχέσεων σε έναν κοινωνικό σχηματισμό». Η τεχνική του Χατζηιωσήφ συνίσταται στον υπολογισμό της αξίας της μήτρας των συντελεστών προσδιορισμού της εξέλιξης των τιμών ενός βασικού προϊόντος στις διάφορες τοπικές αγορές της χώρας που μελετάται με στόχο τη διαπίστωση του βαθμού ενιαιοποίησης της εθνικής (ή και υπερεθνικής θα λέγαμε σήμερα) αγοράς.

Ο Χ.Χατζηιωσήφ εστιάζει το ενδιαφέρον του στις περιπτώσεις της κλωστοϋφαντουργίας και της σιδηρουργίας και των μηχανοκατασκευών, βιομηχανικών κλάδων που η μελέτη της ιστορίας οδηγεί το συγγραφέα σε βασικά συμπεράσματα που θα χρησιμεύσουν στη συνέχεια στην εξέταση των σχέσεων των τομέων αυτών με τις άλλες συνιστώσες του κοινωνικο-οικονομικού συστήματος και της αλληλοδιαπλοκής τους. Πρόκειται για δύο τομείς - κλειδιά στην ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας στο βαθμό που η πρώτη σχετίζεται με την παραγωγή βασικών καταναλωτικών προϊόντων (ρουχισμός, είδη οικιακού εξοπλισμού κλπ) και η δεύτερη με την παραγωγή μέσων παραγωγής. Η ένταξη των δύο αυτών τομέων σ' ένα ιστορικό κοινωνικό πλαίσιο είναι αναπόφευκτη για να κατανοήσουμε τις ευκαιρίες αλλά και τους περιορισμούς στην ανάπτυξή τους. Ο χωρισμός της ελληνικής οικονομικής ιστορίας στον οποίο προβαίνει ο συγγραφέας δεν είναι αυθαίρετος αλλά προσδιορίζεται από την αλληλοδιαδοχή δύο διαφορετικών καταστάσεων, το σημείο τομής των οποίων εντοπίζεται στις περιόδους λήξης της εσωστρέφειας και αρχής της εξωστρέφειας της ελληνικής οικονομίας και αντιστρόφως, τηρουμένων πάντα των αναλογιών. Έτσι προσδιορίζει τις περιόδους ως εξής :
- από την ίδρυση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους ως την δεκαετία 1880-90 (περίοδος εσωστρέφειας, πρώτης εκβιομηχάνισης που συμπίπτει με την εμφάνιση των πρώτων ατμοκίνητων εργοστασίων στην Ελλάδα και την πρώτη διαμόρφωση του τραπεζικού συστήματος που περιλαμβάνει την ΕΤΕ ως τράπεζα διαθέτουσα εκδοτικό προνόμιο παραχωρηθέν από το κράτος καθώς και νέες ανώνυμες τραπεζικές εταιρίες στις οποίες περιλαμβάνεται η Ιονική και η Τράπεζα επί της Βιομηχανικής Πίστεως της Ελλάδος)
- από το 1890 ως το 1912 (περίοδος εξωστρέφειας που συνδυάζεται με τη σταφιδική κρίση, τη μεταβολή των οικονομικών και κοινωνικών επιρροών και προτύπων, τη μαζική μετανάστευση που κατευθύνεται κυρίως προς τις ΗΠΑ, τη δραστηριοποίηση των βιομηχάνων προς εξεύρεση νέων αγορών για την κλωστοϋφαντουργία, την οινοποιία και την κατεργασία δερμάτων, την εμφάνιση και επέκταση των σιδηροδρομικών μεταφορών και την μαζική αποδοχή από τον πληθυσμό της Μεγάλης Ιδέας που σήμαινε ουσιαστικά την οικονομική ολοκλήρωση της ελληνικής επικράτειας μέσω της πρόσκτησης των νέων αγορών).
- από την καταστροφή των Μικρασιατικών ελληνικών παροικιών και τη μαζική έλευση στην Ελλάδα των προσφύγων ως το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (περίοδος κατά την οποία η αύξηση του πληθυσμού συνοδεύεται από τη μόνιμη ανατροπή του ισοζυγίου πληρωμών, την άναρχη και έντονη αστικοποίηση, την ανάπτυξη νέων μικροϊδιοκτητικών μορφών τόσο στην πόλη όσο και στην ύπαιθρο με την παραχώρηση στους νέους καλλιεργητές των μεγάλων ιδιοκτησιών, τη συνέχιση της πολιτιστικής ανομοιογένειας του ελληνικού χώρου και κατά συνέπεια της ανομοιογένειας των αγορών).

Εξετάζοντας την περίπτωση της κλωστοϋφαντουργίας ο συγγραφέας διαπιστώνει την παράλληλη πορεία δύο διαφορετικών υποτομέων : της οικιακής βιοτεχνίας και της βιομηχανίας. Η παράλληλη αυτή συνύπαρξη θα διαρκέσει, με όλες τις συνδιακυμάνσεις, μέχρι το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η χρήση ατμομηχανών ξεκινά από τη μεταξουργία και επεκτείνεται αργότερα στη βυρσοδεψία, στη νηματουργία και στην εριουργία. Η εκβιομηχάνιση της βαμβακουργίας επικεντρώνεται στον Πειραιά από το 1860 και επεκτείνεται στην Ερμούπολη και στην Πάτρα. Ως το Β΄Π.Π. θα αναπτυχθούν δύο παράλληλες παραγωγικοί πόλοι : Παλαιά Ελλάδα, Μακεδονία. Οι δύο αυτές αγορές χαρακτηρίζονται από διαφορετικές τοπικές συνθήκες που προσδιορίζουν τις διαφορετικές δυναμικές που θα αναπτυχθούν ιστορικά και που θα έχουν συγκεκριμένα διαφορετικά αποτελέσματα. Η πρώτη περίπτωση της κλωστοϋφαντουργίας της Παλαιάς Ελλάδας διακρίνεται από τη συγκέντρωση της ιπποδύναμης και των εργατών στα πλαίσια της βαμβακουργίας της οποίας κύριο διαφοροποιητικό στοιχείο σε σχέση με τις άλλες βιομηχανικές κατηγοριοποιήσεις είναι το σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό προστιθέμενης αξίας των προϊόντων της ενώ ταυτόχρονα διακρίνεται και από σημαντικά χαμηλά ποσοστά κέρδους, με αποτέλεσμα, ειδικά στα χρόνια που ακολουθούν το 1870 κατά τα οποία ανεγείρονται τα νέα εργοστάσια, ούτε το επενδεδυμένο κεφάλαιο να απολαμβάνει ικανοποιητικών αμοιβών, ούτε οι δανειστές να ικανοποιούνται, ούτε βεβαίως να γίνεται απόσβεση με ικανοποιητικούς ρυθμούς της αξίας των εγκαταστάσεων. Η βασική συνέπεια είναι να αντικαθιστώνται με ιδιαίτερα αργούς ρυθμούς οι μηχανολογικοί εξοπλισμοί των εργοστασίων και αυτή έγινε ιδιαίτερα φανερή και έντονη κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου. Τη δεκαετία 1870-80 τρεις λύσεις υπήρχαν : η καθετοποίηση της παραγωγής, η αύξηση του μεριδίου στην αγορά κι ο έλεγχος των τιμών, η διεύρυνση του φάσματος των προϊόντων της νηματουργίας με λεπτότερα νήματα και συνεπώς μικρότερο ανταγωνισμό και μεγαλύτερα μερίδια κέρδους. Η συνθήκη που διαφοροποιούσε τους εργοστασιάρχες ήταν η ικανότητα και η δυνατότητα να κινητοποιήσουν χαμηλότοκα κεφάλαια και, ει δυνατόν, ίδια κεφάλαια προερχόμενα από άλλες επιχειρηματικές τους δραστηριότητες. Ο ρόλος του κράτους εξαντλήθηκε στην δασμολογική προστασία της εγχώριας παραγωγής έναντι των εισαγομένων χωρίς εν τούτοις να προσφερθεί σε αντάλλαγμα ενίσχυση της υποδομής παρά μόνον ο έλεγχος μέσω του χρηματοπιστωτικού συστήματος στις περιπτώσεις που συγκεκριμένες βιομηχανίες αποκτούσαν «προβληματικό» χαρακτήρα. Στα πλαίσια αυτά ο συγγραφέας ερευνά κάποιες ιδιαίτερες περιπτώσεις ισχυρών βιομηχανικών μονάδων όπως των Αδελφών Ρετσίνα στον Πειραιά καθώς και των Στράτου και Κατσάμπα όσον αφορά την πορεία του επιχειρηματικού εγχειρήματος που γνωρίσαμε με την επωνυμία «Πειραϊκή Πατραϊκή». Στα συμπεράσματά του για την κλωστοϋφαντουργική ιστορία ο συγγραφέας τονίζει ότι, ιδιαίτερα στη διάρκεια του μεσοπολέμου, «βιομήχανοι και κράτος δεν μπόρεσαν να μετατρέψουν τις επιτυχίες που σημειώθηκαν στη διάρκεια της ειδικής συγκυρίας των χρόνων της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης σε βάση για μια μακροπρόθεσμη ανοδική πορεία, που θα ξεπερνούσε τα όρια του κλάδου και αγκάλιαζε το σύνολο της βιομηχανίας». Μια τέτοια λύση θα έθετε ζήτημα κυριότητας, ζήτημα - ταμπού για τα συμφέροντα των βιομηχάνων εργοδοτών. Έτσι επιλέχθηκε η απλή εξισορρόπηση κάποιων ανισοτήτων στα δεδομένα όμως όρια της μικρής βιομηχανικής παραγωγής. Η πολιτική αυτή εμμέσως εκφράστηκε δια μέσου του τραπεζικού πιστωτικού τομέα που είχε αποτελέσματα πολλές φορές ακόμη πιο αρνητικά στο βαθμό που και ο τεχνολογικός εκσυγχρονισμός παραμελήθηκε (μεσομακροπρόθεσμες χορηγήσεις) και δεν ελέγχθηκε η τοποθέτηση των κερδών σε κλάδους διαφορετικούς (πχ οικοδομή) με συνέπειες και στην παραμέληση του τομέα παραγωγής μέσων παραγωγής. H πιο σύνθετη περίπτωση του κλάδου σιδηρουργίας και μηχανοκατασκευών που εντάσσεται στα πλαίσια της παραγωγής μέσων παραγωγής αντιμετωπίζεται με τη μελέτη των περιπτώσεων της Ελληνικής Μεταλλευτικής Εταιρίας, του μηχανοποιείου Βασιλειάδη και άλλων επιχειρήσεων του τομέα, εξετάζεται η ενεργειακή βάση της οικονομίας και αντιπαραβάλλονται για σύγκριση τα παραδείγματα της Ισπανίας και της Ιταλίας που λόγω του Μεσογειακού τους χαρακτήρα έχουν συγγενικές, τηρουμένων των αναλογιών, κοινωνικές δομές με τον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό. Στα πλαίσια της μελέτης εξετάζονται και τα σχέδια επί χάρτου που είδαν το φως της δημοσιότητας και που αφορούσαν την ανάπτυξη της βιομηχανίας σιδηρουργίας και μηχανοκατασκευών. Από τη μελέτη προκύπτει ότι είναι λίγες οι επιχειρήσεις παραγωγής μέσων παραγωγής και βρίσκονται εκτός των βασικών κρίκων της αλυσίδας παραγωγής. Οι μικρές αυτές επιχειρήσεις παράγουν ενδιάμεσα προϊόντα που απευθύνονται προς τις αγορές του εξωτερικού, ενώ άλλες ειδικεύονται στην επεξεργασία ξένων ενδιαμέσων προϊόντων, με αποτέλεσμα να καλύπτεται μόνο ένα ελάχιστο μέρος των αναγκών της εγχώριας παραγωγής για κεφαλαιουχικά είδη και να επιβαρύνεται υπέρμετρα το κόστος παραγωγής. Οι συνέπειες είναι δυσβάσταχτες : η αναπαραγωγή του ελληνικού οικονομικού συστήματος εξαρτάται από το εξωτερικό, η αύξηση της πίεσης στο παθητικό του ισοζυγίου πληρωμών λόγω φθίνουσας νομισματικής κυκλοφορίας, η συνέχιση της παράδοσης της Οθωμανικής αυτοκρατορίας για εισαγωγές ακατέργαστου χάλυβα, σιδήρου και εργαλείων. Η έλλειψη σιδηρουργίας αποδίδεται στην απουσία χρηματικών κεφαλαίων, στην απουσία εκμεταλλεύσιμων κοιτασμάτων καλού σιδηρομεταλλεύματος ή λιθανθράκων, στο μικρό μέγεθος της εσωτερικής αγοράς και στην ανελαστικότητα των παραχθησομένων ποσοτήτων. Οι συνέπειες αντιμετωπίζονταν ανάλογα με τη συγκυριακή θέση της ελληνικής οικονομίας στο διεθνή καταμερισμό εργασίας και, βεβαίως, με τις αντιλήψεις της άρχουσας τάξης που επιβάλλονταν στο εσωτερικό αλλά και στο εξωτερικό. Η σύγκριση της ανάπτυξης των όμορων βιομηχανικών κλάδων στις όμορες Μεσογειακές χώρες (Γαλλία, Ισπανία) είναι ενδεικτική της διαφορετικής λογικής στην αντιμετώπιση παρομοίων προβλημάτων.

Η σχέση της βιομηχανίας με τις τράπεζες και το κράτος αποδεικνύουν για άλλη μια φορά το χαρακτηρισμό της ως «γηραιάς σελήνης». Οι τράπεζες με την πρωτοκαθεδρία της ΕΤΕ και τη συνεπικούρηση των νέων τραπεζών που ιδρύθηκαν με κεφάλαια ομογενών προτιμούσαν το δανεισμό του δημοσίου παρά το δανεισμό των βιομηχανιών και όταν συνέβαινε το τελευταίο η κύρια μορφή δανειοδότησης αφορούσε τη βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση με κεφάλαια κίνησης και πολύ σπάνια με κεφάλαια για ανάπτυξη παγίων εγκαταστάσεων και μηχανολογικού εξοπλισμού. Εξάλλου οι τράπεζες μπήκαν από νωρίς στο παιγνίδι της δημιουργίας μετοχικών επιχειρήσεων στη βιομηχανία στις οποίες είχαν το πάνω χέρι παίζοντας με άνεση το χαρτί των εξαγορών, συγχωνεύσεων και διαλύσεων ανάλογα με τη συγκυρία και τα συμφέροντά τους. Το κράτος από την άλλη εκφράζοντας το συσχετισμό των κοινωνικών δυνάμεων και τάξεων που επικρατούσαν προτιμούσε να αναπαράγει αυτό το συσχετισμό αναπαράγοντας έτσι και την ίδια του την εξουσιαστική πρωτοκαθεδρία στα πλαίσια της ελληνικής κοινωνίας. Ο διττός ρόλος του ήταν από τη μια η αναπαραγωγή της αγροτικής και, γενικότερα, μικροϊδιοκτητικής κοινωνίας του 19ου αιώνα και από την άλλη μέσω της αέναης προσπάθειας για εξυπηρέτηση του δημοσίου και διεθνούς χρέους να τηρεί σχέσεις ανισομερείς και συμβάσεις ετεροβαρείς με τις δανείστριες χώρες που είχαν εγκατεστημένα συμφέροντα στην Ελλάδα (πχ συμβάσεις μονοπωλιακής εκμετάλλευσης επιχειρήσεων κοινώς ωφέλειας).

Η πολύ ενδιαφέρουσα παρουσίαση από το συγγραφέα των θεωρητικών συζητήσεων για το ρόλο και το μέλλον της βιομηχανίας κατά τη διάρκεια των 110 χρόνων που καλύπτει η μελέτη του αποδεικνύει ότι οι συμμετέχοντες στο διάλογο εκφράζουν και σχηματοποιούν τις αντιλήψεις που προκύπτουν από την κοινωνική και ταξική θέση και καταγωγή τους. Ταυτόχρονα οι αντιλήψεις αυτές σε συνδυασμό με την εισαγωγή θεωρητικών σχημάτων από το διάλογο που διεξάγεται στα πλαίσια άλλων κοινωνικών σχηματισμών της Ευρώπης επιδρούν στο ηθικό και στις αντιλήψεις ευρύτερων κοινωνικών στρωμάτων του πληθυσμού με αποτέλεσμα τη γενίκευση της απαισιοδοξίας ιδιαίτερα στα μεσοπολεμικά χρόνια.

Συνοψίζοντας, όσο είναι αυτό δυνατό χωρίς να προδώσουμε το πνεύμα του συγγραφέα σε μια σχηματική υπεραπλούστευση, πρέπει να τονίσουμε :
- την ανεπάρκεια της εσωτερικής αγοράς και τον κατακερματισμό της παραγωγής σε μικρές επιχειρήσεις που είχαν μια διπλή λειτουργία τόσο ως παράγοντες προσδιορισμού του ρυθμού και της κατεύθυνσης της κεφαλαιακής συσσώρευσης όσο και ως προϊόντα της ίδιας της διαδικασίας κεφαλαιακής συσσώρευσης
- την μη ικανοποιητική χρησιμοποίηση της διπλής οδού διαφυγής από τον παραπάνω φαύλο κύκλο που συνιστούσαν οι εξαγωγές και η δραστηριοποίηση με επενδύσεις στο εξωτερικό & οι εξαγωγές εμφιαλωμένων κρασιών δεν ήταν ποσοτικά και ποιοτικά κατάλληλες, οι εξαγωγές βαμβακερών προϊόντων υπόκεινταν στις συχνές και απότομες διακυμάνσεις της διεθνούς οικονομικής συγκυρίας και δεν βοηθιόνταν από την δασμολογική πολιτική του ελληνικού κράτους& ανάλογη ήταν και η περίπτωση των Ελλήνων που δραστηριοποιούνταν στο εξωτερικό ιδρύοντας επιχειρήσεις δίχως την πολιτική κάλυψη του κράτους και που δεν κατάφεραν να αποφύγουν την τεχνολογική απαξίωση και εν τέλει το δρόμο των εξαγορών και των συγχωνεύσεων κυρίως από αμερικανικές, αγγλικές και γερμανικές εταιρίες (πχ καπνοβιομηχανία).
- την περίπτωση της σχέσης μικρής ιδιοκτησίας και της καθολικής (ανδρικής, γεγονός που δεν τονίζει ο συγγραφέας) ψηφοφορίας & σε αντίθεση με την κρατούσα άποψη των τελευταίων δεκαετιών ότι η μικροϊδιοκτητική βάση της κοινωνικής συγκρότησης είναι που ευθύνεται για την πρώιμη υιοθέτηση της καθολικής (ανδρικής) ψηφοφορίας και του κοινοβουλευτικού δημοκρατικού πολιτικού συστήματος ο Χ.Χατζηιωσήφ υποστηρίζει ότι δεν έχουν ερευνηθεί τα αποτελέσματα της αντίστροφης σχέσης & επισημαίνει τη διαρκή προσπάθεια των ιθυνουσών τάξεων και των πολιτικών και θεωρητικών τους εκφραστών να προστατευτούν μέσω της αφαίρεσης της νομιμοποιητικής βάσης του κοινοβουλευτισμού (συνταγματικές και στρατιωτικές παρεκτροπές, ανορθολογισμός) από την επαναστατική «υπερβολή» των λαϊκών τάξεων και στρωμάτων που, ιδιαίτερα, μετά το 1917 θα κάνουν την μαζική εμφάνισή τους αυτόνομα στο πολιτικό προσκήνιο
- την ιδιαίτερη σχέση των κρατικιστικών θεωριών με την πολιτική πράξη μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και την εμφάνιση του οικονομικού εθνικισμού που εκφράζει, με ακραία την περίπτωση της δικτατορίας Μεταξά, την προσπάθεια συγκρότησης ενός πολιτικού συνασπισμού οικονομικών και κοινωνικών δυνάμεων, υπό την ηγεσία του μεγάλου κεφαλαίου και με τη συμμετοχή των ευρέων μικροϊδιοκτητικών στρωμάτων, για την διευρυμένη αναπαραγωγή του κοινωνικού status quo
- τη σχέση της καχεκτικής ιδιωτικής οικονομία και του αδύνατου κράτους που προσανατολίζει τη φορολογία στην κατεύθυνση της εξυπηρέτησης των διογκούμενων χρόνιων προβλημάτων του διεθνούς χρέους και της κρατικής γραφειοκρατίας & η φοροδιαφυγή, όπως την αποκαλούμε σήμερα, είναι σημαντικό μέσο για την επιβίωση της μικροϊδιοκτησιακής τάξης (στην ύπαιθρο με την καθυστέρηση καταβολής των φόρων και στις πόλεις και στις παράκτιες περιοχές με το λαθρεμπόριο, την αποφυγή δήλωσης απόκτησης εισοδημάτων και την απόκρυψη του φόρου κύκλου εργασιών)
- την ελευθερία του εξωτερικού εμπορίου και του εξωτερικού δανεισμού που λειτουργούν ως ισοδύναμα στο διεθνές επίπεδο της ισοπολιτείας των μικρών παραγωγών, της διεύρυνσης της εσωτερικής αγοράς και της επέκτασης της οικονομικής δραστηριότητας χωρίς βαθύτερες ποιοτικές μεταβολές & η κατάσταση αυτή συμπληρώνεται από τη σταθεροποιητική επίδραση των άδηλων πόρων των μεταναστευτικών εμβασμάτων και των ναυτιλιακών εσόδων
- τη σταθερότητα στη μακρά διάρκεια των χαρακτηριστικών και της λειτουργίας του συνολικού συστήματος και την αστάθεια στη λειτουργία των επί μέρους στοιχείων του
- την ανεξάρτητη επίδραση των πολιτισμικών παραγόντων στη λειτουργία του οικονομικού συστήματος και του κοινωνικού σχηματισμού & περιορισμένη σε βάθος και ευρύτητα ρήξη των διαφωτιστών με τη θρησκεία, αυθόρμητα φαινόμενα αποχριστιανισμού κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων και εξισλαμισμού τους με αποτέλεσμα την περιθωριοποίησή του από τον εθνικό κοινωνικό κορμό, αναδίπλωση οπαδών της «προτεσταντικής ηθικής» που υποβοήθησε τη Χριστιανική Δύση στην καπιταλιστικοποίηση και εκβιομηχάνιση των οικονομιών και των κοινωνιών της και, τέλος, την επικράτηση μιας ιδιαίτερης διανοητικής και ηθικής στάσης που συμπύκνωναν οι θέσεις περί «εντίμου πενίας» και «διακριτικής ευημερία» που ήταν, κατά το συγγραφέα, «η ανταμοιβή των ελληνικών πληθυσμών για την εμμονή τους σ’ έναν τρόπο ανάπτυξης που απέκλειε τις οικονομικές και πολιτισμικές κατακτήσεις άλλων κοινωνιών αλλά και το ανθρώπινο κόστος που πληρώθηκε γι’ αυτές».

Ο Χ. Χατζηιωσήφ έγραψε μια από τις πιο πλήρεις μελέτες που έχουν μέχρι σήμερα εμφανιστεί στον ελληνικό πανεπιστημιακό χώρο και μια από τις σημαντικότερες επιστημονικές παρεμβάσεις στον τομέα της οικονομικής ιστορίας μη αρκούμενος στην περιορισμένης ιστορικής διάρκειας έρευνα αλλά εξερευνώντας και ερμηνεύοντας τις συνθήκες ανάπτυξης ενός ολόκληρου οικονομικού κλάδου στις κατάλληλες διαστάσεις του. Θεωρώ πολύ σωστές τις επισημάνσεις του και την πλήρη εξήγηση του χαρακτηρισμού περί «γηραιάς σελήνης». Ένα είναι το σημείο στο οποίο θα μπορούσε, ίσως, να σταθεί κανείς με αρκετά κριτική διάθεση & ενώ διεισδύει πολύ βαθιά στο χώρο της βιομηχανίας και των προσπαθειών των κεφαλαιούχων βιομηχάνων και καταγράφει κι ερμηνεύει τα προβλήματα και τις ανεκπλήρωτες οραματικές υποσχέσεις εν τούτοις υποβαθμίζει το δεύτερο πόλο της κοινωνικής σχέσης της καπιταλιστικής παραγωγής, δηλαδή τις εργατικές τάξεις και στρώματα που υφίστανται την εκμετάλλευση της εργασίας και συντελούν στην παραγωγή του οικονομικού πλεονάσματος. Πέρα από την αναφορά σε κάποιες βασικές συγκρούσεις με τους εργοδότες (καταστολή απεργιών 1923 και 1936) λείπει, σε αντίθεση με τις περιγραφές για τον κόσμο των βιομηχάνων και των σκέψεων και αντιλήψεών τους, η διερεύνηση των τάσεων, απόψεων και διαμαχών που, έστω και με στρεβλή μορφή, υφίστανται στο εσωτερικό των εργατών και των συνδικαλιστικών και πολιτικών τους οργανώσεων και της όποιας επίδρασής τους στην ροή της ιστορίας της βιομηχανίας.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΣΑΚΙΡΗΣ


Τετάρτη, 11 Δεκεμβρίου 1996

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου