Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2011

Ν. Καζαντζάκης – Οδύσσεια


Ν. Καζαντζάκης - ΟδύσσειαFREE photo hosting by Fih.gr

Πρόκειται για το εκτενέστερο στιχουργικό
έργο της ελληνικής γραμματείας, με 33.333 στίχους. Ο Νίκος Καζαντζάκης
γεννήθηκε στο Μεγάλο Κάστρο (Ηράκλειο), την πρωτεύουσα της τουρκοκρατούμενης
Κρήτης, στις 18 Φεβρουαρίου 1883. Στα έξι του χρόνια, γνωρίζει τη ζωή της
προσφυγιάς, εξαιτίας της επανάστασης του 1889, οπότε η οικογένειά του
καταφεύγει στον Πειραιά για έξι μήνες. Πίσω στο Ηράκλειο, ο Νίκος φοιτά στο
δημοτικό σχολείο, όμως η κανονικότητα της παιδικής του ζωής διακόπτεται και
πάλι το 1897. Με την έκρηξη της τελευταίας κρητικής επανάστασης, η οικογένεια
Καζαντζάκη εγκαθίσταται στη Νάξο, όπου παραμένει για δύο περίπου χρόνια. Ο
Νίκος ξεκινά τις γυμνασιακές του σπουδές στη γαλλική Εμπορική Σχολή του Τιμίου
Σταυρού, την οποία διοικούσαν φραγκισκανοί μοναχοί. Μαθαίνει γαλλικά και
ιταλικά και αρχίζει να γνωρίζει την ευρωπαϊκή λογοτεχνία, κυρίως όμως έρχεται
σε επαφή με το δυτικό πολιτισμό. Το 1899, μετά την αποκατάσταση της ειρήνης, η
οικογένεια επιστρέφει οριστικά στο Ηράκλειο, όπου ο Νίκος περατώνει τις
γυμνασιακές του σπουδές, το 1902. (Ολόκληρο σε απλό
κείμενο!!!)

Νίκος Καζαντζάκης



Ν. Καζαντζάκης: Οδύσσεια – Διαβάστε το



Μουσείο Νίκου Καζαντζάκη


ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ

ΟΔΥΣΣΕΙΑ

Α

Ήλιε, μεγάλε ανατολίτη μου, χρουσό σκουφί του νου μου,

αρέσει μου στραβά να σε φορώ, πεθύμησα να παίξω,

όσο να ζεις, όσο να ζω κι εγώ, για να χαρεί η καρδιά μας.

Καλή ’ναι τούτη η γης, αρέσει μας, σαν το σγουρό σταφύλι

στον μπλάβο αγέρα, Θε μου, κρέμεται, στο δρόλαπα κουνιέται

και την τσιμπολογούν τα πνέματα και τα πουλιά του ανέμου·

ας την τσιμπολογήσουμε κι εμείς, να δροσερέψει ο νους μας!

Αναμεσός στα δυο μελίγγια μου, στο μέγα πατητήρι,

το τραγανό σταφύλι λαχπατώ κι ο γαύρος μούστος βράζει,

κι όλη γελάει κι αχνίζει η κεφαλή μες στην ολόρθη μέρα.

Μαΐστρες πέταξεν η γης, φτερά, για το μυαλό κουνήθη

κι η μαυρομάτα ανάγκη μέθυσε και το τραγούδι αρχίζει;

Απάνωθέ μου ο λάβρος ουρανός και κάτωθε η κοιλιά μου,

σα γλαροπούλα απά στη θάλασσα, κι αφροδροσολογάται·

αρμύρα γιόμωσαν τ’ αρθούνια μου, κι αντιχτυπούν στις πλάτες

γοργά γοργά τα κύματα και παν, και πάω κι εγώ μαζί τους.

Ήλιε, τρισήλιε, που περνάς ψηλά και χαμηλά αγναντεύεις,

ένα σκουφί θαλασσινό θωρώ, του καστροκαταλύτη,

ας το κλοτσήσουμε, να παίξουμε, να δούμε ως πού θα πάει!

Έχει ο καιρός μαθές γυρίσματα, το ριζικό ’χει ρόδες,

κι ο νους του ανθρώπου κάθεται αψηλά και τις στρουφογυρίζει·

άιντε, και κλότσο ας δώσουμε της γης, να πάει την κατρακύλα!

Ήλιε, γοργοπαιχνιδομάτη μου, φρογό λαγωνικό μου,

την άγρη που αγαπώ ξετόπωσε και πάρ’ την του κυνήγου

κι ό,τι τηράς στη γης μαντάτευε κι ό,τι γρικάς μολόγα,

κι εγώ θα τα περνώ στου σπλάχνου μου το μυστικό αργαστήρι,

κι αγάλια, με το παίξε γέλασε και το βαθύ κανάκι,

πέτρες, νερό, φωτιά και χώματα θα γίνουν όλα πνέμα·

κι η λασποφτέρουγη βαριά ψυχή γλυκά θα ξεκορμίσει

και θ’ ανεβεί σα φλόγα γαληνή και θα χαθεί στον ήλιο!

Καλά φαγοποτήσατε, παιδιά, στο γιορτερό ακρογιάλι,

γέλιο, χορός και τσιμποφίλημα κι αργό κουβεντολόι

το γλέντι εντός σας γίνη αλάκερο και μες στη σάρκα εχάθη·

μα μέσα μου σηκώθη το κρασί και στοίχειωσε το κρέας,

κι ένας σκοπός θαλασσινός πηδάει και θα με ρίξει κάτω·

ένα τραγούδι ορέχτηκα να πω, κάμετε τόπο αδέρφια!

Ωχού, το πανηγύρι ’ναι πολύ κι ο τόπος είναι λίγος,

ανοίχτε, να ’χω αλώνι να στρωθώ κι αγέρα μην πλαντάξω,

και να μπορώ να ρίξω τα κανιά, ν’ απλώσω τους αγκώνους,

να μη λαβώσω στην αντράλα μου τα γυναικόπαιδα σας.

Τι θα μου πνίξουν το λαιμό, θαρρώ, σύντας θα τ’ αμολήσω

γιαλό γιαλό να παν τα λόγια μου ν’ ανθρωποκυνηγήσουν·

κι όντας ο λάρυγγας σοφράξει πια κι ο πόνος μου στοιχειώσει,

θα σηκωθώ, και θέλω απλοχωριά ν’ ακρογιαλοχορέψω.

Τη φρονιμάδα, Θε μου, πάρε μου, ν’ ανοίξουν τα μελίγγια,

ν’ ανοίξουν οι καταπαχτές του νου, να πάρει αγέρα ο κόσμος.

Ε μωρέ σεις χωριάτες μέρμηγκοι, σταροκουβαλητάδες,

θα ρίξω παπαρούνα κόκκινη, φωτιά να πιάσει ο κάμπος.

Κοράσια με τ’ αγριοπερίστερα στο δροσερό σας κόρφο,

λεβέντες με το μαυρομάνικο το λάζο στο ζωνάρι,

ξερό δεντρό ’ναι η γης χωρίς άνθους, όσο κι αν πολεμάτε·

εγώ, μωρέ, με το τραγούδι μου θα την ανθοβολήσω!

Μαστόροι, αφήστε πια τα σύνεργα, διπλώστε τις ποδιές σας,

σκολάστε απ’ της ανάγκης το ζυγό, κι η λευτεριά φωνάζει.

Κρασί δεν είναι, αδέρφια, η λευτεριά μήτε γλυκιά γυναίκα

μήτε και βιός μες στα κελάρια σας μήτε και γιος στην κούνια·

έρμο τραγούδι ’ναι ακατάδεχτο και σβήνει στον αγέρα!

Πιέτε της Άρνας το γλυφό νερό να καθαρίσει ο νους σας,

ξαλησμονήστε τα φαρμάκια σας και τ’ άτιμα συφέρα,

τα σπλάχνα σας να γίνουν σα μωρού, παρθένα, ανέγνοια, αφράτα·

ανθίσετε έρριζα, μυαλά, να ’ρθει το αηδόνι να λαλήσει!

Και σεις, γερόντοι, σύρετε φωνή, να ’ρθουν ξανά τα δόντια,

να ’ρθουν τα κορακάτα σας μαλλιά, κι ο νους ο νιος να στρίψει!

Μα τον αφέντην Ήλιο, ορκίζουμαι, και την κερα-Φεγγάρω,

ψευτόνειρό ’ναι τα γεράματα και φαντασία ’ναι ο χάρος·

όλα ’ναι της ψυχής καμώματα και του μυαλού παιχνίδια,

όλα αλαφρό μελτέμι που φυσάει και τα μελίγγια ανοίγουν·

τ’ όνειρο απάλαφρα ονειρεύτηκε κι έγινε ο κόσμος τούτος·

ας κάμουμε του κόσμου κατοχή, παιδιά, με το τραγούδι!

Ε συμπλωρίτες, πάρτε τα κουπιά, κι ο καπετάνιος φτάνει·

και σεις, μανάδες, δώστε το βυζί στα βρέφη μη φωνάζουν!

Όρτσα! τις έρμες πίκρες όξω νου, τρουλώσετε τ’ αυτιά σας·

τα πάθη και τα βάσανα θα πω του ξακουστού Οδυσσέα!

Σαν πια ποθέρισε τους γαύρους νιους μες στις φαρδιές αυλές του,

το καταχόρταστο ανακρέμασε δοξάρι του ο Δυσσέας

και διάβη στο θερμό λουτρό το μέγα του κορμί να πλύνει.

Δυο δούλες συγκερνούσαν το νερό, μα ως είδαν τον αφέντη

μπήξαν φωνή, γιατί η σγουρή κοιλιά και τα μεριά του αχνίζαν

και μαύρα στάζαν αίματα πηχτά κι από τις δυο του φούχτες·

και κύλησαν στις πλάκες οι χαλκές λαγήνες τους βροντώντας.

Ο πολυπλάνητος γελάει πραγά μες στα στριφτά του γένια

και γνέφει παίζοντας τα φρύδια του στις κοπελιές να φύγουν.

Το χλιο πολληώρα φραίνουνταν νερό, κι οι φλέβες του ξαπλώναν

μες στο κορμί σαν ποταμοί, και τα νεφρά του δροσερεύαν·

κι ο μέγας νους μες στο νερό ξαστέρωνε κι αναπαυόταν.

Γλύκανε πια, κι απάλαφρα, σουρτά, μ’ ευωδιασμένο λάδι

το αρμυροτάγαρο άλειψε κορμί και τα μακριά μαλλιά του·

κι ήρθεν η νιότη κι ανθοβόλησε τη χειμασμένη σάρκα.

Κι απά στα χρουσοκέφαλα καρφιά, στο μυρωδάτον ίσκιο,

αράδα τα σκουτιά που του ’φανε το αγνό του ταίρι αστράφταν,

με ξόμπλια τρεχαντήρες και θεούς και βιαστικούς ανέμους

τη λιοψημένη χέρα του άπλωσε κι αγάλια ξεδιαλέγει

το πιο φλογάτο κι απλωτά το αναπετάριξε στον ώμο·

κι αχνίζοντας, το μάνταλο τραβάει και δρασκελάει τη θύρα.

Θαμπώθηκαν στον ίσκιο οι δούλοι του, και φλογαντηλαρίσαν

τα καπνισμένα μεσοδόκαρα του πατρικού σπιτιού του·

κι η Πηνελόπη, που άλαλη, χλωμή στο θρόνο προσδοκούσε,

γυρνάει να δει, και παραλυούν τα γόνατά της απ’ τον τρόμο:

«Δεν είναι τούτος που λαχτάριζα χρόνια και χρόνια, Θε μου!

δράκο αναντιάζω σαραντάπηχο ν’ αντροπατάει το σπίτι!»

Ψυχανεμίστη ο μυαλοδόξαρος τη σκοτεινή τρομάρα

της έρμης γυναικός, κι αργά μιλάει στο φουντωμένο σπλάχνο:

«Καρδιά μου, ετούτη που σκυφτή καιρούς σε ακαρτεράει ν’ ανοίξεις

τα κλειδωμένα γόνα και μαζί το θρήνο να χαρείτε,

είναι η γυναίκα που λαχτάριζες παλεύοντας τα πέλαα

και τους θεούς και τις βαθιές φωνές του αθάνατου μυαλού σου!»

Είπε, μα δεν τινάχτηκε η καρδιά στο αντραλεμένο στήθος.

Άχνιζε ακόμα μες στ’ αρθούνια του της νιοσφαγής ο χόχλος,

κι ακόμα τη γυναίκα του βιγλάει στα νέα κορμιά μπλεγμένη,

και θόλωνε ως την κόχευε το αψό, γοργό του μάτι· λίγο

στο μάλε βράσε της σφαγής και τη διαπέρναε το σπαθί του.

Γοργά περνάει και στάθη αλάλητος στο μέγα του κατώφλι·

ο λάβρος ήλιος πια βασίλευε, και γιόμωναν τρογύρα

τα δοξωτά κελάρια κι οι γωνιές ροδογαλάζους ίσκιους.

Στη μέση ο μαύρος κάπνιζε βωμός της Αθηνάς χορτάτος,

και στις μακριές στοές καμπάνιζαν, χλωμές, ξεγλωσσισμένες,

αγαλινά, στη βραδινή δροσιά, κρεμανταλιές οι δούλες.

Γαλήνια πια τα μάτια του τηρούν την αστρομάτα νύχτα

να κατεβαίνει απ’ τα βουνά με τα σγουρόμαλλα κοπάδια·

σαν όνειρο αχνοκαταστάλαξε στα σπλάχνα του κι αρνεύει

το φονικό του μεροκάματο κι ο βρούχος της σαγίτας·

κι η τίγρισσα αναγλείφουνταν καρδιά στα σκοτεινά, χορτάτη.

Μες στην απόλουτρη χαρά γαλήνευαν τα φρένα κι ούτε

τηρούσαν πίσω τους τα γαίματα μήτε αναδεύα ακόμα

στις δολερές ανεγυρίδες τους πώς να γλιτώσουν πάλε

το φοβερό κεφάλι απ’ τους τρανούς κιντύνους που το ζώναν·

άμαχα φραίνουντα ο πολύπαθος την άγια ετούτην ώρα

που ανέγνοιος, νιολουσμένος στέκουνταν στο πατρικό κατώφλι.

Μα ωστόσο απλώνεται μες στις αυλές το νιόλουβο μαντάτο

πως ήρθε ο αφέντης, πάτησε χωστά το γονικό του χώμα

και σαν ταυριά κατάσφαξε τους νιους αράδα στα τραπέζια.

Των νιοσφαμένων οι γονιοί σκυφτοί στις ράβδες τους σκληρίζουν,

πορτί πορτί τη χώρα κουρταλούν, τα πλήθη ανεμαζώνουν·

οι χερομάχοι απολυτάριξαν στη γης τα σύνεργά τους,

σφαλνού οι τεχνίτες τ’ αργαστήρια τους, και κλωθανηφορίζουν

απ’ του γιαλού τα καπελειά τρεκλίζοντας οι λαμνοκόποι.

Με βουή στην αγορά τσαμπιά τσαμπιά σμαριάζουν, ως μελίσσια

που δουν ζωνόσβουρο μες στο φρασκί να μελοδιαγουμίζει.

Μια χήρα αντρούς που σε άγρια ακρόγιαλα για την Ελένη εχάθη,

Τ’ αχάδευτα βραχιόνια ανάσκωσε, τ’ αντρολαχταρισμένα:

«Καλώς τον ποδεχτήκαμε, παιδιά, το γαύρο μακελάρη!

Κρατά μας χάρες ντάργα και σπαθί και τρία γυαλιά φαρμάκι·

το ένα να πίνουμε την ταχινή και το άλλο με το γιόμα,

το τρίτο, Θε μου, το πικρότερο, σαν πέφτουμε στην κλίνη.»

Σούρνουν φωνή κι από τα δώματα ξεσμηλιωθήκα οι χήρες·

δένουν σφιχτά τις μαύρες μπόλιες τους, βαριά κορφοχτυπιούνται:

«Ανάθεμά τον που μας έκαψε στον πρωταφράτο ανθό μας!

Τα τίμια σπίτια μας ερήμαξαν κι οι κλίνες αραχνιάσαν

για το χατίρι μιας ξετσίπωτης αντρομαυλίστρας κούρβας!»

Καταχτυπούν τα στέρφα στήθια τους που δίχως γιο ψυγήκαν,

και μια την πήρε το παράπονο, κινάει το μοιρολόι:

«Δεν το ’χω πως μου πέθανε ο καλός και χήρεψε η αγκαλιά μου,

μόν’ το ’χω που τα στήθια μου έγειραν κι οι ρώγες μαραθήκαν

χωρίς να βγάλουν γάλα κι ένας γιος να τα γλυκοδαγκάσει!»

Αναφουντώσαν οι παλιές κρουφές λαβωματιές στα σπλάχνα,

τα μάτια θόλωσαν, σκοτείνιασε το ανάριο φως του γήλιου,

κι από πικρούς ανέλπιδους γιαλούς αρμένισαν, καβάλα

σε μαύρα νέφαλα πλεούμενα, σκιανοί ξενιτεμένοι.

Διανεύαν στο έρμο δειλινό βουβοί, περιπλεμένοι αράχνες,

και τοίχο τοίχο εσέρπαν βιαστικοί, πόρτα την πόρτα εμπαίναν.

Ποιος τον πατέρα του άγγιζε αλαφριά, κι ανατριχιούσε ο γέρος,

και ποιος τις σκόρπιες πέτρες ίσκιωνε του μαύρου ρημαδιού του·

κι άλλος τον κόρφο της γυναίκας του, το μηλομαραμένο.

Κι οι χαδεμένες ράχες έτρεμαν, τα γόνα ακρολυγούσαν,

άντρες νεκρούς ο αγέρας πήχτρωσε, κι οι χήρες πλανταμένες

τις αδειανές σφαλνούσα αγκάλες τους και γλυκοξεφωνίζαν.

Κουλός, που του ’φαγαν τα χέρια του τ’ ακρόγιαλα της Τροίας,

πέτρα σκαρφάλωσε, και γύρα του σφιχτομονηταρίζουν

κουλοί, τυφλοί, σκεβροί, σακάτηδες του αντροφαγά πολέμου:

«Συντρόφοι» μούγκρισε τινάζοντας τα κουτσοξέραβδά του

«ο αφέντης έφτασε, έφερε άβλαβο κι ακέριο το κορμί του —

τα μάτια του τα δυο, τα χέρια του, τα πόδια, το μυαλό του·

κι εμείς, μπουσουλωτά ζωντόβολα, το χώμα χώμα πάμε,

χωρίς παλάμες παλαμίζουμε, χωρίς κανιά πηδούμε,

και κουρταλούμε με αδειανούς βορβούς τ’ αρχοντικά κονάκια!»

Κόπη η φωνή και χώθη η κεφαλή στο κούφιο μονοπλάτι·

χουγιάζουν οι συντρόφοι, τον αρπούν πνιχτά στην αγκαλιά τους,

κι οι χήρες ποδιαντράπηκαν, χιμούν ξεσκέπαστες στους δρόμους,

αρπούν δαδιά, σκορπίζουν στα στενά και συδαυλούν τους άντρες:

«Μωρέ, χαρά στ’ αντροπαλίκαρα που κλαψοσαλιαρίζουν!

Πάρτε τη ρόκα και τον άδραχτο, μαυρομαντιλωθείτε,

κι άιντε, φωτιά! σηκώστε τα δαδιά, κι απάνω του, γυναίκες·

απόψε στάχτη το παλάτι του θα σκορπιστεί του ανέμου!»

Μες στη γαλήνη της βραδιάς νογάς, τραχιέ θαλασσομάχε,

του αδιάντροπου λαού τη χλαλοή και του δαδιού το λάμπος·

απλώνεις το λαιμό, αφουγκράζεσαι, παίρνει φωτιά η καρδιά σου:

«Σαν άγρια θάλασσα στα πόδια μου και το νησί σαλεύει·

κι εγώ που θάρρουν θα ’βρισκα στεριά να ριζοχωματίσω!

Ξηλώθη η στέρεη αρμοδεσιά της γης, ξεχάσκισε η πλεούσα,

τηρώ δεξά την τσούρμα να βογκάει, ζερβά το αρχοντολόι,

πολλά βαραίνει το φορτιό, θα σηκωθώ να κάμω χύση!»

Είπε, και ρίχνει δρασκελιά αδραχτά στη μέση της αυλής του·

τ’ αρθούνια του, τα χείλια του, τ’ αυτιά, σα λαγωνιάρη σειούνταν·

η χέρα του άδραξε, πασπάτεψε κρουφά κατάσαρκά του

το δίστομο φαρδύ μαχαίρι του το πολυδουλεμένο —

κι ευτύς ολόβολο το σπλάχνο του γαλήνεψε και φράθη.

Οι δούλες απ’ τ’ ανώγεια ξέκριναν το πλήθος να μαυρίζει,

λυούν τα φακιόλια τους, και γιόμωσε πλεξούδα ο γυναικίτης·

αναντρανίζει κι η βασίλισσα, πετιέται στο κατώφλι

κι αρπάει χωρίς μιλιά τα γόνατα τ’ ασάλευτα του αντρούς της·

μα αυτός γοργά διατάει τα θηλυκά να σφαλιχτούν στο ανώι,

γυρνάει την κεφαλή, πατάει φωνή και προσκαλνάει το γιο του.

Ο γιος μες στο λουτρό το ανάκρασμα γρικάει, πετιέται απάνω,

τη σκλάβα αναμεράει που ξέπλενε τα στήθια του απ’ το λύθρο

κι ορμάει γυμνός και στέκει λάμποντας στο λάβρο αφέντη πλάι.

Άχνιζε ακόμα το κρουστό κορμί, και στο μουχρόν αγέρα

γυαλοκοπούσε ως προύντζινο σπαθί που τη σφαγήν εφράθη·

ο που γεννήσει γιο δεν πέθανε, γυρνάει ο γονιός, κι ολόρθα

τα θαλασσόδαρτα ανατρούλωσαν ταξιδεμένα σπλάχνα.

Καλός του φάνταξε ο λαιμός, καλά τα στήθια του κι οι πλάτες,

γοργόστροφες οι νιες του κλείδωσες, κι οι βασιλόφλεβές του

με ορμή βιτσίζαν στα λιγγιά ψηλά, βαθιά στους αστραγάλους.

Αναγαλλιάει ο γονιός με γρήγορη ματιά, σαν αλογάρης,

το σπαθωτό καλόσπαρτο κορμί κυκλώνοντας του γιου του:

«Δεν είμαι ο νιος εγώ που στέκω ομπρός στο παλιοκαύκαλό μου,

αμούστακος, αγνός, με την καρδιά γιομάτη ακόμα χνούδι,

κι είναι μπουμπούκια εντός μου οι συφορές, γαρούφαλα οι πολέμοι

και φτερακίσματα στο μέλιγγα τα μακρινά ταξίδια;»

Τα φρύδια μάζωξε, η πολλή χαρά μην προδοθεί, και κάνει:

«Βίγλα αψηλή του κάστρου του σογιού, γιε μου, μοναχογιέ μου,

στήσε το αυτί, ο λαός αναφτεράει κι ασκώνει μας κεφάλι·

αρματωθήκαν οι σακάτηδες, ξεζεύλισαν οι δούλοι

κι ανέβηκε η σαβούρα στον αφρό, να ξεκαπετανίσει!

Τάξε το κύμα και κατάπιε με, δε γύρισα απ’ τα ξένα,

κι έλα, μολόγα πως θ’ αφέντευες την ανταρσιάν ετούτη!»

Γλυκό αγεράκι εφύσαε στα σγουρά του αγουρομελιγγάτου,

κάπου το νυχτοπούλι στέναξε μες στην ελιά και χάθη

κι αλάργα το νερό κακάριζε σε μαγληνά χοχλάδια —

εύτυχη η νύχτα στο πρωτόπνι της γλυκοπαραμιλούσε.

Στράφηκε ο νιος στον αδροσύντυχο που του μιλούσε αφέντη:

«Κύρη, τα μάτια σου αίμα ξεχειλούν κι οι φούχτες σου καπνίζουν!»

Τα γέλια χτύπησε ο βαρύς φονιάς και φούχτωσε το γιό του·

τρόμαξαν δυο κοράκια στα κλαριά και κρουφοφτερουγίσαν,

κι όλος ο γέρος δέντρος της αυλής συνάστερος κουνήθη:

«Βάστα το γέλιο μου, μοναχογιέ, να μη σε ρίξει κάτω!»

Ο γιος με οργή τινάχτη, απ’ του γονιού να λυτρωθεί τη φούχτα:

«Θαρρώ, στο πλάι σου ορθός, καλό κι εγώ πως δούλεψα δοξάρι·

χόρτασαν, κύρη, πια τα χέρια μας, εφράθηκαν το φόνο.»

Παίξαν, τρικύμισαν δοξαρωτά του ανέσπλαχνου τα φρύδια:

«Στα μακρινά νησιά και στις στεριές καπνίζουν, μάθε, γιέ μου,

τα λιπαρά παλάτια και βογκούν σφαμένοι οι βασιλιάδες.

Ξεθράσεψε ο λαός, οι πόλεμοι μαυρίσαν την καρδιά του,

κι απλοχερούν τις σεβαστές κορφές του ανθρώπου να θερίσουν·

της μοίρας πια τη ζυγαριά νογώ ν’ ανεβοκατεβαίνει!»

Τολμητερά τα μάτια ασκώνοντας ο γιος απηλογήθη:

«Αν ήμουν βασιλιάς, στου πλάτανου τον ίσκιο θα καθόμουν

και σαν πατέρας τα παράπονα θα γρίκουν του λαού μου,

δίκια τη λευτεριά και το ψωμί μοιράζοντας στο πλήθος·

αρέσει μου τους γέρους ν’ ακλουθώ ρηγάδες μου παππούδες.»

Χαχάρισε ο γονιός, και σπίθισαν τα μάτια του στη νύχτα:

«Ε γιέ μου, τους προγόνους του ακλουθάει που τους αφήνει πίσω!»

Ο νιος τρομάζοντας πισωβολάει και συλλογίστη: «Ετούτος

σαν κούνελος το κάθε μες στη γης αρσενικό θα πνίξει!

Να μπόρουν, Θε μου, να τον άδραχνα, πιστάγκωνα στην πλώρα

της πιο φτεράτης τρεχαντήρας μου γερά να τον καρφώσω·

πίσω στον ήλιο τον αμήγυρο να πάει, να μη διαγύρει!»

Ο αστραπονούσης μάντεψε άσφαλτα τους λογισμούς του γιου του,

κι ολομεμιάς η ξάστερη καρδιά στα σύννεφα τυλίχτη:

«Θαρρώ πολλά νωρίς μου βιάζεσαι, μοναχογιέ, να φύγω·

αχ, πέθανε, καλέ, να σε αγαπώ, ζήσε να σ’ έχω αμάχη!»

Ντροπιάστη ο νιος και σώπασε, στη γης συγκλίνοντας την όψη·

μα ο ρουφουλιάς γονιός ανατριχιάει, τι ξάφνου αναθυμήθη

σαν ήταν νιος αμούστακος κι αυτός, στης νιότης του το χόχλο,

αρματωμένη χέρα σήκωσε του ειρηνικού γονιού του.

Γοργοδρασκέλουν μαύρο φάραγγα κι αγριμοκυνηγούσαν·

και να, βαρβάτος κάπρος φάνηκε μες σε βαθιά λακκούβα

ν’ αναμουράει τη γης γκουίζοντας με τα χαλόδοντά του.

Κι ως ξαναμμένοι λάκιζαν, κι ο νιος με το κοντάρι ορμούσε,

στα πόδια μπερδουκλώθη του γονιού και πέφτει κουτρουβάλα.

Πετιέται ευτύς ορθός αφρίζοντας, και στου θυμού τη βράση

το γαίμα ανέβη, καταλάσπωσε τα ξαγκρισμένα φρένα —

και χύθη ουρλιάζοντας στον κύρη του, μα πρόφτασαν και μπήκαν

στη μέση οι λαγωνιάροι σκύλοι τους και τους εξεχωρίσαν·

και τώρα να, στου γιου του τη ματιά, το σκοτεινό φαράγγι!

Τη χέρα του άπλωσε, άγγιξε απαλά την κορακάτη χιούτη:

«Ε νιούτσικε, τον πόνο σου πονώ, τη βιάση σου αγαπώ τη·

μη μου βαρυγκομάς, κι όλα θα ’ρθουν, καλέ, με τη σειρά τους.

Εγώ το χρέος μου έκαμα του γιου, ξεπέρασα τον κύρη·

τώρα και συ ξεπέρνα με, αν μπορείς, στο νου και στο κοντάρι·

σα δύσκολο πολύ, μα αν δεν μπορείς, ξοφλήθηκε η γενιά μας

κι ήρθε η σειρά στο κουρνομάζωμα να μας διακυβερνήσει!»

Είπε, κι ακράνοιξε την ξώπορτα ν’ αφουκραστεί το βόγκο

και σπάθιζε σα φλόγα μυτερή στον άνεμο το αυτί του.

Ζυγώναν, φούντωνα οι φωνές, το ποδολάτι αντιβροντούσε

στο χοντροχόχλαδο βασιλικό του παλατιού ανηφόρι.

Άναβαν σβήναν τα δαδιά στ’ ανεγυρίσματα της στράτας·

κι ο πονηρός γυρνάει περγελαχτά στο νιο και τον λοχεύει:

«Παράργησες, καλέ, να γεννηθείς, καιροί βαριοί πλακώσαν,

κι ο πλάτανός σου πλατανόμηλα γρήγορα θα κρεμάσει

για τα κεφάλια μας, μοναχογιέ, για των φαμεγικών μας.

Άε σύρε, ζώσε το σπαθί σφιχτά, κι αν ζήσουμε, μια μέρα

μπορεί στον ίσκιο ειρηνικά και μείς να καλοθρονιαστούμε·

μα τώρα τ’ άρματα λογιάζω εγώ του αντρούς το πρώτο χρέος.»

Με βιας στο σπίτι εχύθη ο νιος και στους αφράτους ώμους ρίχνει

γαλαζοπλούμιστο μαντί με χελιδόνα ασημοκλείδι

κι αρμολογάει στ' αλαφροπόδαρα τα πλουμιστά σαντάλια·

κι από τον καπνισμένο στύλο αρπάει και ζώνεται με ασπούδα

το χρουσοξόμπλιαστο φαρδύ λουρί με το χαλκό ξιφάρι.

Ξεμανταλώσαν την οξώπορτα, τινάχτηκαν στη στράτα

κύρης και γιος σα λιόπαρδοι, αλαφριά τη γης νυχοπατώντας.

Γλυκιά ανοιξιάτικη βραδιά, τα πρώτα αστέρια κρεμαστήκαν

στο γαλαζόμαυρο ουρανό δροσάτα, χνουδωτά, και τρέμαν

σαν τους ανθούς της πρώιμης μυγδαλιάς στο απόσπερο αγεράκι.

«Θυμούμαι, γιέ μου, ένα λαμπρό νησί που μ’ έριξε το κύμα»

μιλάει ο γονιός κι αστράψαν μέσα του τα γαλανά ακρογιάλια·

«τ’ ορθό καράβι μου τσακίστηκε στους βράχους μιαν εσπέρα,

κι όλη τη νύχτα χαροπάλευα με το αφρισμένο μνήμα·

πότε ο θεός μου εσπούσε τα νεφρά, και πότε εγώ του εσπούσα

στις βρυγιασμένες απαλάμες μου το αντρόφονο τρικράνι.

Κράτουν την πεισματάρα μου ψυχή στα δόντια μου, σαν κρέας·

κι ως χάραξε, άπλωσα τα χέρια μου, χεράκωσα τον κόσμο,

κι από κλαρί πιασμένος λυγαριάς σούρθηκα αργά στον όχτο·

κι ευτύς ο παντοδύναμος θεός ο πονοκαταλύτης

χύθη απαλόχνουδος κι ανάπαψε τη ρημαγμένη σάρκα.

Την άλλη αυγήν αυγή στον ύπνο μου τα βογκερά χοχλάδια

γελοχαχάρισαν, και γρίκηξα ν’ αντιλαλούν τα φρένα

σα γιορτερός γιαλός με τσόκαρα και γυναικίσια γέλια.

Πολληώρα εκράτουν τα ματόφυλλα κλεισμένα και χαιρόμουν

σαν πλάνο αδονολάλημα τη γης και τη ζωή του ανθρώπου·

μα ο νους λαχτάρησε, κι ακράνοιξα τ’ αναπαμένα μάτια·

κοπέλες παίζαν στη στρωτή γιαλιά με τα μαλλιά λυμένα,

φλογάτα μήλα ανάριχναν στο φως και, μακραλαφροπόδες,

τ’ αδράχναν πεταχτά, και ξάστραφταν ορθοί οι λαιμοί στον ήλιο.

Και μες στις κοπελιές, δροσόκορμη γλυκιά βασιλοπούλα,

με αναδετά μελόχρουσα μαλλιά στο νιόλουστο κεφάλι,

γυμνή καμάρωνε τις βάγιες της στην αμμουδιά να παίζουν.

Ορκίζουμαι, τα κοσμογύριστα χορτάτα ετούτα μάτια,

που αξιώθηκαν να δουν αθάνατες γυμνές στα περιγιάλια,

κορμοστασιά πιο βεργολυγερή δε χάρηκαν ποτέ τους·

σαν ήταν δεκατέσσερων χρονών, όμοιο, θαρρώ, θ’ ανθούσε

μες στις βαθιές δροσάτες καλαμιές το σώμα της Ελένης.

Κι είπα λαχταριστά μες στ’ αρμυρά του σωθικού θαλάμια:

Καλό πολύ ’ναι τούτο το κορμί να μου βυζάξει αγγόνια!»

Τινάχτη ο νιος, ροδοκοκκίνισε, κι οι μέλιγγοί του επαίξαν.

Κρίνο αψηλό σε μακρινή αμμουδιά, κι ο νους του συσηλίζει·

γέλιο αργυρό κι αστραφτερός λαιμός και μήλα μυρωδάτα

και χέρια που αντιστέκουνται κι ανοιούν και ξανακλειούν αγάλια·

και να ’ναι η μαύρη νύχτα πάρωρη κι η χαραυγή σκοτάδι,

και να γρικάει να σειούνται αλαργινά, μες στα ζεστά περβόλια,

οι νιες γλυκομηλιές και να πετούν στο χώμα τον καρπό τους!...

Αναχητώθη ο νιος, μα δε μιλάει· στο νου του ξάφνου εχύθη

ακράτη αγάπη για τον άρπαγο που του μιλούσε κύρη.

Τέτοια λαλούσαν και κατέβαιναν οι αφέντες απ’ το κάστρο·

το αγέρι εφύσαε δροσερό κι η γης ευώδαε αποβροχάρα

κι αναστενάζαν μες στις γριές ελιές τα ερωτονυχτοπούλια.

Κάπου αψηλά στο σύλογγο ουρανό, στο φύσημα του αγέρα,

μαδούσαν κι έπεφταν κατάσπροι ανθοί τ’ αστέρια στο σκοτάδι·

και χαμηλά στη γης, συναστεριές, τα σπίτια λαμπύριζαν,

και στα κατώφλια οι λύχνοι πρόβαιναν, τους νυχτοπαρωρίτες

να κρουφοδούν που τόσο αρπαχτικά το κάστρο κατηφόρουν.

Μα ευτύς οι θύρες αμπαρώνουνταν στη σιγαλιά βροντώντας·

φτύναν στους κόρφους οι γερόντισσες και το κακό ξορκίζαν,

κι οι μαύροι σκύλοι ετρέμαν κι έχωναν στα σκέλια την ουρά τους.

Σκυφτός ο κλεισοσπίτης δέχουνταν στ’ αρμυροσπάραχνά του

τ’ ανόσια, ψακερά του αδιάντροπου λαού κακοδεξίμια.

Τ’ ανταρεμένα στήθια του αστραπή διαλόχισε η λαχτάρα

να πέσει απάνω στο νησί και να περάσει απ’ το σπαθί του

γυναίκες κι άντρες και θεούς, και να σκορπίσει στο φλογάτο

πλατύ γιαλό, τα ξημερώματα, τη στάχτη της πατρίδας.

Τέτοια μουγκά στο νου του ανάδευε του αιματολάφτη η φρένια·

κι ο γιος τον κόχευε ανεμίζοντας τους λογισμούς με τρόμο

του ανήλεου ξενομπάτη που άξαφνα κατέβη στο νησί του,

νυχτοδιαγούμισε τη μάνα του, τους δούλους, το παλάτι,

κι απ’ τις μακριές πλεξούδες του άρπαξε τη ρηγικιά κορόνα.

Ποιος ήταν; Το αίμα του δε χόρεψε, στο ιερό κατώφλι του όντας

χωμένο στα κουρέλια, μουλωχτό να μπαίνει τον πρωτόδε·

κι η μάνα του δεν έπεσε γλυκά στον κόρφο του ν’ αράξει,

μα τρομαγμένη λάγαζε άλαλη βαθιά στο γυναικίτη.

«Κύρη, με καλοσύνη μίλησε στο αγαπημένο πλήθος·

κράτα τη μάνητα σαν άρχοντας, και βάλε με το νου σου

ψυχή πως έχει κι ο λαός, θεός κι αυτός, μα δεν το ξέρει!»

Μίλησε ο νιος αναντρανίζοντας ξεθαρρετά τον κύρη.

Μα τώρα αυτός ανάπνεε θάλασσα, δροσολογούντα ο νους του,

κοντοζυγώναν πια το ακρόγιαλο, κι όλο σπαρτάρα ασκώθη

στα σωθικά του γλάρος πέργιαλος και φτερουγοκοπούσε.

Κι οι χήρες τα θλιφτά φακιόλια τους και τα δαδιά ανεμίζαν,

τρέμαν βαθιά τα φυλλοκάρδια τους μα δεν το μολογούσαν,

κι όλες αντάμα ταίριαξαν σκοπό, και με βραχνά λαρύγγια,

ωιμέ, τον τραγουδούν ξεφωναχτά, να στυλωθεί η καρδιά τους:

«Φόρα, παιδιά, τα βυζομάχαιρα, κι όπου το βγάλει η βράση·

για που θα σιάξει απόψε μια δουλειά για που θα σοχαλάσει!»

Μα ολομεμιάς σταθήκα ανάτρομες και κόπηκε η φωνή τους·

τι ξάφνου μες στ’ αντιλαμπίσματα νογούν τ’ ορθό κεφάλι

το μυτεροσκουφάτο και τ’ αδρά μουστάκια που ψαρύναν

απ’ τον πολύ γιαλό, και το στριφτό βλεφάρισμα του αφέντη.

Κορμιάσαν όλοι· χώθηκαν οι νιοι στις γυναικίσιες πλάτες,

κουφογονάτιασα οι σακάτηδες, στραβολαιμιάσα οι γέροι,

και γρίκαες μόνο απ’ τα χοντρά δαδιά να στάζει αργά η ρετσίνα.

Κατάματα ο φονιάς, χωρίς λαλιά, τηρούσε το λαό του·

διπλές εντός του οι στράτες άνοιγαν για να περάσει η πράξη —

το λιόντα νου, που πια αψηφάει θεούς, παραθεούς κι ανθρώπους,

να τον αρθαμολήσει ελεύτερο στα χοντροκόπαδά του,

για το λαό να σπλαχνιστεί, φαρδιά ν’ ανοίξει τις αγκάλες,

και γαληνά με το κοπάδι του καλός βοσκός να σμίξει.

Ζυγιάει, και βρίσκοντας συφερτικό την ώρα αυτή το σπλάχνος,

ανοίγει ολόχαρες τις αγκαλιές και χαιρετάει το πλήθος:

«Χίλια καλώς σας βρήκα, γέρικα και τρυφερά βλαστάρια

του πολυκάρπωτου, πολύκλαρου, βασιλικού ραβδιού μου!

Ήρθα κρατώντας την εγδίκηση, στα χέρια, και το δίκιο·

την τάξη πρώτας έβαλα άσπλαχνα στο σαλεμένο κάστρο

και τώρα να, κατηφορώ να χαιρετήσω το νησί μου·

κι αναγαλλιώ θωρώντας το λαό με τους δημογερόντους

ν’ ανηφορούν, τον πολυπλάνητο να προσκυνήσου αφέντη!»

Μιλούσε, κι έλαμπε ως κριαριού στο αρνοκοπάδι η κεφαλή του.

Μερμήδιζε ο λαός, παράδερνε ’πό πέτρα σε λιθάρι:

πάππου προσπάππου ραχοκόκαλα στη ζεύλα ζευλωμένα,

πίκρες παλιές, τρομάρες σκοτεινές και χέρια που ξυλιάσαν,

πότε κουπιά στ’ αρχοντοκάραβα, πότε θρινιά στ’ αλώνια·

και πού ν’ ασκώσει κεφαλή η ψυχή, να πάρει η δόλια μπόι!

Μα τώρα ανατινάχτη μια φωνή στ’ αδικημένα στήθια,

κι η λευτεριά τρεμάμενη άνοιξε το ανάπαλό της στόμα·

τι σείστηκε ο κουλός, αντράλεψε, κι ακούστη η πρώτη πρώτη

αντρίστικη φωνή ν’ αντιμαχάει τον ψυχαρπάχτη αφέντη:

«Όχι, δεν προσκυνούμε εμείς ποδιές, ήρθε, φονιά, η σειρά μας!»

Ώμοι σαλέψαν αδειανοί, θολές ξαστέρωσαν λαμπήθρες,

χύθη ο λαός τη νιούτσικη φωνή της λευτεριάς να πνίξει

και γέρος πρόβουλος βαταλαλάει λόγια γλυκά του αφέντη.

Μα αυτός το γέρο αναμερίζει, αρπάει χοντρό δαδί κι ανοίγει

βαριοπατώντας στράτα στο λαό, ζυγώνει ορθή τη φλόγα

κι ένα τον ένα συντηράει κι ένα τον ένα αναντρουμίζει.

Απάντεχη χαρά αναρρίπισε το σπλάχνο του: του εικάστη

μια λεύτερη πως γρίκηξε ψυχή να τον αντροκαλιέται.

«Ποιος φώναξε;» έκραζε χαλεύοντας με το δαδί τις όψες·

μα αχνοπρασίνιζαν τα μάγουλα, τα μάτια αλληθωρίζαν

κι όλοι λαγά λαγά στρατάριζαν πισώκωλα και σβήναν.

Ο αράθυμος πικρογελάει, γυρνάει, μιλάει με την καρδιά του:

«Του κάκου το ’λπισες την όμοια σου να βρεις και να παλέψεις,

καρδιά μου· εσύ δεξά κι αυτή ζερβά και το νησί στη μέση!»

Απλοχεράει στο γιο του το δαδί, βροντομαχάει η φωνή του:

«Ποιος άνοιξε από σας το στόμα του και πικροκαταράστη;

ποιος έχει εμένα λόγο να μου πει κι αντιλογιά να δώσει;»

Σιωπούν, τα μάτια τους πεταλουδούν, ξεκρίνου όλο τρομάρα

μες στους πυκνούς καπνούς, στο μυτερό σκουφί ν’ ανηφορίζουν,

σουρτά, τα κίτρινα ολοστρόγγυλα φεγγιά της κουκουβάγιας.

Παράχωσαν στη μέση οι μοσκονιοί τα θρασιμιά ξιφάρια,

κι ως τα πνιχτά δαδιά τρεμόπαιξαν, φανήκα απ’ το ακρογιάλι

να ξεμπαρκέρνου ασκέρι αμέτρητο, μπουλούκια, οι πεθαμένοι

με τ’ άραχνα σαπρά κοντάρια τους, με τ’ άκουρά τους γένια,

κι αλάλητοι στο αγέρι να χιμούν και να καταστολιάζουν,

δεξά ζερβά, σα νυχτοφτέρουγες, τις πλάτες του Οδυσσέα.

Οι ζωντανοί λεβροί πισωβολούν κι η τρίχα τους σηκώθη·

πετροκαρδίζει ο πιο τρανός προεστός κι ακροχεράει με φόβο

του βασιλιά τα γαύρα γόνατα και τον καλωσορίζει:

«Οι αθάνατοι να σκέπουν, να βλογούν τη μακροπόθητη ώρα

που πάτησες ξανά τ’ ολάρφανο, το έρμο νησί, πατέρα·

τώρα θ’ ανθίσει, Θε μου, πάλε η γης και θα χλοΐσει η πέτρα.

Τα χέρια σου φιλώ που τους οχτρούς κατέχουν να σκοτώνουν

και να μοιράζουν πλούσια, αρχοντικά χαρίσματα στους φίλους·

φίλος πιστός, τ’ αχνάρια σου φιλώ χίλια καλώς μας ήρθες!»

Όμως ακόμα ο νους κουφόβραζε του αφέντη και χοχλάκαε:

«Ποιος τρέχει, πίνει, μάχεται, αγαπάει καλύτερα από μένα;

ποιος νους συγκόβει αλήθειες και ψευτιές σαν τον παιγνιώτη νου μου;

Εγώ πάσα στιγμή μπορώ να ξεκαρφώσω απ’ τα μαλλιά μου

και να κερδέψω πάλε μοναχός τη βασιλοκορόνα·

εγώ μήτε από κύρη την κρατώ, μήτε από σας τη θέλω!»

Σκύψαν οι γέροι, αγκάλιαζαν βουβοί τα πετρογόνατά του·

μα αυτός με καταφρόνια δέχουνταν τα σκλαβερά κανάκια

και της οργής του το αντιμάμαλο τον σηκωχτύπαε ακόμα:

«Πρεπό ’ταν όλους σας, γυρίζοντας, αράδα να παιδέψω!

Μωρέ, η καρδιά σας πώς το βάσταξε να τρων το βιός μου χρόνια

χαραμοφάδες νιοι και να λαχνούν την κλίνη μου σα σκύλοι·

κι ένας δε βρέθηκε να σηκωθεί και μια φωνή να σύρει!

Μα έχετε χάρη, γύρισα απ’ της γης τα πέρατα και νιώθω

το σπλάχνο μου καλόγνωμο, πονάει τον άνθρωπο η καρδιά μου·

κι όλα ξεγράφει η μνήμη τα κακά, και τα καλά θυμάται.

Μην τρέμετε, και δεν ξεχνώ του λαού πως είμαι εγώ ο πατέρας,

κι ο γήλιος πάλε ως αύριο θα φανεί και θα τα ξαναπούμε!

Σκλάβες, σηκώστε τα δαδιά, καιρός ν’ ανηφορίσω· διάβη

κι η μέρα αυτή· δουλέψαμε καλά το μεροκάματο μας.»

Κίνησαν όλοι τον ανήφορο, κι οι χήρες μπροστολάκουν,

με τ’ αψηλά δαδιά φωτίζοντας του αφεντικού τη στράτα·

πίσω χιμούσα οι λίγοι ζωντανοί, πιο πίσω οι πεθαμένοι,

πιο πίσω ακόμα τα νεκρά σκυλιά, τ’ αλόγατα, τα βόδια,

που και στον Άδη λαχταρούν ζυγό κι αναζητούν βουκέντρα.

Μπροστάρης πήγαινε ο βαριόχνωτος διπλοβοσκός και γρίκαε

πλάτες, νεφρά ο λαός κοπαδιαστός βουερά να του συγκλύζει·

το λιοφρυμένο σώμα του άξαφνα νογήθη ο πρωτολάτης

νεκρό και ζωντανό, πολύστηθο, πολύψυχο, γιομάτο

μάτια και στόματα κι απλοκαμούς, όλη ν’ αρπάει τη χώρα

και να βογκάει — βοσκός αντάμα, αρνί, μαντρόσκυλο και λύκος.

Αλόγιαστες, αντίδρομες πηδούν στα σπλάχνα του οι λαχτάρες·

μα στέρεα της πολύβουλης ψυχής το χαλινάρι εκράταε.

Ως πάτησε το κάστρο ο βασιλιάς, αμίλητος εδιάβη

το αιματωμένο με τους πέτρινους λιοντοφρουρούς κατώφλι·

και πίσω ο γιος, σγουρό λιοντόπουλο, σκυφτός τον ακλουθούσε.

Πλαντούν αποκαψίδια τα δαδιά και τιναχτήκαν τ’ άστρα,

λαμπήθρες, λες, λιμάρας λυκινιάς σε σκοτεινό ρουμάνι·

κι ο αφέντης άπλωσε στην άγρια αυλή τη μαλλιαρή χερούκλα

και διπλαμπάρωσε τις βογκερές χαλκοδεμένες θύρες.

Σα σπήλιος το περιαύλι μούγκρισε κι όλο το κάστρο αχήθη·

πισωδρομάει ο λαός μουγκός, τι μες στο αστρόφεγγο του εφάνη

τα δυο λιοντάρια οι πορτοφύλακοι κούνησαν τις μασέλες.

Πατέρας, γιος χωρίσαν άλαλοι στο μέγα μακρυνάρι·

ανέβη στο αψηλό πυργί ο μονιάς ν’ απολεχάνει ο νους του,

κι ο γιος ανταρεμένος ξάπλωσε στην κλίνη του και γρίκαε

τ’ αφτέρουγα μελίγγια τρίζοντας ν’ ανοίγουν, να χωρέσουν

το θρασερό πολύκλαρο μυαλό του αράβολου γονιού του.

Θε μου, πώς πέφτει απάνω στις ψυχές και πώς τις διαγουμίζει!

Ορθός στο αλώνι στέκεται της γης και το θρινάκι παίζει

και στο γιομάτο αγέρα το άχερο χωρίζει απ’ το σιτάρι·

και το ένα ρίχνει το στα ζούμπερα και το άλλο μες στου νου του

τις γυαλιστές βουβές μυλόπετρες κι αργά το ψιλαλέθει.

Ανατριχιούσε ο γιος, λαχτάριζε τον κύρη να ξορκίσει,

να φύγει πάλε αφρός και να χαθεί στο νυχτοπλάνο κύμα·

στον αργαλειό του μύριες ύφαινε και ξύφαινε μπλοκάδες,

μα πια κουράστη κι ανακύλησε κουβαριαχτά στον ύπνο.

Κι ως γλάρωσε το μαύρο μάτι του κι έσβησε ο νους, εχύθη

σαν όρνιο τ’ όνειρο και κούρνιασε στο πισωκαύκαλό του:

Στο γυρογιάλι στέκουνταν ορθός σε βράχο και θρηνούσε,

το μέγα του γονιό απαντέχοντας στο κύμα να προβάλει·

κι ως θρήναε, φτέρουγες κλαπαταριές γρικάει να κατεβαίνουν·

τα μάτια του αναντράνισε, κι αχού! γοργός αϊτός του εχύθη,

καρφώνοντας στην κεφαλή χωρίς σπλαχνιά τ’ ακράνυχά του·

τρεις χούγιαξε βολές και πήδηξε κατάκορφα του αγέρα.

Με τρόμο ο νιος το σβέρκο αγκάλιαζε τ’ ουρανοσάλευτου όρνιου

και σφάλναε τα ματόφυλλα, τη γης να μη θωράει να φεύγει.

«Κύρη, και πού με πας στον ουρανό και θα παραλοΐσω!»

Μα να, στις πλάτες όσο ανέβαινε νογούσε να φυτρώνουν

σγουρές σγουρές φτερούγες χνουδωτές, και στη ματιά του εφάνη,

μακριά, σα λαγουδίνα η γης μικρή που αγεροβοσκολόγαε.

Αϊτοκαρδιά σηκώθη μέσα του, τα νύχια του μεστώσαν,

και πια στο γέρικο όρνιο κρεμαστός καμαροζυγιαζόταν.

«Κύρη, καρδώσαν οι φτερούγες μου, για ξεκρικέλωσέ με!»

Ο γερο-αϊτός στρηνιάει με μάνητα και με χαρά περίσσια

τα κλαπατάρια του χτυπάει κι ανοιεί τα κλαροπόδαρά του,

κι ο νιος, ωχού! γκρεμίστη ανάσκελα στον αστροκαύτη αιθέρα!...

Ρεκάζει ο γιος απάγρια και πηδάει στο στρώμα αλαφιασμένος·

ψάχνει στα σκοτεινά, γαλήνεψε, σαν όνειρο του εφάνη,

σα λογισμός σαλός που ξεπουλιάει στην ξελογιάστρα νύχτα·

μα πια τον άγριον ύπνο ξέσφαλε κι ολονυχτού γρικούσε

τις δυο μεγάλες αϊτοφτέρουγες να τον κεφαλοκρούνε.

Κι ωστόσο ο νοικοκύρης γαληνός στο πιο βαθύ θαλάμι

περνάει, ξεζώνεται κι ανακρεμάει το πορφυρό σκουτί του,

και σύφλογα λαμπάδιασαν στο φως του λύχνου τα μεριά του,

τα λάσα στήθια, οι πλάτες του, φωτιά λες κι έπιασε το σπίτι.

Το πρόσωπο μες στα πυκνά μαλλιά, τα φρύδια και τα γένια

σκοτείνιαζε· και σπίθιζε η ψυχή μέσα στη μαύρη σάρκα.

Σβέλτος, γοργός, σαν άγουρος πηδάει, κι αλάκερο ανασείστη

το αμόλευτο, αρμοσμένο στην ελιά, πολύπαθο κλινάρι·

κι η Πηνελόπη νιόλουστη, άλαλη, χάραζε αχνά με τρόμο

τα μακροτσίνουρα τα μάτια της κρουφά και τον θωρούσε.

Μες στις βαθιές αυγές ξυπνάει, κλεφτά κατηφοράει τις σκάλες,

τετράφλογο λυχνάρι ξεκρεμάει κι αγάλια ανασκαλεύει

το σπίτι του και διαμετράει το βιος ο δόλιος νοικοκύρης.

Τα θολωτά περνάει κελάρια του κι αράδα ξεσκεπάζει

τα πλουμιστά πιθάρια και ζυγιάει στο νου σαν πόσο λάδι,

κρασί, καρπό δεν πρόφτασαν να φαν, να πιουν οι χαροκόποι.

Με βιας γονατιστός εσύντριψε τις διπλοκλειδωτήρες

και ξεκαπάκωσε τις μυστικές στη γης πετροκασέλες·

κι αναμαυλάει τα χρουσοπότηρα στο μανιασμένο νου του,

τα κεχριμπάρια, τα γιορντάνια του, τα χοντροδαχτυλίδια

και τις ασήκωτες βασιλικές κορόνες που του λείπουν.

Μουγκός, το λύχνο ασκώνει και περνάει στο κρύφιο αρματοστάσι·

λάμψαν τα μυτερά κοντάρια του, γελάσαν τα σκουτάρια

κι οι φούντες στα χαλκά σκουφιά σα ζωντανές ουρές σειστήκαν.

Προσπέρασε κι αρπάει με τη ματιά στα θολωτά χαμώγια

τους αργαλειούς, τα σταμνολέβετα, τους προυντζολυχνοστάτες·

μετράει, μυαλοζυγιάζει και κουνάει με οργή την κεφαλή του.

Σα λαγωνιάρης σκύλος λάχνιζε τον πολυαχνάρη αγέρα

κι αναρουθούναε στις παχιές προβιές και στ’ απαλά κλινάρια,

τα ντροπιασμένα μυστικά να ξετοπώσει του σπιτιού του.

Σάλευε αργά, κρατώντας αψηλά το λύχνο, κι αντιχτύπαε

τοιχιά και στέγη ο μέγας ίσκιος του κι αντζοχοροπηδούσε·

κι οι δούλες του, που ακόμα κείτουνταν στα χαμηλά στρωσίδια,

συντάραχο γρικούν κι ακράνοιξαν τ’ αδρά ματόκλαρά τους·

μα ευτύς αλαλιασμένες ποκορφής με τρόμο κουκλωθήκαν.

Περνάει το γυναικίτη, οσμίζεται λαχταριστά την άγια

του αιμάτου μυρωδιά απ’ τους νιόσφαχτους λεβεντονιούς, κι ανοίχτη

στα σωθικά του ως λιόλουστο βαθύ περβόλι ρόδα ο φόνος.

Σε μια γωνιά γυμνός σε αρνοπροβιές ο γέρος του κυλιούνταν.

το κουτρουλό κεφάλι ανάσκωσε κι ανάντιασε το γιό του·

τα μάτια τ’ άδεια του λαβώθηκαν στο λάμπαδο του λύχνου

κι αναδακρύσαν πεταρίζοντας σα σπηλιονυχτερίδες·

μα ο γιος με ανέσπλαχνη μπηχτή ματιά σκυφτός πολληώρα ετήραε

το σάψαλο κορμί που μια νυχτιά, πα στον ανθό της νιότης,

το απάρθενό του ταίρι αγκάλιασε και τον γεννοσπορούσε —

και τώρα πού κατάντησε, ντροπή, μαγαρισιά στο χώμα!

Γρούζει, και το κατώφλι δρασκελάει και στην αυλή προβαίνει·

στις σκεπαστές καμάρες ύπνωναν ρουχάζοντας οι δούλοι

κι αχνογελούσαν μες στον ύπνο τους, τι νείρουνταν πως τάχα

ο γαυραφέντης πέρα πνίγηκε και διαγερμό δεν έχει·

μα αυτός ξυστά γλιστράει στο λιοτριβειό, περνάει στο πατητήρι

και χαίρεται χαδεύοντας παλιούς της νιότης του συντρόφους.

Σκυφτός τ’ αξόνια τους ψαχούλευε, τ’ αδράχτια, τα μαγγάνια,

μιλούσε ως να ’ταν γέροι αγωνιστές, χωράτευε μαζί τους,

για τις ξεστελιωμένες δοντωσιές, για τ’ ανοιχτά νεφρά τους·

κι αυτοί τριζοκοπάαν, χαχάριζαν στα χωρατά του αφέντη.

Στερνά στα χλια παχνιά του αντιπερνάει, στα βοδοστάσια μπαίνει·

ξιπάστηκα οι φοράδες, άστραψαν τ’ αλαφιασμένα μάτια,

κι οκνά τα βόδια μασουλίζοντας σάλεψαν το λαιμό τους·

κι ο αντροφονιάς τραβήχτη απ’ την μπασιά, με τη δριμιά ματιά του

την ευτυχιά της καλοπόταγης ζωής να μην ταράξει.

Έτσι κρατούσες αψηλά το φως και μέτραες, νοικοκύρη,

μ’ έγνοια το βιος και τ’ ορθοστοίβαζες στο ανώγιαστο μυαλό σου.

Μα τα κοκόρια αρχίσαν να λαλούν πα στις κοπριές, ξυπνήσαν

στην περιθέρα της στεγής τα χοντροκέφαλα σπουργίτια·

και γέλασε στο σύθαμπο ουρανό ροδογαλάζια η μέρα.

Αναγαλλιάει ο πολύπαθος, τι πια γρικούσε της αυλής του

τον κόκορα να κουβαλάει το φως —κι ακροφυσώντας σβήνει

τον τετραμάτη λύχνο κι ακουμπάει στης Αθηνάς τα πόδια.

Όλα στο νου του τ’ ανακύκλισε, χαρές παλιές και πίκρες,

στα μάτια του άστραψε το πέλαγο που αρμένισε, ροδίσαν

οι πράσινες στεριές στα φρένα του και τ’ άσπρα κορφοβούνια.

Καλός, ιερός, σαν ώριμος καρπός γιομάτος σπόρους λάμπει

μες στα λοξά ποδιαφωτίσματα λιοστρόγγυλος ο νους του.

Πηδούν τα φρύδια, αστραποκύκλωσαν το γαγλωτό ταξίδι·

όλα τα κύματα βροντοχτυπούν τους μέλιγγους, κι ανθίσαν

οι αγράμπελες, τα μελισσόχορτα στης Καλυψώς το σπήλιο·

και χύθηκαν στης Κίρκης τον παστό τα κεχριμπάρια ως μέλι.

Τις φούχτες του ένιωθε φαρμακερούς βαριούς λωτούς γιομάτες

και μες στ’ αυτιά του αχούσαν πλανερά θανατερά τραγούδια·

μα όλα τα γρίκαε αυτός και χαίρουνταν κι έβανε πλώρα, δίχως

η πλήθια γλύκα το λαμπρό μυαλό ποτέ να ξεστρατίσει.

Δεν ήθελε να μάχεται θεούς, μα αν το ’φερνε η κατάρα,

στήθος με στήθος χαροπάλευε το μέγα ποντοκράτη,

για πότε την ξεζώνατη θεά με τη σγουρή στροβίλα.

Βουβός, τα κίντυνα που πέρασε στο νου του ξαναπέρναε·

κι αλαργινά στα γαλαζόκρουστα γυρόγιαλα της Τροίας

την ώρα αυτή γλυκοξημέρωνε και σούρνουντα ο λιμάρος

στα χάρβαλα σταφυλιαστός κισσός και πετροβοσκολόγαε.

Οι καρβουνιές με ανθούς σκεπάστηκαν και το χορτάρι ανέβη

στων βασιλόπουλων τα καύκαλα κι η σαύρα σεριανίζει

και θρύβει, ως παίζει την ουρίτσα της, τα ξακουστά μουράγια.

Ο αντροφονιάς χαμογελάει πλατιά και τρυφερά χαδεύει

τα λιγναστράγαλα χαλκόχυτα της Αθηνάς ποδάρια·

κι αναγαλλιάει νογώντας τη θεά πιστή συντρόφισσά του.

Τ’ αγκριφωτά του φρένα ρόδισαν κι ειρηνεμένος σκύβει

στις μαύρες γούρνες που απ’ τους νιόσφαχτους λαιμούς εξεχειλίσαν·

τις φούχτες γιόμωσε, κι αργά, θαρρείς θνητή χαδολογούσε,

τα γόνα της θεάς και τα μεριά, τ’ αδρά μαστάρια αλείφει·

και γέλασε η θεά της φρόνεσης στον ήλιο αιματωμένη.

Ωστόσο εφτάνα απ’ τα μετόχια του κι απ’ τα βουνά οι κολίγοι

και σμάριαζα άλαλα στην ξώπορτα, λογιάζοντας με αγκούσα

πως να λαλήσουν, τι να πουν και πως τα γόνα του να πιάσουν.

Μα ως πρόσμεναν κλιτοί, κι οι κεφαλές αντιχτυπούσαν κλούβιες,

ζύγωσε αργά και στάθη ειρηνικός μπροστά τους ο Δυσσέας·

κι αυτοί στα γόνα πέφτοντας φιλούν τα χέρια τ’ αντροφόνα.

Γερο-βοσκός στη ράβδα του ακουμπάει, γλυκά κινάει το κλάμα,

κι άλλοι στα πετρογόνα απλοχερούν, στον κόρφο του, στους ώμους,

ξεθαρρεμένοι ψαχουλεύοντας του αφεντικού το σώμα·

κι αυτός στεκότα ασάλευτος στο φως γυαλίζοντας σαν ταύρος.

Σαν πια χορτάσαν τα κλαψόγελα, στρωθήκα ολόγυρά του·

τις γριές συγκλίναν κεφαλές κι αργά, νογάτα απηλογούνταν.

Και πρώτα τους βοσκούς αναρωτάει για τα κοπάδια, πόσα

του χαραμόφαγαν στα γλέντια τους τα ξαγκρισμένα αγόρια·

με τους λασπόμυαλους ξωμάχους του βουλεύεται γι’ αμπέλια,

για τις ακλάδευτες παλιές ελιές και τ’ άσπαρτα χωράφια·

τους σκλάβους ξερωτάει οι γυναίκες τους αν πληθεροκαρπίζουν

κι ως πόσα αρσενικά και θηλυκά κάθε χρονιά του κάνουν.

Σα δυο κεραλειμμένα απανωτά κατάγραφαν τα φρένα

ζερβά με τάξη τις βαριές ζημιές, δεξά τ’ ανάρια κέρδη.

Συγκάρταλο, άψυχο και ψυχερό, το αδικοσκορπισμένο

στην απαλάμη του ανελίχτη βιος και στο μυαλό του ανέβη.

Σηκώθη ορθός και μοίρασε δουλειά στον κάθε του κολίγο:

«Θέλω να νιώσουν τα χωράφια μου, τ’ αμπέλια, τα δεντρά μου,

τα βόδια μου, τ’ αλόγατα, τ’ αρνιά, πως ήρθε ο νοικοκύρης!»

Πρόσχαροι οι γέροι σκύβοντας φιλούν του αφεντικού τα γόνα

κι ανανιωμένοι, ανάλαφροι σκορπούν στις ξωταρές δουλειές τους.

Δυο κράχτες τότε ο τετραπέρατος καλνάει να ’ρθουν μπροστά του:

«Ε κράχτες, με τα πλήθια στόματα και τις πλατιές πατούσες,

πάρετε σβάρνα γύρα τα χωριά και βροντοδιαλαλήστε:

Στο γιομοφέγγαρο καλνώ σε μέγα δείπνο το λαό μου·

να στολιστούν, να λυγιστούν, να ’ρθουν τις τάβλες να πρεπίσουν·

ήρθα, και θέλω μ’ αίμα και κρασί να με δεχτεί η πατρίδα!»

Είπε, κι οι γέροι κράχτες έζωσαν με αγρίλι τα μαλλιά τους,

τις πουρναρίσιες ράβδες φούχτωσαν, τα φρένα τους φουσκώναν

και σαν κρεμάμενα βουερά νερά ροβόλησαν στον κάμπο.

Η μέρα πια σαν την αργάτισσα ξυπνάει, γιομώνει ο κόσμος

φτερά, κελαηδητά, ζωχλαλοή κι ανθρωποφωνοκόπι·

κι ακούστη αλάργα στις παλιές ελιές το λάλημα του κούκου.

Κι ως έστηνε το αυτί για να φραθεί της άνοιξης το λάλο,

σα χώμα αφράτο αποσκεπάστηκε με νέο χορτάρι ο νους του·

λιώνει του μακροτάξιδου η καρδιά, φωνές ανηφορίζουν

πολύ γλυκιές από τα χώματα και τον μαυλίζουν: «Έλα,

έλα το αγγόνι, το δισέγγονο, με τη γιομάτη στάμνα!»

Τινάχτη ο αντροφονιάς, οσμίστηκε τους φοβερούς προγόνους

και μάλλιασαν βαθιά τ’ αρθούνια του με νεκροχαμομήλι.

Πετιέται ορθός, τηράει τρογύρα του, διαλέει χαλκωματένια

κοιλιάρα στάμνα, που κρασί στους χαροκόπους κουβαλούσε,

και σκύβοντας στη γούρνα ανάσερνε με δίλουβο κροντήρι

και γιόμωνε αίμα το σταμνί για να ποτίσει τους προγόνους.

Ξεχείλισε, το στούμπωσε καλά μ’ ευωδιαστό θυμάρι

και πήρε το παλιό λοξό στρατί στ’ αραχνερά μνημούρια.

Όλοι οι νεκροί σαν κάβουροι πηδούν στα στήθια του κι απλώνουν

τις ξεπνεμένες δαγκανάρες τους και τις χλωρές κοιλιές τους.

«Ωχού, παραπληθύναν οι νεκροί και θα με ρίξουν κάτω!»

Μα ως του χλοερού βουνού του χτύπησε το αγέρι, αναγκαρδιώθη·

τα σπάρτα ευώδιαζαν, οι μέλισσες τη νια βοσκούσαν θρούμπα,

τα χελιδόνια σπάθιζαν το φως, κι η κάτασπρη κοιλιά τους

χνουδάστραφτε ζεστή, ερωτόλαμνη στο φουσκοδέντρη αγέρα.

Τ’ αρθούνια του έπαιξαν, ανάσαναν το αχνό νησί του ως κάτω

στο μοσκομύριστο γιαλό με τα παχιόφυλλα αρμυρίκια.

«Καλή ’ναι, Θε μου, η γης, μουρμούρισε, μάτια, ρουθούνια, χέρια,

γλώσσα κι αυτιά πως ξαμολύνουνται στα χώματα και βόσκουν!»

Μα σκλήριξαν εντός του οι πρόγονοι και ξαναπήρε πάλε

το άγιο στρατί, τα ξέπνογα της γης λαρύγγια να ποτίσει.

Καιρούς στα πέτρινα στρωσίδια τους, με τα σπαθιά στο πλάι,

τον αγγονό προσμένουν με ανοιχτά, ξεκλείδωτα σαγόνια·

κι έτρεμε ο μέγας γυριστής μην και παράργησε να φτάσει

κι όλοι οι νεκροί του πια μη χάθηκαν χορταροπλανταγμένοι.

Μα να, σε λίγο πρόβαλε ο τραχύς αυλόγυρος, χτισμένος

με βράχους γωνιακούς, σοφιλιαστούς σαν κόκαλα κρανίου.

Μαύρες ψυχές στο φράχτη κάθουνταν αραδαριά οι κουρούνες,

κι ως μάτιασαν το γιο ν’ ανηφοράει με την ξεχείλα στάμνα,

ανοίξαν τ’ άπατα χοντρά ραμφιά και μουλωχτές κουρνιάσαν

ποιες στη συκιά που αχόρταγη έβοσκε το νεκρογυναικίτη

κι άλλες στο δρη που βύζαινε δεξά τους σερνικούς προγόνους.

Ο κοσμογύρης στάθη αλάλητος στο αφεύγατο κατώφλι·

μια πέτρα ακύλιστη μπρος στην μπασιά, και την κυλάει και μπαίνει·

τα μνήματα χωνεύαν αγανά μες στο βαρύ λιοπύρι

και ριζοσκέλωνε ο θρασός κισσός στις πετροχαραμάδες·

γλύκα πολλή, ευωδιά, αναγάλλιαση, κι οι μέλισσες βούιζαν,

και στρώνουνταν, αστροφεγγιά της γης, το φτωχοχαμομήλι.

Και στη βαριά μονόπετρα αψηλά στο ανώφλι σκαλισμένος

γέρος τανυούσε γερανός τις μακροτάξιδες φτερούγες·

βιτσάτος αγωγιάτης τ’ ουρανού, στις κοκαλιάρες πλάτες

και στις βαθιές κουφάλες του λαιμού κουβάλαε χελιδόνια

και παιχνιδίζοντας τα λίχνιζε μες στο ζεστόν αγέρα.

Στο κλειδοκαύκαλο άξαφνα ο τραχύς δισέγγονος νογήθη

να τον κοχεύει ο κρύφιος αρχηγός του φοβερού σογιού του.

«Χίλια καλώς σε βρήκα, γερανέ, παππού χελιδονιάρη »

κράζει ο φονιάς, και ξεταπώνοντας το σταμναγκάθι, ρίχνει

χορτάτες φούχτες αίματα, ο παππούς να πιει ν’ αναντρανίσει.

Φτεράκωσε του εφτάψυχου ο μυαλός, σα γερανός σηκώθη·

κι οι αιματερές παλάμες του, ο λαιμός, τα γόνα ανατριχιάζαν,

αθώρητα νογώντας πνέματα τυφλά να πασπατεύουν

ποιος είναι, οχτρός για φίλος, τι ζητάει και τι κρατάει στον ώμο·

κι αντιδονούσε η στάμνα, λες ραμφιά μικρά να τη ραμφίζαν.

Κι ως πουλολόγος που πετάει απλωτά στο χώμα το κριθάρι,

στις πλάκες έριχνε χοντρές σταλιές το γαίμα και καλνούσε

κλουκίζοντας λαρυγγιστά να ’ρθουν τα πνέματα να φάνε.

Καταμεσός στους τάφους γονατάει, ξεπέτρωσε τη χούνη

ζεστές που σμίγει ανάσες ζωντανές με νεκρικές μασέλες

και σα λαιμό σφαμένο το σταμνί στη γης αναλαιμίζει·

και τα αίματα κλουκλούταγαν κρουνιές και ροβολάαν στον Άδη.

Σα λασπερά υπνωμένα ζα οι νεκροί σφιχτοκουβαριασμένοι,

με άσπρα καυκάλια χωματόφραχτα τ’ ανάσκελα σαπίζαν.

Κατάχειλα στο νεκρικό γκρεμό κρεμάστη ο κοσμογύρης

και καταγής χωνιάζοντας το αυτί στον Άδη ακρουμαζόταν

τα κόκαλα να τρίζουν κι οι λαιμοί να δένουν πάλε ολόρθοι

κι άγριες οι φούχτες μες στα χώματα ν’ αδράχνουν τα μαχαίρια·

κι αντιλαλούσα ως μακρινά πολεμικά τσαντήρια οι τάφοι.

Πίναν το ανθρώπινο αίμα, τράνευαν, κι αγλείφοντας τα χείλια

χαμάσκωναν κατά το φως τα λασπωμένα τους κεφάλια

κι ως φίδια σάλευαν που πλεχταριά στον ήλιο ξεμαργώνουν.

Κι όσο τρανεύαν βόγκαε κι η ψυχή και τράνευε του αγγόνου·

τινάχτη ορθός, αναμεράει αρπαχτά με τις χοντρές πατούσες

κιβουροχάλικα και βήσαλα και καρβουνιές ταυρίσιες,

και στρώνει χοροστάσι γιορτινό τη μαύρη χαροστρούγκα.

Πετάει μακριά απ’ τους ώμους το σκουτί, στραφτάλισε στον ήλιο

το σταλωτό, κρουστό, με τις πολλές λαβωματιές κορμί του·

κι αστράψαν τότε πια ολοζώντανα, γαλαζοχτυπημένα,

στα λιόψητα νεφρά χορεύοντας τα δώδεκα αστροζούδια:

Τις δαγκανάρες άνοιγε ο σκορπιός, ο λιόντας κυνηγούσε,

αρμένιζαν ζευγαρωτά, χυτά, πα στην κοιλιά τα ψάρια

και στέκουντα ο ζυγός σοζυγιαστά κατακορφού στο φάλι.

Σα ζωντανή τη γης τα πόδια του τρεμάμενα ακραγγίζουν

και σιγανό αρχινούν σερτό χορό στο νεκροχοροστάσι.

Πρώτα τους άντρες πάει και προσκαλνάει, κι οι αραχνεροί παππούδες

με τα προυντζάρματα τινάχτηκαν, ώμο τον ώμο πιάνουν

και ξετινάζουν απ’ τα γένια τους τ’ αχόρταγα σκουλήκια·

κι αργά το γυναικίτη δρασκελάει και χαιρετάει με σέβας

τις γριές γαλατοφόρες του σογιού μέσα στο χώμα ρίζες·

κι όλες σα ρόιδια ανοιού οι ταφόπετρες και ρίχνουν τον καρπό τους.

Πιάσαν οι μάνες τη ζεστή του αγγόνου φούχτα και κίνησαν

σαν πετροπέρδικες καμαρωτές αρχοντικά να κρούγουν

με τα ποδάρια τα γυμνά, τα λιβανόχνωτα, το χώμα.

Κι ο ζωντανός κρατάει μπροστά, πηδάει και βραχνοξεφωνίζει:

«Χάι! χάι! μανάδες λαμπαδόχυτες με τις χορτοπλεξούδες!

Σα μήλα κόκκινα ξανάστραψαν οι φτέρνες σας στον ήλιο·

όρτσα, παππούδες μου, ξανάζωσε το αγέρι τα νεφρά σας,

κι εγώ, το αγγόνι σας, χιμώ μπροστά και το τραγούδι αρχίζω.

Ποτέ μου, ορκίζουμαι, δε ρέχτηκα την πλάκα να παινέσω,

μα τώρα εγώ για το χατίρι σας θα τη μυριοξομπλιάσω.

Πλάκα, φτερούγα, κλωσοφτέρουγα που απλώνεσαι στο χώμα

και τα μεγάλα αυγά κλωσάς και τους χοντρούς αϊτούς ζεσταίνεις,

πλάκα μου, αϊτίνα μου, όλα σου τ’ αυγά πως ξεπουλιούν στο νου μου!»

Ο μέγας ψυχοσούρτης χόρευε, ξυπνούσε τους προγόνους,

άλλοι αρπαζόνταν απ’ τα μπράτσα του κι άλλοι τα πόδια επιάναν

κι άλλοι σαν τα γερακοκούδουνα κρεμιόνταν στο λαιμό του.

Ώρα πολλή στον κάβο του χορού για στην οκνή κουντούρα

με τους τρανούς προγόνους χόρευε κι αλάφρωνε η καρδιά του,

χελιδονίζοντας σαν το πουλί που απριλοδιαγυρίζει.

Μα πια αποχύνουνταν σταλιά σταλιά τ’ ολόρθο μεσημέρι,

ποχόρτασε, σκολάζει το χορό, ποχαιρετάει τη στρούγκα

κι αρπάει το γιδοστράτι βιαστικά ν’ αψηλοξεκορφίσει·

λαχτάραε σύγιαλο όλο το νησί να το χαρεί η ματιά του.

Θαμπάχνιζε όλο το βουνό ζεστό κι ο αγέρας μερμηγκιούσε·

τ’ αρματωμένα ζούδια χώνουνταν κουρσάροι στα πρωτάνθια

του μυρισμένου χρουσασπάλαθου, του αγόγλωσσου, της θρούμπας.

Στα πρώτα αρραβωνιάσματα, πριχού πλακώσου οι μαύρες έγνοιες

για τη φωλιά, πρι σμίξουν τα κορμιά και ξεθυμάνει ο πόθος,

όλο χαρά φτεράκιζαν κλαρί κλαρί τα μικροπούλια.

Λιάρο γεράκι απλόκλωθε βουβά στον ουρανό στεφάνια,

δεν κυνηγούσε, ανέγνοια γύμναζε την πλήθια δύναμή του,

γοργά, πρι να το κράξει η θηλυκιά να του τη διαγουμίσει.

Ανηφορούσε ο πολυπλάνητος και γιόμωνε η καρδιά του

φτερά πολλά και παιχνιδίσματα κι ευωδιαστά βοτάνια.

Ανέβαινε, και φάρδαινε, άπλωνε το αλώνι της πατρίδας·

κι ως πια ακροπάτησε τη φαλακρή βουνοκορφή, κι ως πέρα

το αχνό λιγνό κορμάκι χάρηκε του φτωχικού νησιού του,

τρεμόπαιξαν τ’ αδρά ματόφυλλα, το κλάμα ν’ αναγείρουν.

«Τούτη την πέτρα, την ξερόπετρα, λαχτάριζα· μου αρέσει!»

μουρμούρισε, και στάλες γυάλισαν στα χοντροτσίνουρά του.

Σαν αθλητές στο πέλαο λιάζουνταν τα μελαψά ακρογιάλια,

χωνεύαν τα καλύβια μες στο φως, και σάλευαν στον κάμπο

τα βόδια οκνά χαράζοντας της γης το καρποφόρο στήθος·

κι ο νους βιγλούσε, ασάλευτος αϊτός, τον κόσμο κάτωθέ του.

Μα ξάφνου γης, γιαλός κουνήθηκαν, χωριά, δεντρά διανέψαν

κι ανέβηκε όλο το νησί αψηλά, τρεμάμενο σαν πάχνη,

και χάθη ως χάνεται το νέφαλο σύντας του δώσει ο γήλιος.

Δροσέρεψαν, γιομώσαν θάλασσα τα σπλάχνα του Οδυσσέα·

ώρες ετρύγαε στ’ όβγορο βουβός τη γλύκα της πατρίδας,

μα αγάλια πείνασε και γελαστός στο ακνό γυρνάει κορμί του:

«Ε σύντροφε, άλογο καματερό, το μερομόχτι ας πάψει!

Ξυπνήσαμε άκραχτα, δουλέψαμε καλά με το λυχνάρι,

διατάξαμε τους έρμους ζωντανούς, ταγίσαμε τους ίσκιους,

ε πια, θαρρώ, και σένα, ζο πιστό, καιρός να σε ταγίσω!»

Είπε και με σπουδή κατηφοράει τις πυρωμένες πέτρες,

κι ένας σκοπός πικρός θαλασσινός σπαρτάριζε άθελά του

καταμεσός στ’ αδρά μουστάκια του και στα ψαρά του γένια.

Να πώς ροβόλαε τον κατήφορο με τ’ αρμυρά τραγούδια

κι όλη η μονάξια σαν τη θάλασσα τον νεφροδροσολόγαε

και γίνηκαν νεκροί και ζωντανοί κύματα μες στο νου του.

Μα ξάφνου ο καπετάνιος στάθηκε, το άγριο τραγούδι εκόπη -

τι ξέκρινε μες στις ελιές καπνό γαλάζο ν’ ανεβαίνει.

Καλύβι ταπεινό, μες στα δεντρά βαθιά αρμοσμένο, εφρούραε

το βιος του ανθρώπου, ένα σταμνί νερό, μιαν πήλινη γαβάθα,

τ’ άγια φτωχά συγύρια της δουλειάς κι ένα θεό από χώμα.

Μπρος στο καλύβι του σκυφτός καθόταν γέρος και λυγούσε

σκιστά νωπά καλάμια κι έπλεκε βαθουλωτό κοφίνι.

«Ώρα καλή, θαμάζουμαι, παππού, το ροδομάγουλό σου,

τα λυγερά, πιτήδεια χέρια σου και τα χλωρά σου γέρα·

πεινώ, μεγάλος ο Θεός και το καλό γοργοπλερώνει!»

Σηκώθη ο γέρος, πανωκαύκαλο κουλούρα κριθαρένια

και τάσι απίθωσε δροσιό νερό στις ανοιχτές παλάμες.

«Φτωχός ο κάβουρας, μα βασιλιάς στην τρύπα του λογάται·

ψωμί, νερό, καλή καρδιά, βασιλικά ’ναι δώρα, ξένε!»

είπε και κουκουβίζει πάλε αργά στα καλαμόπλεχτά του.

Χαμήλωσε στο χώμα ο βασιλιάς κι άρχισε αγάλια αγάλια

σαν αγαθό θεριό να μασουλάει στης γριάς ελιάς τον ίσκιο·

και σύντας χόρτασε, με αχνόγελο γυρνάει κατά το γέρο:

«Καλό ’ταν το ψωμί, και μου ’δεσε, παππού, τα κόκαλα μου·

καλό ’ταν το νερό, και δρόσισε το σπλάχνο μου ως τη ρίζα·

μα δώρο εγώ ποτέ δε δέχτηκα ξεπλέρωτο —και τώρα

δε θ’ ασκωθώ πριχού για αντίμεμα καλό σου πω μαντάτο.

Γέρο, ψηλά τ’ αυτιά σου τρούλωσε και μην κατατρομάξεις:

άραξε οψές στην πατρική του γης ο φουμιστός Δυσσέας!»

Μα ο γέρος κούνησε την κεφαλή την ηλιοφαγωμένη:

«Τι νοιάζει εμάς τους μεροδούληδες και μεροφάδες, Θε μου,

αν ήρθε ο βασιλιάς για αν πνίγηκε στης ξενιτιάς το κύμα;

Εμείς για τη βροχή νοιαζόμαστε, τα κηπικά, τ’ αρνιά μας

και για το ιερό ψωμί που οι αθάνατοι με ιδρώτα μας ταγίζουν.

Οι βασιλιάδες, άπιαστα πουλιά και νέφαλα του άνεμου!»

Του ακρίτα δεν καλάρεσε ο πικρός παραπονιάρης λόγος:

«Σήκωσε, γέρο, πια, ντροπή! ψηλά το νου σου απ’ την ανάγκη·

ήρθε, στα χέρια του της γδίκησης κρατώντας το δοξάρι,

και κούρνιαζε ο Θεός σαν κόρακας στον ώμο το δεξό του·

κι όλους τους νιους για το χατίρι του τους ξάπλωσε ψοφίμια.»

Μα ο γέρος βώλο γης σιγόθρυψε στα ξεροδάχτυλά του:

«Μήτε τους ακαμάτες μοσκονιούς που χάλασε λυπούμαι,

μήτε η βασίλισσα άξιζε γι’ αυτή να χαλαστούν τ’ αγόρια·

θαρρώ, την καλοπέρασε η κερά να φαίνει, να ξεφαίνει,

μακροπεραματίζοντας το ναι μαστορικά με τ’ όχι.

Μα ο κυρ-αφέντης πουλαρόδειχνε θρασός, και τα ταξίδια,

τα πλήθια βάσανα κι οι σκοτωμοί δε γλύκαναν το νου του·

σαράντα αλέθουν ανεμόμυλοι στο ανεμοκαύκαλό του!»

Ο αβόλευτος μονιάς το χούφταλο σκοτεινοβλεφαρίζει:

«Δεν πλάστη, μάθε, ο νους με την πολλή τριβή να μαλακώνει,

να βοδοζεύεται σκυφτός στην καλοπέραση του ανθρώπου·

όσο γερνάει η ψυχή, τη μοίρα της τόσο κι αντροκαλιέται.»

Ο γέρος αναστέναξε αλαφριά κι αντιλογάει με γλύκα:

«Δεν πλάστηκε η ψυχή να ξεφωνάει του κάκου και ν’ αρνιέται,

μόν’ σκύβοντας στην ψωμοδότρα γης γλυκά να σοφιλιάζει.

Να, γιε μου, εγώ γεννήθηκα, άντρειεψα, τα μηλομάγουλά μου

παχνίσαν κι ίδρωσε ξανθό στο απανωχείλι το μουστάκι·

λαχτάρισα στο μαξιλάρι μου να δω κι εγώ πλεξούδα,

κι ευτύς δυο βόδια που ’χα τα ’δωκα και πήρα μια γυναίκα·

τι δεν μπορούσα πια να κοιμηθώ κι ουδέ ψωμί να φάω.

Μαζί ξαπλώσαμε, και γιοι και θυγατέρες ξεπροβάλαν

έφαγα κι ήπια, δούλεψα τη γης, κι ο χαρατσάρης Χάρος

περνάει κι αδερφικά μοιράζουμε, μισά μισά, τα τέκνα·

κι ήρθε στερνά με το μουλάρι του και τη γυναίκα επήρε.

Κι είδα και μέτρησα, αρετή καμιά δεν είναι πιο μεγάλη

σαν την αμίλητη άγια υποταγή στο ανθρωποφάγο χώμα.»

Ο δοξαράς σηκώθη μ’ έπαρση και περφανοκαυκήθη:

«Είδα κι εγώ και μέτρησα, αρετή δεν είναι πιο μεγάλη

σαν όντας λέει το χώμα ναι και συ με οργή του κράζεις: όχι!

Εγώ καλά κατέχω μιαν ψυχή που δεν το καταδέχτη

ποτέ της να συγκύψει σε ζυγό θεού, δαιμόνου, ανθρώπου·

ταξίδεψε, πλανέθηκε, άρπαξε και γίνη ασκί η καρδιά του

και για τους τέσσερους θεμελιακούς καλούς κακούς άνεμους.

Αρνήθη αυτός τη βολική αρετή, δεν έκαμε ποτέ του

χωριό με τσέλιγκους μουδέ με αρνιά μουδέ με τίμιους σκύλους,

παρά όξω αρούλιζε απ’ τον ίδιο του μαντρότοιχο σα λύκος.

Θεριό τον έλεγε ο λαός, θεό, μα αυτός στο νου του εγέλαε,

καλά, περίκαλα το κάτεχε, θεριό, θεός δεν ήταν,

παρά αλαφρός καπνός που ανηφοράει και γερανός που πάει·

να ’χα ένα γιό, θα του τον έδινα να ορθοσυμπερπατούνε!»

Είπε, μα ευτύς σκυλομετάνιωσε, το γόνα αρπάει του γέρου:

«Παππού, συμπάθα με, άπρεπα, θαρρώ, πλερώνω το ψωμί σου·

μα το Θεό, συχνά το διαμετρώ, διαμετρημό δε βρίσκω·

σαν τη βασίλισσα, τη δίμουρη κι εγώ σαγίτα παίζω,

κι είναι, μαθές, το ναι το φάδι μου και τ’ όχι το στημόνι,

κι ό,τι ξομπλιάζω ολημερού γοργοξεπαραλυώ οληνύχτα.

Μα τι τα λόγια μας να ρίχνουμε του ανέμου; οι στράτες όλες

καλές και βλογητές απά στη γης, κι άγια και σένα η στράτα·

με σέβας χαιρετώ, παππούλη μου, τα φυρογόνατά σου.»

«Καλό σου καταβόδιο, κι ο Θεός το νου σου να γλυκάνει!»

Μες στις ελιές τις ασημόκλωνες και στο γαλάζο απόσκιο

θωρούσε ο γέρος το καλόδετο κορμί να ξεκαμπίζει

κι ολομεμιάς να χάνεται άχναρο σα να το πήρε ο αγέρας.

Τα καλαμόβεργα σκορπούν στ’ αχνά παππουδιασμένα χέρια,

το φως του θάμπωσε, σα να ’σκισε το νου του αστροπελέκι:

«Δεν είναι ανθρώπου αυτό περπάτημα, δεν είναι ανθρώπου μπόι!

για στο καλύβι μου κατέβηκε θεός να με πειράξει

για τα θολά μου μάτια αντίκρισαν το φοβερό Δυσσέα!»

Ο μέγας νους τρογύρναε κι έπαιζε κι αγέρα αγριμολόγαε,

κι ο γερο-κύρης διάβη αρκουδιστά το αιματερό κατώφλι

και σούρθη αργά σε απάνεμη ηλιακή στο σώχωρο λακκούβα.

Ξαπλώνει αμίλητος και σοφιλιάει, πόδια, γοφιά και ράχη,

στο χώμα το ζεστό και στο χλωρό, λουλουδερό τριφύλλι.

Σαν μπούρμπουλας παλιός πολεμιστής, με τα φτερά θρυμμένα,

που δούλεψε, έφαε, γέννησε και πάει, καταχωνιάει σε λάκκο,

κι άλλο δεν πεθυμάει να ζει, τι πια τα σωθικά του αδειάσαν,

ο γέρος χαμωσούρθηκε παππούς κι αργοχωνιάει στο χώμα.

Μυρίζεται τη γης, χαμογελάει, χαδεύει το χορτάρι,

χασμολογάται, αποταυρίζεται και κουφαναστενάζει·

μαύρα πυκνά μερμήγκια ανέβηκαν στα ξεροκάλαμά του,

μα ο γέρος δε νογάει τις δαγκανιές και δέχεται σα δέντρο

τα ζούδια απάνω του να περπατούν, να τον τσιμπολογούνε.

Μονάχα μια κρουφή, μια σκοτεινή λαχτάρα τον παιδεύει —

σαν κλάψιμο μωρού, σα θρος νερού, σαν τα ξερά καλάμια

που βόγκουν και μιλούν στον ποταμό σύντας φυσάει το αγέρι.

Μια προσευκή και παρακάλεση πουρπούριζε στο νου του,

θώραε τη γης, τα χείλια ανάδευε κι ο λόγος του ανηφόραε

στο βουρκιασμένο νου σα νούφαρο σε ζεστολασπονέρι:

«Γυναίκα γης, σε δούλεψα πιστός σαν ταπεινός αργάτης,

ο βασιλιάς εγώ και τα βουβά τ’ αδέρφια μου τα βόδια.

Σα λαμπηδόνα σούρνουμουν, κερά, στα χόρτα σου το βράδυ

και ρέγουμουν το χώμα σου τ’ ογρό στη φωτερή κοιλιά μου,

Περνούσα απάνω σου, κερα-Ψωμού, σφεντόνιζα το σπόρο,

και συ στο σπλάχνο σου τον δέχουσουν αμίλητη, κι αγάλια

με υπομονή σκυφτοί προσμέναμε κι οι δυο τα πρωτοβρόχια.

Τέλειωσα εγώ τον όργο μου στη γης, το μερομίστι θέλω·

δώσε να καινουριώσει η σάρκα μου, να βγάλω δισαγγόνι!

Σαν το μεγάλο αγωνιστή που πάει να κατεβεί στον Άδη

και ζώνεται στη μέση το σπαθί, φουχτώνει το κοντάρι

και βάφει τις παλιές λαβωματιές και γλιστροκατεβαίνει —

όμοια θα πάρω το δραπάνι μου, την τσάπα, τη βουκέντρα,

ένα σταμνί νερό και τα βουβά τ’ αδέρφια μου τα βόδια,

και σα γαμπρός κρουφά θα κατεβώ στο σπίτι σου το βράδυ,

και το απαλό γρασίδι θ’ απλωθεί στην κλίνη μας σπερβέρι,

να πέσω, ω γης, γλυκιά γυναίκα μου, στο δροσερό πλευρό σου·

δώσε να καινουριώσει η σάρκα μου, να βγάλω δισαγγόνι!

Δε θέλω του άπιστού μου γιου, που σε απαρνήθηκε, να μοιάζει·

θέλω να γίνει σκούληκας της γης και δουλευτής του κάμπου

κι όλο χορτάρι, χώμα και βροχή γλυκά ν’ αχνίζει ο νους του.

Κερα-Ψωμού, κουράστηκα· καιρός να ’ρθω, μα μη με ρίξεις

στο ξεροπήγαδο της λησμονιάς, στην αμμουδιά της άρνας·

δώσε να καινουριώσει η σάρκα μου, να βγάλω δισαγγόνι!»

Του γέροντα βουλιάξα οι μέλιγγοι, σφαλνάει τα βλέφαρα του·

σα μελισσιού γλυκιά βουή μακριά στον ανθισμένο κάμπο,

που όλο αλαργαίνει, σβει και χάνεται, του φάνηκε η ζωή του·

κι αυτός σα μέλισσος, ανάσκελα, χωρίς κεντρί, πεθαίνει.

Χαμογελάει, τα χέρια ξάπλωσε στα μυρισμένα χόρτα,

ανάγειρε την κεφαλή στη γης και φώναξε τον ύπνο·

κι ήρθε ο θεός σα χάρος αλαφρός χνουδάτος και τον πήρε.

Τρεις μέρες κρουν οι κράχτες τα χωριά, στεφανωμένοι αγρίλι:

«Γερόντοι, αδράχτε τα ραβδιά και, νιοι, ζωστείτε τ’ άρματά σας·

τα ευωδιασμένα ανοίχτε νυφικά σεντούκια σας, κεράδες,

και ξεδιαλέχτε απ’ τ’ ακριβά προυκιά την πιο καλήν αρμάτα!

Και σεις, λυράροι, ξεκρεμάσετε τις κουδουνάτες λύρες

και σα δεντρά ραβδίστε τα μυαλά, να πέσουν τα τραγούδια·

άδειες κοιλιές, αναγαλλιάσετε, στεγνοί λαιμοί, φραθείτε·

κάνει καλέστρα, αδέρφια, ο βασιλιάς σε πλούσιο φαγοπότι!»

Κάτω απ’ τα νιόφυλλα χλωρά προγονικά πλατάνια εστρώναν

τις τάβλες αραδίς κι αρμάτωναν το μέγα χαροκόπι.

Σηκώθηκε άγριο σύθρηνο απ’ τα ζα που σφάζουνταν στα χόρτα

κι από τα σούρτα φέρτα του λαού και τα χοντρά του γέλια·

ξεχείλισε αίμα το νεραύλακο τρογύρα απ’ τα πλατάνια

κι όλη τη χώρα ζώνει αχνίζοντας με κόκκινο ζωνάρι.

Κι ένα δροσάτο απομεσήμερο, στου δειλινού το θάμπος,

το γαλανό βουνό με το άσπρο του στρατί μετασαλεύει

κι αχολογάει, σα να κρεμάστηκαν στη χαλικοπλαγιά του

νερά, απ’ τις μούλες που κατέβαιναν με τα χαλκά κουδούνια.

Λάμπου αρμαθιές συναστεριές στου απόβραδου βουνού το φρύδι,

με τις χιονάτες κεφαλόδεσες, οι νιόλουστες κεράδες·

ξοπίσω αχούν οι νιοι με τ’ άρματα, γοργοχτυπάει η καρδιά τους,

γοργοχτυπούν τα πόδια τους να δουν το φουμιστό Δυσσέα·

κι οι γέροι ολοστερνοί πεζολατούν με τις γερτές αγκούλες.

Κι ως σύψυχο ροβόλαε το βουνό βουερό κατά τη χώρα

κι οι αμούστακοι λαχτάρουν να τον δουν κι οι γέροι αναθιβάναν

το διώμα του, το γαύρο ανάβλεμμα, το σείσμα του κορμιού του —

στο βραδινόν αγέρα ανέβαινε το γάργαρο φεγγάρι.

Σωπάσαν τα πουλιά, και σκλήριξαν θωρώντας το οι γερόντοι,

τι αιματοστάλαχτο ως καμπάνιζε πολέμους προμηνούσε·

μα οι νιοι γελούν, το ζάλο γόργωσαν, τ’ αρθούνια ανοιγοκλείσαν

κατά την κνίσα την πυκνόπαχη που σιγανηφορούσε

απ’ τα σφαχτά που στρουφογύριζαν οι πιστικοί στις σούβλες.

Ξάφνου στον ασπροχόχλαδο γιαλό ξανοίχτη η χώρα ως ρόδο

και πήδηξα οι ψυχές περίχαρες στα χωριατόστηθά τους·

στραβοπατούν οι μούλες και γλιστρούν, οι χόχλακοι σπιθίζουν

κι ολούθε ανοιούν πορτοπαράθυρα να δούνε τους χωριάτες

που τα καλά τους αστροντύθηκαν και παν στο πανηγύρι.

Κι ως κοντοζύγωσαν στην αγορά, στου πλατανιά το απόσκιο

πεζεύουν οι γυναίκες μες στ’ αριά σκυφτές κεφαλοπάνια,

χωρίς μιλιά· στη στράτα ως πέρδικες πλουμάτες κακαρίζαν

κι ως γρήγορα νερά χουρχούριζαν σε γκρεμοχοχλαδάκια·

μα πια στη χώρα ως μπήκαν ντράπηκαν και χαμοβλεφαρίσαν.

Μαζώνεται ο λαός, χωριάτικες αγάπες ξανασμίγουν,

φίλοι παλιοί χέρι με χέρι παν και λεν τα βάσανά τους,

κι οι νιοι περνούν, κοχεύουν τις καλές και παιχνιδοματίζουν.

Σαν καταφτάσουν τα λαλούμενα στραβομουριάζει ο Χάρος,

κι απ’ τα βουνά, με καρπερό κισσό στο βροντερό κεφάλι,

οι ξακουστοί λυράροι ροβολούν, οι τραγουδαφεντάδες.

Σηκώνουνται τραγούδια θάλασσα και μπαμπακιάζει ο νους τους·

τι να διαλέξουν τάχα και να πουν; όλα δικά τους είναι·

όλα βραγιές βραγιές στα φρένα τους τα καλλουργούν, κι ανθίζουν

χώρια τα γεράνια της ξενιτιάς, τα κράσοψα της τάβλας,

τα ροδοκόκκινα τα παστικά και τα χελιά της στράτας·

κι ολογυρού κυπαρισσότραφο τα μαύρα μοιρολόγια!

Απόψε στα πεζούλια αραδαριά θρονιάστηκαν σα βρύσες·

κι ένας λιγνός λιγνός ακρίδαλος με μυτερό κεφάλι,

μ’ ένα σουραύλι παραμάσκαλα περνάει και χαχαρίζει:

«Ε Κένταυρέ μου, βάστα, η μυρωδιά μη σε λιγομαριάσει·

έλα, κουράγιο πια κι αράξαμε στο φάε και πιε, καρδιά μου!»

Μαυροσαλεύει ο πλάτανος και να, στη φεγγαριά προβαίνει,

τρεις πατωσιές κοιλιά κι απόκοιλα, βουνό μεγάλο κρέας·

κι αγκομαχούσε μουσουνίζοντας στον ίδρο μουσκεμένος:

«Ορφέ, καλά θα την τυλώσουμε στου αφεντικού την τάβλα

κι έβγα, μωρέ, στη γύρα, μάζωνε φαγιά κι αποπιοτίδια·

τήρα πώς κάμαν σούφρες οι κοιλιές και χύσαν τα μεριά μου!»

Τσουκνογελάει και στέναξε ο γκαβός, το σάλιο του κατάπιε:

«Μωρέ, η ευωδιά τη μύτη μου ’σπασε, θα λιγωθώ, θα πέσω!

Να ’ταν σαν της καμήλας, βρε παιδιά, και το κορμί του ανθρώπου·

φαγιά, πιοτά, να παίρνουν βρυσικά φαρδύ διχαλοδρόμι:

άλλα να κατεβαίνουν στην κοιλιά, ν’ ανηφορίζουν άλλα,

στο πισωκάμπουρο ν’ ασκιάζουνται και να τρουλώνει η ράχη·

κι όντας πεινάς, ν’ ανελιγώνεται, να χύνει αργά η καμπούρα,

και συ να κάθεσαι σα βασιλιάς και να τη γιοματίζεις·

Ε, τι καμπούρες, λέει, θα κάναμε κι οι δυο, αδερφέ μου, απόψε!»

Ο πατουχάς βροντογελάει κι αχάει σαν το βαθύ πιθάρι:

«Μωρέ, γιομάτο νου το σουβλερό νεροκολόκυθό σου!

Να ’μουν εγώ θεός, η θάλασσα θα ’ταν κρασί μοσκάτο

και τα καράβια μας κρασόκουπες και τ’ ακρογιάλια κρέας,

και σα βουτσιά θα πλέγαν τα κορμιά να γιαλοξεφαντώνουν!»

Μιλούσαν, στέναζαν οι βλάμηδες και φέρναν κοντοβόλτες

τρογύρα απ’ τα κρασιά και τα ψητά και ξεροκαταπίναν.

Μα να, τα στριφτοβούκινα λαλούν και ξεφωνούν οι κράχτες:

«Αθάνατοι θεοί, την ευωδιά της τάβλας μας φραθείτε·

καλώς ορίστε, βασιλιάδες μου, καλώς τους αρχοντάδες·

λαέ, τα χέρια σου άπλωσε και συ και λάσκα το ζωνάρι,

του καλωσορισμένου μας κορφιά το φαγοπότι αρχίζει.»

Πρώτος εφάνη και θρονιάστηκε στο πιο αψηλό πατάρι

ο μακροτάξιδος μονάφεντος με τη χρουσή κορόνα·

λουφάξαν οι φωνές και χώθηκαν στους ώμους τους οι γέροι:

Θε μου, και πώς σαρανταπήχιασε, τα μάτια πώς σπιθίζουν,

πώς γοργοκλώθου αρπαχτικά σα δυο θεριά το ανθρωπολόι!

Και του αλαφρού κορμιού το ανάριμμα και του ποδιού το ζάλο,

πώς μοιάζουν λιόπαρδου που βγαίνει αργά το πρόσβραδο κυνήγι!

Δεν είναι τούτος βασιλιάς, λαού βοσκός δεν είναι τούτος·

μόν’ δράκος που πεινάει κι ανθρωπινό τρογύρα οσμίστη κρέας.

Καλός, γλυκόθωρος ο γιος, ζερβά θρονιάστη του γονιού του·

παρθενικά σειστήκαν οι σγουρές πλεξούδες του στις πλάτες

κι ως κρίνο γυάλισε το νέο κορμί πα στον γκρεμό του κύρη.

Δυο γύρα του σκυλιά βεργόλαμνα πηδούσαν σα δελφίνια,

κι ως κάθισε, άπλωσαν το γυαλιστό λαιμό στα γόνατά του·

κι ο νιος τ’ ολάσπρο χέρι του ακουμπάει στα νοητερά κεφάλια.

Μ’ έγνοια πολλή δυο δούλοι αναβαστούν και κουβαλούν σαν κρέας

που ξόρνιο παίρνει πια και χνώτισε του παππουλή το σώμα·

τα μάτια του θολώσαν και τ’ αυτιά, βαλτονερούλιαε ο νους του,

κι όλος μπροσμούρωνε στη γης, θαρρείς κουρτάλα τη ν’ ανοίξει.

Το ραχοκόκαλο ανατρίχιασε του γιου, και χαμηλώνει

τα βλέφαρα στη γης, το ριζικό του ανθρώπου βλαστημώντας.

Κι όπως σφηνώθη ανάμεσα γονιού και γιου το αδρό κορμί του,

ξάφνου δεξά νογάει να σέπεται, ζερβά να λουλουδίζει·

μιαν αστραπή θαρρείς και πλάνταξε, τινάχτηκε να ρίξει

την πάσα συντροφιά από πάνω του, να πάρει λίγο αγέρα·

μα τράβηξε το γκέμι της καρδιάς, κι αυτή στον γκρέμο εστάθη.

Διπλόγουβες, με αναχυτούς θεούς στο λαγαρό χρουσάφι,

στραφτάλιζα οι βαριές κρασόκουπες αντίκρα στους ρηγάδες·

κι αχνίζαν τα διπλά ξεδιαλεχτά πινάκια τους το κρέας·

γύρα θρονιάζαν σε παχιές προβιές καμαρωτοί οι γερόντοι

με τα φτενά γλειμμένα πρόσωπα, με τα φρογά ματάκια·

κι άλλοι αλεπούδες και σκυλιά κι άλλοι αχαμνά μουλάρια εμοιάζαν.

Κι οι σεβαστοί τραγουδιστές ορθή στα γόνατα κρατούσαν

σφιχτά απ’ τα κέρατα σα ζωντανή τη λύρα, μην τους φύγει·

σαλάγααν στα κεφάλια τους παλιούς και νέους σκοπούς κοπάδια,

και διάλεγεν ο νους μες στη βουερή βουνοκορφίσια μάντρα.

Ο απλός λαός στις τάβλες χύθηκε, κι ολόρθοι οι τραπεζάροι

λιανίζαν τα ψητά, και το κρασί συγκέρνααν στα κροντήρια·

κι όλοι οι θεοί σαν ανοιξιάτικες νυχτοπνοές διαβαίναν.

Στις πέρα τάβλες πια το γάργαρο γυναικομάνι εστρώθη·

οι παρδαλές δροσάτες φορεσιές λάμπαν στη φεγγαράδα,

λες συντυχιά παγόνια αρχοντικά στη γης φεγγαροπαίζουν.

Της ρήγισσας ο θρόνος, με αλεπούς άσπρες προβιές στρωμένος,

ξεχάσκωνε έρμος κι αδειανός, τι εντράπη ξάφνου η Πηνελόπη,

μετά από τόσα φονικά, μπρος στο λαό να ξεπροβάλει.

Βαθιά λιγούρα νιώθα οι καλεστοί, μα πρι ν’ απλοχερίσουν

αναγυρνούν κατά τον άλαλο που τους βιγλούσε αφέντη·

και πρόσμεναν για τους αθάνατους κρασί στη γης να στάξει.

Ο βασιλιάς την κούπα ξεχειλάει, σηκώθη ορθός, και λάμψαν,

ως την ανάσκωσε στη φεγγαριά, τα ξώγλυφα πλουμίδια:

Μικρούλα λιανοκάμωτη Αθηνά, στο μάλαμα αργασμένη,

κυνήγαε γύρα με διπλό σιδερομύτικο κοντάρι

σκοταδερά κοπάδια από θεούς και τριχωτούς δαιμόνους·

χαμογελούσε, κι έμοιαζε η θλιφτή της όψης τρυφεράδα

κι η πολυπικραμένη ατρόμητη ματιά της σαν ανθρώπου.

Ψηλά τη δίγουβη της Αθηνάς κρασόκουπα ανασκώνει

κι αστραπομάτης γύρα χαιρετάει, συννεφιασμένος λέει:

«Στο πολυπλάνητο ταξίδι μου, στο γαγλωτό μου αγώνα,

με λύσσα με πολέμησαν και γης και θάλασσα κι αγέρας·

σε πίκρες, σε χαρές κιντύνεψα πολλές φορές να χάσω

το ατίμητο αγαθό, το πρόσωπο το σεβαστό του ανθρώπου.

Τα χέρια μου άσκωσα στον ουρανό και φώναξά του: «Βόηθα!»

μα αυτός, με γέλια, κατακέφαλα μου ρίχνει αστροπελέκι·

στη γης τη μάνα μας αρπάχτηκα, κι αυτή, χιλιολογήτρα,

σεισμός, θεριό, γυναίκα, ανάλλαξε και χύθη να με φάει·

στη θάλασσα κι εγώ τα θάρρη μου μωρομπιστεύουμαί τα,

σωριάζω στην πλωτή το πείσμα μου, τις αρετές, τις έγνοιες,

τα κούρσα τα στερνά, τα φτωχικά, του θεομάχου ανθρώπου —

κι απλώνω το πανί, μα ολομεμιάς βαριά ξεσπάει φουρτούνα,

κι όσο ν’ ασκώσω μάτι γιόμωσε το πέλαγο συντρίμμια.

Κι ως κολυμπούσα ανάμεσα ουρανού και θάλασσας μονάχος,

με μόνο ετούτη τη λοξή καρδιά συντρόφισσα και σκύλα,

το νου μου με κοντάρι πορφυρό γρικώ τον να χουγιάζει

στης κεφαλής μου ολογυρού τις γκρεμισμένες πολεμίστρες.

Γης, θάλασσα, ουρανός πισωδρομούν, κι εγώ απομένω μόνος

μ’ ένα δοξάρι στρουφοκέρατο στις μαλλιαροκουτάλες,

χωρίς θεούς κι ελπίδες, λεύτερος, μες στην ερμιάν, ολόρθος.

Σύντροφοι μου παλιοί, και σεις, καινούρια φύτρα του νησιού μου,

στη γης δε χύνω, πίνω το κρασί στη γεια του νου του ανθρώπου!»

Τρομάξαν όλοι, τη μεγάλη ευκή δεχούμενοι ως βλαστήμια·

ψυγομαράθηκαν μιαν αστραψιά τα πεινασμένα πλήθη·

καλά τ’ ανόσια λόγια δε νογούν, μα τις φωτιές θωρούσαν

της άγριας κεφαλής σαν καπυρά σγουρά να την αγλείφουν.

Όμως περίσσια μύριζαν τ’ αρνιά κι οι λιχουδιές αχνίζαν

κι αποξεχάστη ο λόγος ο τραχύς μες στην παχιάν ανάγκη·

και γόνα πήγε το ξεφάντωμα κι όλοι οι μυαλοί σείστηκαν.

Κάτω απ’ τα φρύδια του αρπαχτά τους παραμόνευε ο Δυσσέας:

«Τούτο το ανόσιο κοιλιομάζωμα κι οι βόχες, ο λαός μου·

τούτοι, τα χέρια, τα μεριά, οι λαιμοί και τα νεφρά του νου μου!»

μιλάει στ’ αγκαθωτά μουστάκια του, κι αλάργα από τις τάβλες

την πείνα του κρατάει κι απ’ τ’ αχνιστά δε γλώσσιασε πινάκια.

Μα με το ανέρωτο κρασί και το παραπανίσιο κρέας

θολώθη ο νους και πάχνη σκέπασε πολύ γλυκιά τον κόσμο·

ξαναγυρνούν τα πόδια στους κουτσούς και στους κουλούς τα χέρια

και μάτια μυστικά σταλοβολούν στις ρημαγμένες κόχες.

Σαν άντρας γλίστρηξε ο κυρ-φέγγαρος στων γυναικών τα στήθη

και στων αντρών τα γόνατα θρονιάει σα μάργα γυναικούλα·

και πλέει στο μαυροπόρφυρο κρασί, γελάει το πρόσωπό της.

Μια κοπελιά μικρή στην άψη της πρωτονογήθη απόψε

μες στο ανοιχτό πουκαμισάκι της, στους μυρωδάτους ίσκιους,

το στήθος ν’ ανασκώνεται, κρουφά τ’ αγόρια ακρολοχεύει

κι ένα γλυκό μαχαίρι μοίρασε τη θηλυκιά καρδιά της.

Προκοίλης δαίμονας ο Κένταυρος, με την ουρά στριμμένη,

το ασκί του εγύρναε κι ενεμάζωνε τα κρασαποπιοτίδια·

κι ο Ακρίδαλος, καβάλα στο λερό τετράπαχό του σβέρκο,

με κρασοκατακάθια κι ασβολιές πηχτά πασαλειμμένος,

με το ξεδιάντροπο άμυαλο μυαλό και την τσευδή γλωσσίτσα,

τις ούρμες κοπελιές χωράτευε, τους γέρους χοντρολόγαε·

κι αναγερτοί οι λαιμοί στον ουρανό σαν πλόσκες κακαρίζαν.

Μα ξάφνου κόπηκε η τσευδή φωνή στο σουραυλολαρύγγι·

τι το μονιά παλατιανό χαλκιά με τις χρουσές πλεξούδες,

που ανάμεσα σκυφτός γραπούνιζε και μονογλεντοκόπαε,

το πρόγλωσσο θρασό αποκότησε λαρύγγι ν’ αναπαίξει,

τα λιόξανθά του δείχνοντας σγουρά στο αθαλωμένο μούτρο:

«Μωρέ, ένα κουτσοκέφαλο θα πω, δυο χοντρολιές βρετίκια:

έβγαλε δα κι ο καρβουνόλακκος μάλαμα σκουλαρίκια!»

Πηδάει ο χαλκιάς κι απλοδαχτύλωσε την αργασμένη χέρα·

κι όπως τζιτζίκι στου αγριμόγατου τα νύχια τσιτσιρίζει,

σκληρίζοντας κι ο γρούλης σφάραξε στη μαύρη δαγκανάρα.

Μα αχάει του διπλοκάπουλου η φωνή κι ορθοτανύστη η χέρα·

κι αίμα θα χύνουνταν, οι γέροντοι ’ποδίπλα αν δεν επέφταν

σιργουλευτά τα δυο βαριά θεριά στον πλατανιά ν’ αρνέψουν

μα πια ο σουραύλης καψοκάρδισε και κόπηκε ο λαιμός του.

Παράπιαν, παραφάγαν οι κοιλιές, ο νους επήρε αγέρα,

τα κροσσωτά μαντίλια στένεψαν στ’ αντρίστικα κεφάλια,

γλιστρήξα οι μπόλιες κι αναρίχτηκαν στις γυναικίσιες πλάτες

και στραφταλίσαν τα μαλλιά, με τα δαφνόκουκα αλειμμένα.

Κοχεύει ο γέρος τη γυναίκα του, φαντάζει του γυαλίζει

σαν τη βραδιά που πρωτογκρέμισε του στήθους της τον πέπλο·

κι οι νιοι μουγκοί τηρούν τις κοπελιές κι αναπλαντάει ο λαιμός τους.

Βαριά πλακώνει κατασκέπαση το πλούσιο φαγοπότι·

σα δυο στρατοί γυναίκες κι άγουροι χλωμιάσαν, και φεγγρίσαν

τ’ αντρίκια σουβλερά σκυλόδοντα στο χλιο φεγγαροβόλι.

Τότε σηκώθη ο τραγουδάρχοντας, ο πιο παλιός της χώρας,

που με τη λύρα του νανούρισε το δοξαρά στην κούνια,

κι όλα τα στήθια αλάφρωσαν μεμιάς, όλοι οι λαιμοί γλυκάναν

κι ορθοχωνώσα αχόρταγα τ’ αυτιά το νιο σκοπό να πάρουν.

Το σεβαστό κορμί του ακούμπησε στον πλάτανο, και λάμψαν

τα γένια του, κατάραντα νερά, στο λαγαρό φεγγάρι·

κι αγαλινά αρχινάει να τραγουδάει τα παιδιακίσια χρόνια

του βασιλιά, κι ο χαϊμαδός λαός γρικάει συνεπαρμένος.

«Αραθυμιά με πήρε, βρε παιδιά, να πω, να μην πλαντάξω,

καλόρεχτο τραγούδι του σκαμνιού την τάβλα να πρεπίσω,

καλωσορίζοντας το ρήγα μας που διάγειρε απ’ τα ξένα.

Σαν το μεγάλον αρνοτσέλιγκα, το βαριοκοπαδάρη,

που στέκει ορθός στη στρούγκα του κι αργά με τη ματιά διαλέει

τον πιο παχύ κριγιό στου βλάμη του να σφάξει τα δεξίμια,

στάθη κι ο νους και τα παχιά μετράει τραγουδοκόπαδά του.

Αναγαλλιάει τον άντρα τον καλό να καμαρώνει ο νους μας

σα δένει το κατάνθιστο κορμί και πωρικοκαρπίζει·

για όντας γεράσει πια και σα θεός στην αγορά θρονιάζει

κι είναι βαριά κερήθρα η κεφαλή και ξεχειλάει το μέλι.

Μα σαν το σπόρο το μικρό μικρό, που αναπετάει το φύτρο

κι αρπάει τη γης η ρίζα του κι αρπάει το φως η κεφαλή του

κι οι πέτρες θρύβουνται στο διάβα του και τα βουνά ραγίζουν,

χαρά δεν είναι, αδέρφια, πιο τρανή στον έρμο απάνω κόσμο·

εγώ το σπόρο το μικρό μικρό θα τραγουδήσω απόψε!

Του βασιλιά ο παππούς κι εγώ σε λιονταροπροβιές στρωμένοι,

στο δώμα το αψηλό του παλατιού χαιρόμαστε το δείλι

και σαν παλιοί θεοί που γέρασαν απλώναμε τα χέρια

και πίναμε γλυκό κρασί, μακριά το πέλαγο τηρώντας.

Κι ως έγερνε στα αιματοκύματα να ξεψυχήσει ο γήλιος,

πόνος συμπλάκωνε ανεβάσταχτος του παππουλή το στήθος·

κι οι παραμάνες τρέχαν κι έφερναν στα χρουσοσπάργανά του,

γλυκιά παρηγοριά κι αντίστυλο, τ’ ολάκριβό του αγγόνι.

Σε ανάσκωνε αψηλά κατά το φως, σαν κάρβουνο αναμμένο:

«Ο κύρης σου ο ζευγάς αποθυμάει ξωμάχο να σε κάμει,

σε νανουρίζει στα περβόλια του και σε κυλάει στ’ αυλάκια·

κι εγώ σε βουτακώ στα κύματα, να μου γενείς κουρσάρος!

Ο κύρης σού χαρίζει αλετρικά και χωματοβοδάκια·

κι εγώ σού δίνω προύντζινο στρατό και δίκοπο μαχαίρι

κι έξι ζευγάρια κοντοπίθαρους θεούληδες να παίζεις·

Όρτσα, αγγονέ, γοργομεγάλωσε και γοργανάστησέ με!»

Γελούσε ο γέρος και σε χόρευε στο γόνα το δεξό του,

και στο ζερβό την άγρια λύρα του ταμπούρωνε κι αρχίναε

τα βάσανα και τις τρανές χαρές να τραγουδάει του ανθρώπου.

Και συ, τα παχουλά χεράκια σου κρεμώντας στο λαιμό του,

γρικούσες κι άνοιγαν οι ξενιτιές γαλάζιες μες στο νου σου

και το απαλό σου σπλάχνο βρέχουνταν με πελαγίσια αρμύρα.

Μια νύχτα ο γέρος σου παππούς κι εγώ στον πιο αψηλό σας πύργο

στα λυχνανάμματα ακροπίναμε, το φως ποχαιρετώντας·

μα απ’ το πολύ κρασί τα τέσσερα μελίγγια ξεκλειδώσαν,

ίσκιοι περνούν, ξεκόλλησε η ψυχή και το παλάτι εσείστη.

Χιμούμε ευτύς οι δυο χεραγκαλιά στον άγιο γυναικίτη·

ανθρώπου ακόμα δεν το θάρρεψα, μα απόψε θ’ αμολήσω

βαθύ, μεγάλο μυστικό —τις τρεις που σε μοιράναν μοίρες.

Ανάρια οι λυχνοστάτες στις γωνιές φεγγοβολούσαν, κι όλες

στα μαλακά ζεστά στρωσίδια τους υπνώνα οι παραμάνες·

κι ο γέρος πήγαινε παππούς μπροστά, τα γένια του σπιθίζαν

και κυματούσαν όλο φως χυτά τ’ άσπρα μαλλιά στις πλάτες.

Λαχτάραε να σε δει, με τις χοντρές χερούκλες να σε αγγίξει·

τι σταυραϊτοί σκυφτοί ως κουρνιάζαμε κι οι δυο στο πανωπύργι,

τρεις ίσκιους είδαμε να πιλαλούν με ορμή μες στο παλάτι:

«Οι μοίρες θα ’ναι» φώναξε ο παππούς «οι τρεις μεγάλες χάρες·

άιντε γοργά να διαφεντέψουμε στην κούνια του το σπόρο!»

Μα ως το κορμάκι σου στο απόφωτο τα μάτια μας ξεκρίναν,

τα γόνατα μας κουφολύγισαν, αφέντη, απ’ την τρομάρα:

τρεις άγριοι δράκοι κρέμουνταν, σπαθιά, στο αφράτο σου κεφάλι!

Κι εγώ, που μέρα νύχτα με θεούς και με δαιμόνους σμίγω

και σαν αλώνι ο νους μου ξάγναντο τ’ αγερικά συνάζει,

ξεδιάλυνα καλά και γνώρισα στα σκοτεινά τους δράκους.

Πρώτος, σα μέγας κέδρος ξέρακας που αστροφωτιά τον κάψει,

ο Τάνταλος στεκότα, ο πρόγονος του απελπισμένου ανθρώπου.

Με τ’ αγιουπίσια νύχια του άνοιγε το αχόρταγό του στήθος,

και ξεκορμίζοντας την άπατη, βαριά καρδιά του, σκύβει

στο τρυφερό στηθάκι σου βαθιά και τη σφηνομπολιάζει·

κι η κούνια σου έλαμψε, σα να ’πιασε φωτιά κατάσπλαχνά σου.

Κι ο μεσιακός μοιράρης σήκωσε το μέγα μέτωπο του,

και τρέμοντας τον κύρη γνώρισα του νου, τον Προμηθέα.

Στις λαβωμένες κράταε φούχτες του, που γλυκαντιφεγγίζαν,

σπόρο μεγάλο φως, και σκύβοντας στο κορφοκέφαλό σου

ξηλώνει αγαλινά τις μαλακές ραφές και τον φυτεύει.

Κι ο τρίτος δράκος άναψε φωτιά κι έριχνε προσαψίδια

τους αργαλειούς, τους θρόνους, τους θεούς, να λαμπαδώσει η φλόγα.

Κι ο γέρος σου βρουχήθηκε παππούς, χιμάει με το κοντάρι·

μα πρόφτασα, τον άδραξα αγκαλιά και σφύριξα στο αυτί του:

«Βάστα, κι οι τρεις μεγάλοι πρόγονοι τον αγγονό μοιραίνουν·

τούτος ο δράκος, με τα ρούσα του μαλλιά τα λιονταρίσια,

είναι ο Ηρακλής, ο μέγας αθλητής, το σιδερό μαχαίρι!»

Ακούμπησε ο παππούς τρεκλίζοντας στο στύλο αλαλιασμένος,

κι ο δράκος, σύντας κόρωσε η πυρά κι όλη η στεγή βρουχήθη,

το μωρουδένιο σου κορμάκι αρπάει και το πετάει στις φλόγες·

και συ ροδούσες κι αναγλώσσιζες στην πυροστιά πηδώντας

κι ως τα χρουσά δοκάρια χύνουσουν και φλογοσουραυλούσες.

Ολονυχτίς εγέλας κι έπαιζες μες στην πυρά, δροσάτος

κι εμείς αλάλητοι χαιρόμαστε της λύτρωσης το θάμα,

σφιχταγκαλιά, και τρέχαν ποταμός στη γης τα κλάματά μας.

Ξάφνου το πρώτο ορνίθι λάλησε μες στις αυλές, κι οι δράκοι

σα νέφαλα σκόρπισαν στης αυγής το χνουδωτόν αγέρα.»

Βουβός, σκυφτός, γρικούσε ο δοξαράς και δάγκανε τα χείλια,

κι ήταν αλάργα σ’ έρμες θάλασσες και σε σπηλιές ο νους του.

Κι ευτύς ως κλείσαν τα πλατιά, πιτήδεια χείλια του λυράρη,

τινάχτη αχνίζοντας, καρφώθηκαν τα νύχια του στο θρόνο

και γείραν οι χρουσές κρασόκουπες στις τάβλες και χύθηκαν.

Κι όλο βαρύ περγέλιο και θυμό καταβροντάει η φωνή του:

«Ντροπή μου, άσπρισαν κιόλας τα μαλλιά, τα δόντια μου σαλέψαν,

κι ακόμα σ’ έργατα αχαμνά καταξοδιάζω την ψυχή μου!

Πάσα τη γης, μαθές, την κούρσεψα κι οι φούχτες μου χορτάσαν,

δεν έχει πια πελάη να τα διαβώ κι ανθρώπους να συντύχω,

κι όλο καμάρι ραξοβόλησα να πατριδοσαπίσω!»

Είπε, και κάθισε στρουφίζοντας κύκλου κυκλού τα μάτια,

σα να ’ταν όνειρο κακό, βραχνάς, η σύναξη όλη ετούτη.

Κοκάλωσε ο λαός, κι οι κούπες του πομείναν στον αγέρα·

κι οι γέροι πρόβουλοι που κάθουνταν στου βασιλιά το πλάι

νιώσαν να χύνεται απ’ τ’ αρθούνια του δριμιά αναπνιά, σα θειάφι.

Χώνουν στους ώμους τα κεφάλια τους οι ταβλοκαθισμένοι,

και το ξεφάντωμα κουλούκιασε πνιχτό μες στα πλατάνια·

μα αγάλια ξεπραβάλα οι κεφαλές, ο γέρακας εδιάβη,

και ξαναγιόμωσα οι κρασόκουπες κι οι φυραμένες φλέβες.

Ο διπλοκάπουλος χασκογελάει και τις καρδιές στυλώνει:

«Τις φαρμακούσες έγνοιες όξω νου, και φούρνος μην καπνίσει!

Σαν έχεις βόδια ξεκοκάλα τα, κρασιά ξεφάντωνέ τα

και κλεφτοκορφολόγα κοπελιές, τι λίγη είναι η ζωή μας·

γοργά θα κράξει ο μαύρος πετεινός και θα χαράξει ο Χάρος!»

Ξεθάρρεψε ο σουραύλης κι έριξε κι αυτός την καμπανιά του:

«Μια μαντινάδα, αδέρφια, θα σας πω, να ’ναι του περιτρόπου:

το φάε και πιε, κοιμήσου, αγκάλιασε, να τη η ζωή του ανθρώπου!»

Ο πολυβάσανος απλοχεράει στο ακνό κρασί, στο κρέας,

κι ως πεινασμένος σαραντάπηχος ρίχτη να τρώει, να πίνει·

τα μάτια του μικράναν, φλόγωσαν, ο νους του παραμίλαε:

«Τον πιο παλιό παλιό μου πρόγονο, λυράρη, δεν κατέχεις!»

Γαύρο προπάτορα μες στα νεφρά γρικούσε να σαλεύει

σα νεροβούβαλος στη λασπουριά και να βαριανεβαίνει

σκαλί σκαλί το σπλάχνο του αψηλά, για να λιαστεί στον ήλιο.

Ως τα ποδιαφωτίσματα βαστάει το κρασοκερνοβόλι·

Τ’ άστρα γαλάχτωσαν στον ουρανό και τα δαδιά χλωμιάσαν

μες στης αυγής τον πρώτο σαλεμό φουρφούρισαν τα δέντρα

και στις φωλιές τα χαμοκέλαδα φτεράκισαν κι ανοίξαν

τα στρογγυλά μικρά ματάκια τους, να δουν αν βγήκε ο γήλιος.

Σηκώθη ο βασιλιάς, σκορπάει ο λαός και σκόλασαν οι λύρες·

στρώσαν τις μούλες, τα χιλιόπλουμα τανυούν σαμαροσκούτια

και θρονιαστήκα ακροτρεκλίζοντας οι θροφανές κεράδες.

Κι οι γέροι ακλούθααν το στρατί σκυφτοί στις διχαλόβεργές τους·

δεν είχαν πια καρδιά να κοιμηθούν, και γένναε το μυαλό τους,

αλλοπαρμένο απ’ του φαγιού και του κρασιού τη ζάλη, αλήθειες

ομάδι και ψευτιές, ως λάχαιναν ψηλάθε να σταλάζουν

απ’ τα ροδάτα νέφη της αυγής κι απ’ τα δεντρά της στράτας.

Και δένουνταν αργά, δρακόντευε, μες στου πουρνού το θάμπος,

το παραμύθι μύθι ο μύθαρος του Δοξαροδυσσέα.

Μα πέρα ομπρός τραγάνιζα οι φωνές σα βραχνοπετεινάρια

των άγουρων που φέρναν μυστικά, στην κρασωμένη αγκάλη,

σε πουπουλένιο νέφαλο αυγινό, τη ροδοστήθα Ελένη.

Πολλά μικροί ’ταν όλοι, αμούστακοι, δε νιώθαν από αγάπη,

τους πήρε η παραπόνεση, αρχινούν τραγουδομοιρολόι:

«Βάρα με, αδέρφι, να βαρώ, πονώ, και κρούγε με να κρούγω!

Εγώ για μαύρα μάτια χάνουμαι, γι’ άσπρα βυζάκια κλαίω·

μάνα μου, μάνα, την Πεντάμορφη, το δαγκαμένο μήλο,

την είδα εγώ στην άκρα του γιαλού να συντηράει το κύμα

κι οι κόρφοι της στα πέρα πέλαγα μοιράζαν τον αγέρα —

Θε μου, χωρίς χιονιά χιονίζουνταν, χωρίς βροχή βρουχιούνταν!»

Σκοινί γαϊτάνι ανέβαινε ο λαός τ’ αχνόφωτα καγκέλια·

κι ο μυαλωμένος γιος του εφτάγνωμου το κάστρο ανηφορούσε

μονάχος, με τα δυο φιδόκορμα σκυλιά δεξόζερβά του·

κι η αρχάρισσα ψυχή του χοχλακάει, τον κύρη αντροκαλιέται:

«Κύρη, τα μάτια μου έκαμαν γυαλί να συντηρούν το κύμα·

να ’χε και δώσει, Θε μου, η μοίρα μου ποτέ μην ξεπροβάλεις!

Μα τώρα, ανάθεμα! που πρόβαλες, να ’ρχόταν άλλο κύμα

και να σε αρπάξει πέρα, πέριορα, να μη μεταδιαγείρεις!

Κορώνεις τα μυαλά, την αγαθή καρδιά του ανθρώπου αγκρίζεις,

και δε χωράει ο ξωμάχος πια στη γης κι ο αργάτης στο αργαστήρι·

κι ο χωριατόγαμπρος το ταίρι του θωράει και δεν το θέλει·

ταξίδια λαχταράει κι αθάνατες να κρουφαγγίξει Ελένες!»

Ο δοξαράς τον πλατανιά περνάει, κατηφορίζει αγάλια

στον αυγινό γιαλό κι ανάπνεψε την πελαγίσια αρμύρα·

το κορφολίμανο φαλάγγωσε με τα λιγνά καΐκια,

τις βάρκες προσπερνάει που γαληνές, με τα κουπιά στο στήθος,

αργάτισσες φτωχιές πα στον αφρό του άσπρου γιαλού κοιμούνται.

Τρίζει ο ψιλός γιαλός στα πόδια του, τον άμμον άμμο πάει,

Τ’ αγκιδωτά χαράκια ακροπηδάει, τον κάβο κεφαλώνει

και σα θαλασσοπούλι ερημικό τρουπώνει αργά στα βράχια.

Δροσέρεψαν τα λάβρα μάτια του στης χαραυγής το αγιάζι,

δροσέρεψαν τα φλογοπόδαρα ν’ ακρολιχνούν το κύμα,

κι ο Αυγερινός στα γένια του έλαμψε σα μια σταλιά δροσούλα.

Ώρα πολλή το πέλαο συντηράει και γλυκοβαλαντώνει·

δεν ήτα αυτός που πάλεψε θεούς κι αγκάλιασε νεράιδες

και ξάπλωσε, σφαχτάρια τους γαμπρούς κι έφραξε την αυλή του·

άσπρα τριαντάφυλλα τα χέρια του, παρθένο αγόρι ο νους του!

Σα μαργαρόριζα γλυκόφεγγε στα βύθη του πελάγου,

βαθιά πολύ, η παλιά λαχτάρα του, κι απάνω της σκυμμένος

χαμογελούσε αργά χαδεύοντας τ’ αστρολουσμένα γένια.

Αγάλια αχνόλιωνε η τραχιά ψυχή, μαζί νερό κι αστέρι·

η μνήμη του ύπνωνε στα στήθια του, σαν άσπρη γλαροπούλα

μες στη σπηλιά· κι ανέγνοια ανέβαινε, κατέβαινεν ο νους του,

σα γλάρος σιωπηλός καθούμενος στο αφρογαλάζο κύμα.


ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΔΩ:


ΕΔΩ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου