Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2011

Εμμανουήλ Ροΐδης - Πάπισσα Ιωάννα



Εμμανουήλ Ροΐδης - Πάπισσα Ιωάννα

ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ



FREE photo hosting by Fih.gr

Η «Πάπισσα Ιωάννα» είναι το πιο
διάσημο από τα αφηγηματικά έργα του Εμμανουήλ Ροΐδη και ένα από τα πιο
γνωστά μυθιστορήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, που δημοσιεύτηκε το 1866,
με πολλές μεταφράσεις έκτοτε σε ξένες γλώσσες. Με το έργο αυτό ο συγγραφέας
έρχεται σε ρήξη με την κρατούσα λογοτεχνική παράδοση, τον ρομαντισμό, και με
την ενίσχυση του κύρους της Εκκλησίας. Η υπόθεση του έργου είναι ένας θρύλος
του 9ου αιώνα, αρκετά διαδεδομένος στην Ευρώπη, για μια γυναίκα που κατάφερε
να αναρριχηθεί στην ιεραρχία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και να φτάσει μέχρι
και το αξίωμα του Πάπα, προσποιούμενη ότι ήταν άντρας. Ο Ροΐδης είχε
πρωτοακούσει την ιστορία στη Γένοβα της Ιταλίας, όταν ήταν παιδί, και επειδή
του είχε κάνει μεγάλη εντύπωση, έκανε εκτεταμένη έρευνα σε βιβλιοθήκες στην
Αθήνα και στη Γερμανία και συγκέντρωσε πλούσιο υλικό για την περίοδο στην
οποία διαδραματίζεται το έργο. Επέμεινε ιδιαίτερα σε αυτή τη διάσταση του
μυθιστορήματος, γι’ αυτό και το εξέδωσε με τον υπότιτλο «Μεσαιωνική Μελέτη».
Kαι πράγματι το έργο είναι πιστότατο στην απεικόνιση της εποχής του (οι
πόλεις, τα ταξίδια, τα μοναστήρια, οι συνήθειες, αποδίδονται με εξαιρετική
ακρίβεια). Το έργο εμφανώς παρουσιάζει τα αρνητικά της Καθολικής Εκκλησίας,
αλλά είναι φανερό ότι η κριτική και η απόρριψη απευθύνονται κυρίως στην
Ορθόδοξη. Γι’ αυτό και οι αντιδράσεις απέναντί του ήταν τόσο έντονες. Το
μυθιστόρημα αυτό θεωρείται το σημαντικότερο από τα έργα του Ροΐδη και ένα από
τα σημαντικότερα ελληνικά μυθιστορήματα, το οποίο τελικά αναθεματίστηκε «ως
αντιχριστιανικόν και κακόηθες», με την υπ’ αριθ. 5688/4-4-1866 εγκύκλιο της Ι.
Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, ενώ ο ίδιος ο Ροΐδης διώχθηκε δικαστικά.
(Ολόκληρο και σε απλό κείμενο!)

Εμμανουήλ Ροΐδης



Εμμανουήλ Ροίδης: Πάπισσα Ιωάννα – Διαβάστε το


Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Προς τους κατά την Επικράτειαν Σεβασμιοτάτους Ιεράρχας.

Μυθιστόρημα τι επιγραφόμενον «η Πάπισσα Ιωάννα», εκδοθέν έναγχος ενταύθα υπό Ε. Δ. Ροΐδου, γέμει δυστυχώς πάσης ασεβείας, κακοδοξίας και αισχρότητος· διότι ο συγγραφεύς αυτού υπό πνεύματος αντιχριστιανικού φερόμενος, και ζηλώσας την δόξαν των κατά καιρούς πολεμίων της Ορθοδόξου ημών πίστεως, ου μόνον δόγματα και μυστήρια, και ιεράς τελετάς, και ήθη και έθιμα και παραδόσεις αυτής χλευάζει ασεβώς, διακωμωδών, σκώπτων και κατειρωνευόμενος διά της συνεχούς παραβολής των ιερωτάτων προς τα βέβηλα, αλλά και τα χρηστά ήθη προσβάλλει, ποιούμενος περιγραφάς και διηγήσεις ασεμνοτάτας.
Όθεν η Σύνοδος, ει και έχει τελείαν πεποίθησιν, ότι οι ορθόδοξοι Έλληνες, εδραίοι επί την πέτραν της πίστεως ιστάμενοι, ουδόλως πτοούνται τας τοιαύτας κενοφωνίας, τας υπό των εχθρών αυτής προερχομένας, απρίξ κατέχοντες όσα παρά των μακαρίων αυτών πατέρων και προγόνων ως πολύτιμον κληρονομίαν παρέλαβον, όμως οφείλουσα αύτη κατά τα εμπιστευθέντα αυτή ιερά καθήκοντα να επαγρυπνή μεν εις την ακριβή τήρησην των παρά της ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας πρεσβευομένων, ν’ αποκρούη δε και αποδοκιμάζη παν πολέμιον και αντικείμενον αυτοίς, και προφυλάττη ούτω το χριστώνυμον πλήρωμα από πάσης οιασδήποτε θρησκευτικής παρεκτροπής, απεκήρυξε το περί ου ο λόγος μυθιστόρημα, και παρέδωκεν αυτό τω αναθέματι, ως αντιχριστιανικόν και κακόηθες, και κατήγγειλεν αυτό εις το Υπουργείον, όπως ενεργηθώσι κατ’ αυτού και του συγγραφέως τα παρά τον νόμου οριζόμενα.
Επειδή δε τούτο εκυκλοφόρησεν ήδη εν τη Πρωτεύουσαν του Βασιλείου και είναι ενδεχόμενον ν’ απεστάλησαν αντίτυπα αυτού και εις τας επαρχίας, διά τούτο η Σύνοδος, μητρικώς κηδομένη της ψυχικής σωτηρίας πάντων των ευσεβών και ορθοδόξων χριστιανών, εντέλλεται υμίν εν Χριστώ τω Θεώ ημών, ίνα συμμβουλεύσητε και νουθετήσητε εκκλησιαστικώς το εν τη υμετέρα παροικία λογικόν του Χριστού ποίμνιον, όπως ου μόνον απέχωσι της αναγνώσεώς του τοιούτον εις τε την ψυχήν και το σώμα επιβλαβούς βιβλίου, αλλά αποστρέφωνται τούτο ως αποκύημα και μιασματικόν νόσημα, ου μην αλλά και τω πυρί παραδίδωσιν, όπου αν αυτό ευρίσκωσιν, ίνα μη ποτέ αυτοί εις πειρασμόν εμπέσωσι και ένοχοι τον αιωνίου πυρός γένωνται.
Ούτω γινώσκετε και ούτω ποιήσετε, ίνα και η του Θεού χάρις και το άπειρον έλεος είη μετά πάντων ημών. Αμήν.
Θέλετε δε διατάξει την ανάγνωσιν της παρούσης και επ’ εκκλησίας εις τας πρωτευούσας των δήμων.
Εν Αθήναις, την 4 Απριλίου 1866.
Ο Αθηνών Θεόφιλος, Πρόεδρος,
Ο Αργολίδος Γεράσιμος,
Ο Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως Φιλόθεος,
Ο Καρυστίας Μακάριος,
Ο Ναυπακτίας και Ευρυτανίας Άνθιμος.
Ο Γραμματεύς Κύριλλος Χαιρωνίδης.
Στον αφορισμό του έργου ο συγγραφέας απάντησε αρχικά χιουμοριστικά («ο κύριος εισαγγελεύς ουδ’ απάντησιν έδωκεν, και οι δικασταί απεκρίθησαν γελώντες ότι αφού το βιβλίον είναι αφορισμένον, δεν δύνανται να το αναγνώσουσιν δια να το δικάσωσιν…»), με τις υποτιθέμενες «Επιστολές ενός Αγρινιώτου» με την υπογραφή Διονύσιος Σουρλής (στην εφημερίδα Αυγή, Μάιος 1866) και έπειτα με σοβαρό -αλλά και πιο δηκτικό τόνο, με το «Ολίγαι λέξεις εις απάντησιν της αφοριστικής εγκυκλίου της Συνόδου».
Η Πάπισσα Ιωάννα
Ροΐδης Εμμανουήλ

«Il y a bien de la difference entre rire de la religion,
et rire de ceux qui la profanent par leurs opinions extravagantes».
(Pascal, lettre XI).

Aπό του μέσου άρχονται συνήθως οι επικοί ποιηταί· ταυτό ποιούσι και οι μυθιστοριογράφοι, όσοι τας δεκατόμους τύχας των Πόρθων και Αραμίδων παραγγέλουσιν υπομισθίω εφημερίδι να ονομάση, αριστοτελική αδεία1, εποποιίας· έπειτα ο ήρως, όταν εύρη ευκαιρίαν, εντός σπηλαίου ή ανακτόρου, επί ευώδους χλόης ή μαλακής κλίνης διηγείται τα προηγούμενα τη ερωμένη, επεί ευνής και φιλότητος εξ έρον έντο.

Ούτω θέλει ο Λατίνος Οράτιος εν τη Ποιητική· τούτο συνιστώσι και οι βιβλιοπώλαι, οσάκις παραγγέλλουσι βιβλίον, ορίζοντες εις τον συγγραφέα το μήκος, το πλάτος και την ύλην αυτού ως του ενδύματος εις τον ράπτην. Τοιαύτη τέλος είναι η κοινή μέθοδος· αλλ’ εγώ προτιμώ ν’ αρχίσω από την αρχήν· ο δε αγαπών την κλασικήν αταξίαν δύναται ν’ αναγνώση πρώτον τας τελευταίας του βιβλίου μου σελίδας και έπειτα τας πρώτας, μετασχηματίζων ούτω εις επικόν μυθιστόρημα την απέριττον και φιλαλήθη διήγησίν μου.

Ο μέγας Βύρων έλαβε την υπομονήν ν’ ακούση τας φλυαρίας των γραιών της Σεβίλλης, ίνα μάθη αν η μήτηρ του ήρωός του Δον Ζουάν έλεγε λατινιστί το Πάτερ ημών, αν ήξευρεν Εβραϊκά και εφόρει λινούν υποκάμισον και γαλανάς κνημίδας. Επιθυμών καγώ να είπω τω αναγνώστη τουλάχιστον πώς ωνομάζετο της ηρωίδος μου ο γεννήτωρ, ανεδίφησα τους εις μέγα φύλλον λήρους των μεσαιωνίων Ηροδότων· αλλ’ ούτος είναι εκεί πολυώνυμος και ποκιλώνυμος, ως ο Ζευς παρά τοις ποιηταίς και ο Διάβολος παρά τοις Ινδοίς. Δαπανών έτη τινά εις παραβολάς χειρογράφων ηδυνάμην ίσως να μάθω, αν ο γεννήσας την Ιωάνναν ωνομάζετο Βιλλιβάλδος ή Βαλλαφρείδος· αλλ’ αμφιβάλλω αν το κοινόν ήθελε με ανταμείψει διά τον τοιούτον κόπον μου. Ακολουθών λοιπόν το παράδειγμα των σημερινών λογίων, οίτινες φοβούνται μήπως, αν έχανον καιρόν αναγινώσκοντες, ήθελον γράψει ολιγώτερα και ούτω ζημιώσει τους τε συγχρόνους και τους μετά ταύτα, εξακολουθώ ή μάλλον άρχομαι της ιστορίας μου.

Ο ανώνυμος λοιπόν πατήρ της ηρωίδος μου ήτο Άγγλος μοναχός· εκ τίνος δε επαρχίας δεν ηδυνήθην να μάθω, μη ούσης ακόμη διηρημένης της Βρεταννίας εις κομιτάτα προς ευκολίαν των εισπρακτόρων. Κατήγετο δε εκ των Ελλήνων εκείνων αποστόλων, οίτινες εφύτευσαν τον πρώτον σταυρόν εις την χλοεράν Ιρλανδίαν, και υπήρξε μαθητής του Εριγενούς Σκώτου, όστις πρώτος εφεύρε τον τρόπον του κατασκευάζειν αρχαία χειρόγραφα, δι’ ων ηπάτησε τους τότε λογίους, ως ο Σιμωνίδης τους Βερολινείους. Ταύτα μόνα διέσωσεν ημίν η ιστορία περί του πατρός της Ιωάννας. Η δε μήτηρ αυτής εκαλείτο Γιούθα, ήτο ξανθή και έβοσκε τας χήνας Σάξωνος βαρόνου. Ούτος καταβάς την παραμονήν συμποσίου, ίνα εκλέξη την παχυτέραν, ωρέχθη και της ποιμενίδος, ην από του ορνιθώνος μετέφερεν εις τον κοιτώνα. Βαρυνθείς αυτήν μετ’ ολίγον την έδωκεν εις τον οινοχόον, ο οινοχόος εις τον μάγειρον και ούτος εις τον χυτροκόρον, όστις ευλαβής ων αντήλλαξε την νεάνιδα μετά του μοναχού, λαβών αντ’ αυτής οδόντα του αγίου Γουτλάκου, του ζήσαντος και οσίως τελευτήσαντος εντός λάκκου τινός της Μερκίας. Ούτω εξέπεσεν η Γιούθα από της κλίνης δεσπότου εις τας αγκάλας καλογήρου, ως και σήμερον εν Αγγλία οι υψηλοί πίλοι από των κροτάφων διπλωμάτου εις την κεφαλήν επαίτου· καθότι εις τον ευνομούμενον εκείνον τόπον πολλοί μεν αποθνήσκουσι της πείνης, πολλοί δε προσβάλλουσι την αιδώ δι’ έλλειψιν υποκαμίσου, αλλά πάντες γερουσιασταί και νεκροθάπται, κόμητες και ψωμοζήται φορούσι πίλον υψηλόν, όστις θεωρείται εκεί ως το παλλάδιον της συνταγματικής ισότητος.

Το συνοικέσιον υπήρξεν ευτυχές. Την μεν ημέραν περιήρχετο ο μοναχός τους πέριξ πύργους, πωλών ευχάς και κομβολόγια, το δε εσπέρας επέστρεφεν εις το κελλίον έχων τας χείρας υγράς από τα φιλήματα των πιστών και την πήραν πλήρη άρτου, κρεάτων, πλακούντων και καρύων· γεώμηλα δε δεν υπήρχον ακόμη εν Αγγλία, αλλ’ εισήχθησαν βραδύτερον μετά του συντάγματος προς χρήσιν του ελευθέρου λαού, ότε επελθούσης της ισότητος, έπαυσαν οι υπηρέται να τρώγωσι καλά κρέατα εις την αυτήν τράπεζαν μετά του αυθέντου.

Η Γιούθα άμα ήκουε μακρόθεν εις την πεδιάδα το άσμα του επιστρέφοντος συζύγου, έστρωνε την τράπεζαν· έθετε δηλ. επί απελεκήτων σανίδων ξύλινον πινάκιον κοινόν αμφοτέροις, σιδηράν περόνην, κέρας βουβάλου ως ποτήριον και ξηρούς κλάδους εις την εστίαν, ίνα φωτίζη το δείπνον· τα δε χειρόμακτρα, αι φιάλαι και τα κηρία ήσαν τότε εις μόνους τους επισκόπους γνωστά. Μετά το δείπνον ήπλωνον οι νεόνυμφοι προβειάς επί σωρού ξηρών φύλλων, επί των προβειών ηπλούντο εκείνοι και επ’ αυτών δασύμαλλον δέρμα λύκου. Όσω δριμύτερος εφύσα έξω ο βορράς, όσω πυκνοτέρα κατέπιπτεν η χιών, τόσω σφιγκτότερα ενηγκαλίζετο το όλβιον εκείνο ζεύγος, αποδεικνύον ούτω πόσω ηπατάτο ο Άγ. Αντώνιος, ισχυριζόμενος ότι το κρύος ψυχραίνει τον έρωτα, και οι αρχαίοι Έλληνες, οι παριστώντες τον χειμώνα ως γέροντα μισογύνην.

Τοιαύτας διήγον οι γονείς της Ιωάννας χρυσάς ημέρας

χλεροίσιν ιαινόμενοι μελέεσιν2,

ότε πρωίαν τινά, ενώ ο μοναχός απετίνασσεν εκ των βλεφάρων τον ύπνον και εκ της μαύρης γενειάδος ξανθάς τινας τρίχας της γυναικός του, δύο Αγγλοσάξωνες τοξόται γυμνοί τας κνήμας και τους πόδας, μικράς φέροντες ασπίδας και βελοπληθείς επί των ώμων φαρέτρας, ενεφανίσθησαν προ της εισόδου της καλύβης, προσκαλούντες τον οικοδεσπότην εν ονόματι του Επτάρχου Εκβέρτου ν’ ακολουθήση αυτούς, λαμβάνων τα προς μακράν πορείαν αναγκαία εφόδια. Έντρομος ο καλόγηρος αναρτήσας το δισάκκιον εις τους ώμους, λαβών την γυναίκα διά της δεξιάς, την βακτηρίαν διά της αριστεράς και το ευχολόγιον υπό μάλης ηκολούθησε τους σκυθρωπούς οδηγούς.

Τρεις ημέρας και δύο νύκτας οδοιπορήσαντες διά φαλακρών ορέων και ερεικοφύτων κοιλάδων και πολλούς συναντήσαντες καθ’ οδόν ιερωμένους, υπό την επιτήρησιν τοξοτών έφθασαν την τετάρτην εις την παραθαλάσσιον πολίχνην Γαριάνορον3. Μέγα πλήθος λαού ήτο επί της προκυμαίας συνηθροισμένον, επί θρόνου χλοερού ίστατο ο επίσκοπος Εβοράκου4 Βόλσιος ευλογών τους πιστούς και ογκώδες σαξωνικόν πλοιάριον εσαλεύετο εν τω λιμένι, ανυπόμονον ν’ αναπετάση το τετράγωνον ιστίον εις την απόγαιον αύραν. Ότε επλησίασαν οι πανταχόθεν της Αγγλίας στρατολογηθέντες μοναχοί, εξήκοντα τον αριθμόν, ο ευσεβής Βόλσιος εναγκαλισθείς αυτούς ανά ένα και εγχειρίσας εκάστω δύο δηνάρια5, «Πορεύεσθε, είπε, και διδάσκετε πάντα τα έθνη».

Από της αγκάλης του επισκόπου μετέβησαν παραχρήμα οι ιεροκήρυκες εις τας σανίδας της κοίλης νηός και μετ’ ου πολύ έσχισαν τα θολά κύματα του γερμανικού πελάγους, αγνοούντες προς ποίας έπλεον όχθας εις αναζήτησιν μαρτυρικού στεφάνου ή λιπαρού μοναστηρίου. Αλλ’ ενώ ποντοπορούσιν ούτοι υπό την σκέπην του Σταυρού, θέλομεν ημείς πληροφορήσει τον αναγνώστην τί παθών ο επίσκοπος Βόλσιος παρέδιδεν εις το παλίμβολον των κυμάτων τους φωστήρας της αγγλικής Εκκλησίας. Αλλά προς τούτο αποχαιρετώντες την νήσον των Βρεταννών ας μεταβώμεν εις την χώραν των Φράγκων.

Ο μέγας Κάρολος, αφού περιέδραμε την Ευρώπην θερίζων δάφνας και κεφαλάς διά της μακράς του σπάθης, αφού έπνιξεν, ετύφλωσεν ή εστρέβλωσε τα τρία τέταρτα των Σαξώνων, αποκτήσας ούτω την υποταγήν και το σέβας των επιζώντων, ανεπαύετο τέλος επί των τροπαίων του εις Ακυίσγρανον, πόλιν περίφημον διά τα άγια λείψανα και τας βελόνας. Τα πάντα εβάδιζον κατ’ ευχήν εν τη απεράντω αυτοκρατορία· ο σοφός Αλκουίνος έλουεν εις το ύδωρ του βαπτίσματος τους ρυπαρούς του Καρόλου υπηκόους, έκοπτε τα κόκκινά των γένεια και τα μακρά ονύχια και ανοίγων αυτοίς της ανεξαντλήτου σοφίας του τον θησαυρόν έτριβε του ενός τα χείλη διά του μέλιτος του ιερού λόγου, έτρεφεν άλλον με της γραμματικής τας ρίζας και τρίτον εδίδασκεν ότι των χηνών τα πτερά, διά των οποίων καθίστα ταχύτερα τα βέλη, ήσαν και προς γραφήν επιτήδεια.

Ο δ’ ευτυχής αυτοκράτωρ διήνυεν αφρόντιδας ημέρας, μετρών τα ωά των ορνίθων του, τακτοποιών τα ωρολόγια και τα κράτη του, παίζων μετά των θυγατέρων του και του ελέφαντος, ον έλαβε δώρον παρά του καλίφου Αρούν, καταδικάζων εις μικρόν πρόστιμον τους φονείς και ληστάς και απαγχονίζων εις τα δένδρα του κήπου του όσοι των υπηκόων έτρωγον κρέας την Παρασκευήν ή έπτυον μετά την μετάληψιν.

Αλλ’ ενώ ο ευσεβής Κάρολος, όστις, καίτοι μη εξεύρων να γράφη, εγνώριζεν όμως την κλασικήν αρχαιότητα, επανέλεγε καθ’ εκάστην:

Haec mihi Deus otia fecit,

οι Σάξωνες ανήγειρον πάλιν την θρασείαν και ακτένιστον κεφαλήν των και βυθίζοντες την χείρα εις το αίμα ουχί ταυρείων, αλλ’ ανθρωπίνων θυμάτων, ώμνυον εις τον Tουίτονα, τον Ιρμινσούλ και Αρμίνιον ή ν’ αποσείσωσι τον καρόλειον ζυγόν ή διά του αίματος αυτών να φυράσωσι του Άλυος και Βισούργιδος τας όχθας. Ήλθεν, είδε και ενίκησε κατά το σύνηθες ο άμαχος αυτοκράτωρ διά της λόγχης εκείνης, ην κατά τους Ευαγγελιστάς εβύθισεν ο Ρωμαίος στρατιώτης εις του Σωτήρος την πλευράν, ο δε αρχάγγελος Μιχαήλ εμφανισθείς καθ’ ύπνους τω Καρόλω εναπέθεσεν επί της κλίνης του, ίνα κατά τους χρονογράφους ανταμείψη αυτόν, διότι και από εψημένου και από ωμού κρέατος απέχων την Τεσσαρακοστήν εκοιμάτο μόνος.

Μετά την νίκην, φοβούμενος ο άγιος αυτοκράτωρ μη αναγκασθή και πάλιν υπό των αγριανθρώπων εκείνων να διακόψη τας ευσεβείς αυτού ασχολίας, απεφάσισεν ή πάντας τους νικηθέντας να εξολοθρεύση ή εκόντας άκοντας όλους να βαπτίση. Ουδείς ποτέ ιεροκήρυξ κατώρθωσε πλείονας απίστους εν βραχεί χρόνω να χριστιανίση· αλλ’ η ευγλωττία του Φράγκου κατακτητού ήτο ακαταμάχητος. «Πίστευσον ή σε φονεύω», έλεγεν εις τον δεσμώτην Σάξωνα, εις ου τα όμματα ήστραπτεν ως πειστικώτατον επιχείρημα η μάχαιρα του δημίου, και όλος εκείνος ο όχλος επήδα εις την κολυμβήθραν ως αι νήσσαι εις τους λάκκους, αφού βρέξη.

Επειδή όμως, όσω παντοδύναμος και αν υποτεθή η πίστις, απαιτείται ουχ ήττον να γνωρίζη οπωσούν και ο χριστιανός εις τι πιστεύει, συνηθίζετο τότε εν Ευρώπη, ως σήμερον εν Οταΐτη και Μαλαβάρη, να μανθάνωσιν οι νεοβάπτιστοι είδος τι κατηχήσεως, ην οι δεκανείς του Καρόλου εδίδασκον τους Σάξωνας, τάσσοντες αυτούς κατά σειράν ανά δέκα ως νεοσυλλέκτους και ραπίζοντες ανηλεώς, οσάκις προσέκοπτον εις δυσπρόφερτον τινά λέξιν του «Πιστεύω». Ούτω ελάμβανε δίκην ο Ιησούς παρά των ειδώλων δι’ όσα έπαθον υπ’ εκείνων οι πρώτοι αυτού οπαδοί, ότε εκαίοντο επί Νέρωνος ή ωπτούντο επί Διοκλητιανού, κ’ εντεύθεν των Γάλλων η παροιμία «Η εκδίκησις είναι η ηδονή των θεών»6.

Ενόσω μεν διήρκει ο πόλεμος, οι στρατιώται εξηκολούθουν εκπληρούντες έργα ιερέων· αλλ’ αφού ησύχασαν τα πράγματα και εξηντλήθησαν αι θεολογικαί γνώσεις των θωρακοφόρων εκείνων ιεροκηρύκων, πάντες και προ πάντων ο αυτοκράτωρ ησθάνθησαν την ανάγκην σοβαρωτέρων κατηχητών. Αλλά παρά τοις Φράγκοις καλόγηροι μόνον υπήρχον τότε και δεινότεροι περί την ζυθοποιίαν ή την δογματικήν, βαπτίζοντες τα βρέφη εις το όνομα της Πατρίδος, της Θυγατρός και της Αγίας Πνοής, ισχυριζόμενοι ότι η Θεοτόκος συνέλαβεν εκ του ωτός, προγευματίζοντες προ της μεταλήψεως και αναγκάζοντες τον διάκονον να πίη το ύδωρ, δι’ ου έπλυνον τας χείρας μετά την λειτουργίαν.

Εις τοιούτων διδασκάλων τας χείρας ουδ’ αυτούς τους Σάξωνας ετόλμησεν ο Κάρολος να εμπιστευθή, φοβούμενος μη αναγκασθή μετ’ ολίγον να εκστρατεύση και πάλιν, ίνα νέα είδωλα κρημνίση, τα του Βάκχου και του Μορφέως. Απορών περί του πρακτέου εσυμβουλεύθη τον Αλκουίνον, εις ου τους χρησμούς κατέφευγον τότε οι Φράγκοι, ως οι Έλληνες εις την Πυθίαν. Ο Αλκουίνος ήτο Άγγλος, η δε Αγγλία είχε τότε το μονοπώλιον των θεολόγων, ως σήμερον των ατμομηχανών. Εκεί λοιπόν εστάλη πλοίον, ίνα φορτωθή ιεροκήρυκας προς μύησιν των Σαξώνων εις της πίστεως τα μυστήρια.

Η σωτήριος εκείνη κιβωτός της χριστιανοσύνης, εφ’ ης είδομεν επιβάντα και της Ιωάννας τον πατέρα μετά της γυναικός, εφέρετο οκτώ ημέρας επί των υδάτων, την δε ενάτην υπερβάσα το στόμιον του Ρήνου προσωρμίσθη ενώπιον της πόλεως Νοβιομάγου, όπου κατά πρώτον επάτησαν το γερμανικόν χώμα οι αγρευτήρες εκείνοι των ψυχών. Εκείθεν άλλοι επί όνων, άλλοι διά λέμβων και άλλοι αποστολικώς ανατρέξαντες εις τας πηγάς της Λίππης, έφθασαν τέλος κεκμηκότες και πειναλέοι εις Παδέβορνον, όπου εσκήνου ο Κάρολος εν μέσω σταυρών και ασπίδων. Η Σαξωνία διενεμήθη παραχρήμα υπό του νικητού εις τους νεήλυδας καλογήρους, ων έκαστος έλαβεν εντολήν να κοσμήση διά του Σταυρού πάσαν καλύβην επαρχίας τινός της κατακτηθείσης χώρας, της δε Ιωάννας ο πατήρ διετάχθη να διευθυνθή προς νότον, ίνα κρημνίση το εν Ερισβούργη είδωλον του Ιρμινσούλ, περί το οποίον συνήρχοντο οι τότε επαναστάται, ως οι ημέτεροι εις τα Χαφτεία, προσφέροντες ανθρωπίνους θυσίας και νέας καθ’ εκάστην χαλκεύοντες συνωμοσίας. Ο ταλαίπωρος μοναχός, φορτώσας επί οναρίου την γυναίκα του και τέσσαρας μαύρους σαξωνικούς άρτους, ήρξατο της νέας οδοιπορίας, σύρων το ζώον εκ του χαλινού και μετά δακρύων ενθυμούμενος τας αναπαύσεις της πατρώας καλύβης.

Οκτώ όλα έτη επλανήθη ο πατήρ της Ιωάννας υπό τα δένδρα της Βεσταλίας, βαπτίζων, διδάσκων, εξομολογών και θάπτων. Πολυπαθέστερος δε γενόμενος και αυτού του αποστόλου Παύλου πολλάκις ερραβδίσθη, δεκάκις ελιθάσθη, πεντάκις ερρίφθη εις τον Ρήνον και δις εις την Άλυν, τετράκις εκάη, τρις εκρεμάσθη και μεθ’ όλα ταύτα επέζησε τη βοηθεία της Θεοτόκου. Τον δε υποπτευόμενον ότι απίθανα λέγω, παραπέμπω εις της εποχής εκείνης τα συναξάρια, ίνα μάθη τίνι τρόπω η ξανθή Παναγία υπεστήριζεν διά των λευκών αυτής χειρών τους πόδας των πιστών της, οσάκις απηγχονίζοντο, έσβηνε τας φλόγας της πυράς διά ριπιδίου εκ πτερών Αγγέλου, οσάκις εκαίοντο, ή λύουσα την κυανήν ζώνην έτεινεν αυτήν εις τους καταποντιζομένους, ως η Ινώ τω Οδυσσεί τον πέπλον.

Τα τόσα παθήματα δεν ίσχυσαν να ψυχράνωσι τον ζήλον ή ν’ αλλοιώσωσι το φρόνημα του ακαμάτου αποστόλου· το σώμα όμως αυτού κατήντησε βαθμηδόν αγνώριστον, αφού οι μεν Φρίσονες τω αφήρεσαν τον δεξιόν οφθαλμόν, οι δε Λογγοβάρδοι έκοψαν τα ώτα του, οι Θουρίγγιοι την ρίνα και οι ανήμεροι κάτοικοι του Ερκυνίου δάσους, θέλοντες να εξολοθρεύσωσι των ιεροκηρύκων την γενεάν, εθυσίασαν προ του βωμού του Τουίτονος τα δύο τέκνα του και έπειτα διά της αυτής απανθρώπου μαχαίρας απέκοψαν αυτώ... πάσαν πατρότητος ελπίδα.

Η Γιούθα, ήτις και μετά την τελευταίαν ταύτην συμφοράν έμεινε πιστή τω ηκρωτηριασμένω συζύγω, επειράτο παντοιοτρόπως ν’ ανακουφίση τας θλίψεις του. Οσάκις εξυπνών την νύκτα προσήλονεν εις αυτήν μετά ματαίου πόθου τον ένα απομείναντα οφθαλμόν και έκλαιε την στέρησιν των τέκνων του και των πρώην ηδονών, ησπάζετο αυτόν λέγουσα, «Καθ’ ημέραν ανάπτω λαμπάδα προ της εικόνος» του Αγ. Πατέρνου. Ίσως ο προστάτης ούτος της ευτεκνίας εφεύρη θαύμα τι, ίνα απολαύσωμεν και πάλιν τέκνα».

Η ευχή αύτη της καλής Γιούθας επληρώθη μετ’ ου πολύ· ουχί φευ! διά θαύματος του αγίου Πατέρνου, αλλ’ υπό δύο τοξοτών του κόμητος της Ερφούρτης. Οι κακότροποι ούτοι συναντήσαντες αυτήν παρά την όχθην της Φούλδας απλόνουσαν εις τον ήλιον τον χιτώνα του ανδρός της, όστις μη έχων άλλον εκρύπτετο ως ο Οδυσσεύς υπό σωρόν ξηρών φύλλων, περιμένων να ξηρανθή ο πλυθείς, ήπλωσαν κακείνην επί της χλόης και διά της βίας τη υπενθύμισαν τον αληθή επί της γης προορισμόν της γυναικός.

Αφού κορεσθέντες ανεχώρησαν οι στρατιώται, εξήλθε της κρύπτης ο ατυχής καλόγηρος και ενδυθείς υγρόν ακόμη το υποκάμισον απεμακρύνθη εκείθεν μετά της πεπονημένης γυναικός, καταρώμενος τους Σάξωνας, οίτινες πλην του μαρτυρικού επέθεσαν και άλλον στέφανον επί της φαλακράς κεφαλής του.

Εννέα μετά ταύτα μήνας, εν έτει 818, έτεκεν η Γιούθα εν Ιγγελχείμη ή κατ’ άλλους εν Μογουντία, την μέλλουσαν ν’ αρπάση τας ουρανίους κλείδας Ιωάνναν. Ο δε πατήρ αυτής ή μάλλον ο σύζυγος της μητρός, ίνα συνηθίση άμα γεννηθείσα εις του πλάνητος βίου τας κακουχίας, εβάπτισεν αυτήν εις το ψυχρόν ρεύμα της Μεΐνης, όπου εβύθιζον και οι αυτόχθονες τα ξίφη, ίνα σκληρότερα αυτά καταστήσωσι.

Πάντων των ηρώων την κοιτίδα κοσμούσι κατ’ έθος αρχαίον οι βιογράφοι διά τεραστίων σημείων προαγγελλόντων τας μελλούσας αρετάς. Ούτω νήπιος έτι ων έπνιξε τους δράκοντας ο Ηρακλής, ο δε Κριεζώτης την άρκτον, αι μέλισσαι επεκάθισαν εις του Πινδάρου το στόμα, ο Πασχάλης εφεύρε δεκαετής την γεωμετρίαν, ο ήρως του Βύρωνος ακούων την λειτουργίαν εις της τροφού τας αγκάλας απέστρεφε τους οφθαλμούς από των ερρυτιδωμένων αγίων, ίνα προσηλώση αυτούς μετά κατανύξεως επί της Αγίας Μαγδαληνής, η δε ημετέρα ηρωίς η μέλλουσα εις το εκκκλησιαστικόν στάδιον να διαπρέψη, ουδέποτε Tετάρτην ή Παρασκευήν ηθέλησε να βυζάξη, αλλ’ οσάκις προσεφέρετο αυτή ο μαστός κατά νηστήσιμον ημέραν, απέστρεφε τους οφθαλμούς μετά φρίκης.

Άγια λείψανα, σταυροί και κομβολόγια υπήρξαν τα πρώτα αυτής αθύρματα. Πριν φυτρώσωσιν οι οδόντες, εγνώριζε το Πάτερ ημών· αγγλιστί, ελληνιστί και λατινιστί, πριν δε αλλάξη αυτούς, εβοήθει ήδη τον πατέρα εις το αποστολικόν έργον, κατηχούσα τας ομήλικας Σαξωνίδας. Μόλις οκταετής ήτο, ότε απέθανεν η μήτηρ αυτής, η καλή Γιούθα, και επί του τάφου της μακαρίτιδος απήγγειλεν επικήδειον λόγον, αναβάσα επί των ώμων του νεκροθάπτου.

Αλλ’ ενώ ηύξανεν η Ιωάννα κατά το κάλλος και την σοφίαν, ο πατήρ αυτής, καταβεβλημένος υπό των πόνων και της στερήσεως της συντρόφου, ησθάνετο τας δυνάμεις καθ’ εκάστην ελαττουμένας. Μάτην επεκαλείτο τον άγιον Γήνον, ίνα στερεώση το κλονούμενον βήμα του, μάτην ανήπτε κηρία εις την Aγ. Λουκίαν, ίνα αποδώση εις τον οφθαλμόν του την δύναμιν να διακρίνη τα γράμματα του ψαλτηρίου και μάτην παρεκάλει τον άγιον Φόρτιον, ίνα ενισχύση την φωνήν του· αι δε χείρες αυτού τόσον έτρεμον, ώστε ημέραν τινά προσφέρων το σώμα του Σωτήρος εις την ηγουμένην του Μοναστηρίου Bιτερφείλδης, την ωραίαν Γίσλαν, αντί να εισαγάγη αυτό εις το ροδόχρουν στόμα της παρθένου, αφήκε να καταπέση εις τα λευκά στήθη της, άτινα η δούλη αύτη του Θεού είχε πάντοτε γυμνά δι’ ιδιαιτέρας αδείας του πάπα Σεργίου. Το σκάνδαλον υπήρξε μέγα· η μεταλαμβάνουσα ηρυθρίασεν, αι μοναχαί εκάλυψαν διά των χειρών το πρόσωπον, οι δε αυτόχθονες ιερείς ανέκραξαν Ιεροσυλία! Ιεροσυλία, επανέλαβον ως πιστή ηχώ αι μονάζουσαι παρθένοι, και ως Βακχίδες ορμήσασαι κατά του δυστυχούς γέροντος απέσπασαν τα ιερά κοσμήματα και κακώς έχοντα έρριψαν αυτόν έξω του μοναστηρίου.

Επί δεκαπέντε ημέρας επλανάτο ο ατυχής απόστολος μετά της Ιωάννας εις τα μεταξύ Φραγκφούρτης και Μογουντίας άξενα δάση, διανυκτερεύων υπό το φύλλωμα των δένδρων και συντρώγων βαλάνους μετά των χοίρων της Βεσταλίας. Αλλ’ η τροφή αύτη, ήτις τοσούτω παχείς καθιστά τους συντρόφους τούτους του Αγίου Αντωνίου, κατέστησε μετ’ ου πολύ αυτόν τε και την θυγατέρα ισχνοτέρους των επτά σταχύων, ους είδε κατ’ όναρ ο Φαραώ.

Μάτην επειράθη ο καλόγηρος ν’ ανανεώση το θαύμα του συμπατριώτου αυτού Αγ. Πατρικίου, όστις δι’ επικλήσεως τινος μετεμόρφωσε τους τρέχοντας εις τα όρη της Ιρλανδίας αγριοχοίρους εις λιπαρά χοιρομήρια, και μάτην παρεκάλει τους ιπταμένους υπεράνω της κεφαλής του αετούς, ίνα φέρωσιν αυτώ τροφήν ως εις τον Άγ. Στέφανον. Η δε Ιωάννα ανύψονεν ενίοτε υγρά βλέμματα προς τον πατέρα, κράζουσα «Πεινώ!». Εν αρχή μεν ο φιλόστοργος γονεύς ανατείνων τους κατίσχνους βραχίονας εις ουρανόν απεκρίνετο, ως η Μήδεια «τας φλέβας μου θέλω ανοίξει, ίνα διά του αίματός μου σε χορτάσω». Αλλά βαθμηδόν τοσούτον εξήρανεν η πείνα τον λάρυγγα και την καρδίαν του, ώστε εις τους θρήνους της θυγατρός απεκρίνετο λακωνικώς «Πήδα».

Η κίνησις λυχνίας ωδήγησε τον Γαλιλαίον εις την κατασκευήν του ωρολογίου, ο δε πειναλέος μοναχός ωδηγήθη υπό λευκής άρκτου εις ανεύρεσιν νέου πόρου ζωής. Ιδών μίαν των πολυμάλλων τούτων θυγατέρων του πόλου ορχουμένην εν πανηγύρει και τον αυθέντην αυτής αργυρολογούντα τους θεατάς, εσκέφθη να μεταχειρισθή την πρόωρον σοφίαν της Ιωάννας, ως ο θηριοτρόφος την όρχησιν της άρκτου, ίνα πορίζηται δι’ αυτής τον επιούσιον άρτιον και ζύθον. Δικαίως άρα ισχυρίσθη ο σοφός Έρασμος, ότι πας φρόνιμος δύναται και παρ’ άρκτου πολλά χρήσιμα να μάθη.

Ήρξατο λοιπόν να ετοιμάζη την θυγατέραν εις το νέον επάγγελμα, στοιβάζων εις την δεκαετή της κορασίδος κεφαλήν τας φλυαρίας, όσας οι τότε σοφοί ωνόμαζον Δογματικήν, Δαιμονολογίαν, Σχολαστικήν ή άλλως πως και ενέγραφον επί μεμβράνης, αφ’ ης απέξεον ομηρικούς στίχους ή επιγράμματα του Ιουβενάλη. Ότε δε ενόμισεν αυτήν ικανώς προηλειμμένην εις τον καλόν τούτον αγώνα, ήρχισε να περιέρχηται τους πύργους και τα μοναστήρια της παχυχλόου Βεσταλίας. Εισερχόμενος προσεκύνει εδαφιαίως τον άρχοντα, ηυλόγει την οικοδέσποιναν, έτεινε τας χείρας ή την ζώνην προς ασπασμόν τοις υπηρέταις, είτα δε ετοποθέτει την Ιωάνναν επί τραπέζης και ήρχιζεν η παράστασις· «Θύγατερ, ηρώτα αυτήν, τι είναι γλώσσα; – Η μάστιξ του αέρος. – Τι είναι αήρ; – Το στοιχείον της ζωής – Τι είναι ζωή; – Ηδονή τοις ευτυχούσι, βάσανον τοις πτωχοίς, θανάτου προσδοκία – Τι είναι θάνατος; – Αποδημία εις αγνώστους όχθας. – Τι είναι όχθη; – Το όριον της θαλάσσης – Τι είναι θάλασσα; – Η κατοικία των ιχθύων. – Τι είναι οι ιχθύες; – Της τραπέζης αρτύματα. – Τι είναι άρτυμα; – Κατόρθωμα μαγείρου.

Αφού εφ’ ικανήν ώραν εξηκολούθει η κατ’ ερωταπόκρισιν επίδειξις γνώσεων παντοδαπών, περί τε την θεολογίαν και την μαγειρικήν, προσεκάλει ο πατήρ τον πνευματικόν του φρουρίου ν’ αποτείνη εις την παιδίσκην δυσκόλους ερωτήσεις περί οιουδήποτε κλάδου των ανθρωπίνων γνώσεων, η δε Ιωάννα ρίπτουσα το άγκιστρον εις τον ωκεανόν της μνήμης της ανείλκε πάντοτε την κατάλληλον απάντησιν, ην υπεστήριζε δι’ εδαφίου της Γραφής ή του Αγίου Βονιφατίου.

Μετά το τέλος της συζητήσεως επήδα ελαφρώς από της τραπέζης και λαμβάνουσα τας άκρας της ποδεάς της μεταξύ των δακτύλων, επαρουσίαζεν αυτήν εν είδει δίσκου εις έκαστον των παρεστώτων, επικαλουμένη διά γλυκερού μειδιάματος την μεγαλοδωρίαν των. Οι μεν έρριπτον εντός αυτής χαλκούν νόμισμα, οι δε αργυρούν, άλλοι ωά και έτεροι μήλα· όσοι δε δεν είχον τι να δώσωσιν απέθετον φίλημα επί του μετώπου της ξανθής ιεροδιδασκάλου.

Ούτω έζησαν πέντε ακόμη έτη, τρώγωντες καθ’ ημέραν και πολλάκις δις της ημέρας, και διανυκτερεύοντες ότε μεν υπό τα δρύινα φατνώματα αρχοντικού πύργου, οτέ δε υπό την αχύρινον στέγην δασοφύλακος ή κυνηγού. Οι χρόνοι και η ανάμνησις των παθημάτων είχον μετριάσει οπωσούν τον ζήλον του αποστόλου, ώστε ουδένα επεχείρει πλέον άκοντα να κατηχήση, ουδένα άνευ της συγκαταθέσεώς του εβάπτιζε πλην μόνων των νεκρών, όσους ανεύρισκε την επιούσαν μάχης παρά τας όχθας του Άλυος και του Ρήνου· καθότι κατά την τότε επικρατούσαν γνώμην και εις νεκρούς απονεμόμενον το βάπτισμα ήνοιγεν αυτοίς τας ουρανίους πύλας.

Μετά τοσαύτας περιπλανήσεις απεδήμησε τέλος πάντων ο πολυπαθής γέρων εις τας αγνώστους εκείνας όχθας, αφ’ ων δεν υπάρχει επιστροφή. Ο θάνατος κατέλαβεν αυτόν εις το κελλίον του καλού ερημίτου Αρκούλφου, όστις εμόναζε παρά την όχθην του Μαγάνου7 πλέκων εγκώμια εις τους αγίους και καλάθια εις τους αλιείς. Η Ιωάννα, αφού έκλεισε τον οφθαλμόν του πατρός της, έθαψεν αυτόν βοηθουμένη υπό του ασκητού παρά το χείλος του ποταμού, υπό ιτέαν, εις ης το στέλεχος ενεχάραξεν επιγραφήν ενθυμίζουσαν τας αρετάς του μακαρίτου. Καταπεσούσα έπειτα η δύστηνος κόρη επί του χώματος εκείνου, του κρύπτοντος τον μόνον αυτής επί της γης προστάτην, ανέμιξεν ως η σύζυγος του Οθέλλου αλμυρά δάκρυα εις το κύμα, όπερ έβρεχε τους πόδας της. Αφού δε προσέφερε την ευσεβή εκείνην σπονδήν επί του πατρώου τάφου απέμαξε τέλος τους στειρεύσαντας οφθαλμούς.

Η λύπη, ην αισθανόμεθα διά την στέρησιν φιλτάτου όντος, ομοιάζει την εκρίζωσιν οδόντος· σφοδρός ο πόνος, αλλά στιγμιαίος. Μόνοι οι ζώντες προξενούσιν ημίν διαρκείς λύπας. Τις ποτε έχυσε επί του τάφου ερωμένης το ήμισυ, το εκατοστόν, το χιλιοστόν των δακρύων, αφ’ όσα διά την κακίαν της έχυνε καθ’ ημέραν; Αφού λοιπόν απέκλαυσεν η Ιωάννα, έκυψεν επί του ύδατος, ίνα δροσίση τους καίοντας οφθαλμούς. Πρώτην τότε φοράν ενέβλεψε μετά προσοχής εις την εν τω υδάτι εικόνα αυτής, του μόνου εις τον κόσμον πλάσματος, όπερ τη απέμεινεν ν’ αγαπά.

Κύπτοντες και ημείς άνωθεν του ώμου της, ίδωμεν τι αντανάκλα το ρευστόν εκείνο κάτοπτρον. Πρόσωπον δεκαεξαετές μήλου στρογγυλώτερον, κόμην ξανθήν ως της Μαγδαληνής και ακτένιστον ως της Μηδείας, χείλη ερυθρά ως πίλον καρδιναλίου, υποσχόμενα ηδονάς ανεξαντλήτους και στήθη εύσαρκα ως πέρδικος, πάλλοντα έτι υπό της συγκινήσεως. Τοιαύτην έβλεπεν εαυτήν εν τω ύδατι η Ιωάννα, τοιαύτην είδον καγώ εν τω χειρογράφω της Κολωνίας την εικόνα της.

Η οπτασία εκείνη επράυνεν οπωσούν της ηρωίδος μου τον πόνον, ήτις απλωθείσα επί της χλόης και στηρίξασα επί της χειρός την κεφαλήν, ήρξατο να σκέπτηται πώς ήθελε μεταχειρισθή το κάλλος και την σοφίαν της· αν ήθελεν ενδυθή ράσον ή αναζητήσει άλλον αντί του πατρός προστάτην. Αφού εφ’ ικανήν ώραν ερέμβασεν έξυπνος, νικηθείσα υπό του καύσωνος και βαυκαλωμένη υπό των τεττίγων, απεκοιμήθη υπό την σκιάν των δένδρων, άτινα προεφύλαττον αυτήν από τας ακτίνας του ηλίου και τα βλέμματα των περιέργων.

Αγνοώ αν είχεν αναγνώσει και τον Λουκιανόν η Ιωάννα, αλλ’ άμα έκλεισε τους οφθαλμούς, είδε κακείνη όνειρον ως του Σαμοσατέως. Δύο γυναίκες εφάνησαν αυτή εξερχόμεναι του ύδατος. Η μεν τούτων είχε γυμνά τα στήθη, άνθη επί της κεφαλής και μειδίαμα επί των χειλέων, η δε μαύρον ράσον, σταυρόν επί του στήθους και κατάνυξιν επί του προσώπου. Αμφότεραι ήσαν ωραίαι, αλλά της μεν το κάλλος ενεθύμιζεν ευθύμους εορτάς, ποτηρίων συγκρούσεις και χορευτών ποδοκρουσίαν, της δε το υγρόν βλέμμα τας μυστηριώδεις των κοινοβίων απολαύσεις, αθόρυβα συμπόσια και σιγαλά φιλήματα. Ταύτης μεν ήθελέ τις επιθυμήση να εναγκαλισθή την οσφύν εις θορυβώθη αίθουσαν χορού, υπό τα βλέμματα πλήθους θεατών και την λάμψιν μυρίων λαμπάδων, εκείνης δε να λύση την ζώνην εντός σιωπηλού κελλίου εις το αμφίβολον φως λυχνίας κρεμαμένης προ της εικόνος αγίου.

Ότε επλησίασαν, προτρέξασα η πρώτη, «Ιωάννα», είπε, συμπλέκουσα θωπευτικώς τους δακτύλους εις τους ξανθούς της ηρωίδος μας πλοκάμους, «σε είδον διστάζουσαν αν ήθελες προτιμήσει του κόσμου τας απολαύσεις ή του μοναστηρίου την ησυχίαν και ευθύς έδραμον, ίνα οδηγήσω το άπειρον βήμα σου εις της αληθούς ευδαιμονίας την οδόν. Είμαι η Aγία Ίδα· ουδενός έμεινα άγευστος του κόσμου των αγαθών· απήλαυσα δύο συζύγους, τρεις εραστάς και επτά τέκνα, πολλάς εκένωσα φιάλας καλού παραρρηνίου οίνου, πολλάς διήλθον φαιδράς αΰπνους νύκτας· τους ώμους μου έδειξα εις όλον τον κόσμον, την χείρα μου έτεινα εις όλα τα χείλη, την μέσην μου έσφιγξαν όσοι ήξευρον χορόν και εν τούτοις συνδοξάζομαι και συμπροσκυνούμαι μετά των Αγίων. Απήλαυσα δε και τούτο φαγούσα καλούς ιχθύας την Tεσσαρακοστήν, ρίψασα τα ψυχία της τραπέζης μου εις τα αδηφάγα στόματα των ιερέων και τας παλαιάς μου εσθήτας δωρήσασα εις τα αγάλματα της Παναγίας.

Τοιούτον και εις σε, αν ακούσης τας συμβουλάς μου, υπόσχομαι μέλλον. Είσαι πτωχή, άστεγος και ρακενδύτις· αλλά καγώ, πριν γίνω σύζυγος του κόμητος Εκβέρτου, εφύσων τον χειμώνα εις τα δάκτυλά μου, καγώ μόνην περιουσίαν είχον τα κόκκινά μου χείλη, δι’ ων απέκτησα πλούτον, τιμάς και αγιότητα. Θάρσει λοιπόν, ξανθή μου Ιωάννα. Είσαι ωραία ως άνθος λειμώνος, σοφή ως βίβλος του Ινκμάρου, πανούργος ως αλώπηξ του Μαύρου δάσους. Διά τούτων δύνασαι ν’ αποκτήσης παν ό,τι ευφρόσυνον έχει ο βίος. Αλλά βάδισον την πεπατημένην οδόν και άφες εις τους μωρούς τας ακρωρείας. Ευρέ σύζυγον, ίνα σοι δώση το όνομά του και ισπανικά σανδάλια, έχε εραστάς, ίνα ασπάζωνται τα σανδάλια ταύτα, έχε τέκνα ίνα παρηγορώσι το γήρας σου, έχε, αν θέλης, και σταυρόν, ίνα υπ’ αυτόν καταφεύγης, οσάκις βαρυνθής τους ζώντας ή σε βαρυνθώσιν εκείνοι. Μόνη η οδός αύτη άγει εις την ευτυχίαν· αυτήν ηκολούθησα επί τριάκοντα έτη εν μέσω ανθέων, συμποσίων, ίππων και ασμάτων, περικυκλουμένη υπό συζύγου, όστις μ’ ηγάπα, υπό εραστών ανυμνούντων το κάλλος μου και υπηκόων ευλογούντων το όνομά μου· ότε δε ήλθε το πεπρωμένον τέλος, εξέπνευσα επί κλίνης πορφυράς, μεταλαβούσα διά χειρός αρχιεπισκόπου και υπό των τέκνων μου υποστηριζομένη. Νυν δε αφόβως περιμένω την ημέραν της κρίσεως υπό καλλιμάρμαρον πλάκα, όπου αι αρεταί μου είναι με χρυσά γράμματα κεχαραγμέναι».

Ούτω ωμίλησεν η αγία Ίδα· τοιαύτας φρονίμους συμβουλάς ψιθυρίζουσι και σήμερον εις το ους των θυγατέρων αι πολύπειροι μητέρες, εμπνέουσαι αυταίς σωτήριον προς τας αηδίας των μυθογράφων αποστροφήν. Αφού δε εξετύλιξεν εκείνη εις τα όμματα της κορασίδος το απαστράπτον κομβολόγιον των κοσμικών ηδονών, προσήλθεν η ρασοφόρος αυτής σύντροφος και διά φωνής ρεούσης ησυχή, ως η πηγή του Σιλωάμ, ήρξατο να λέγη·

«Εγώ δε, Ιωάννα, ειμί η αγία Λιόββα, τέκνον ως και συ της Βρεταννίας, εξαδέλφη του προστάτου της χώρας ταύτης Αγ. Βονιφατίου και φίλη του υπό το χώμα τούτο αναπαυθέντος πατρός σου.

Τίνα είναι του κόσμου τ’ αγαθά, ήκουσας παρά ταύτης. Αναμείξασα γάμους, μητρότητας, έρωτας και ίππους κατεσκεύασε δι’ αυτών επίχρυσον καταπότιον, όπερ σοι επέρριψεν, ως οι αλιείς το δόλωμα εις τους ιχθύας. Αλλ’ ούτε την τιμήν ούτε τα ελαττώματα του εμπορεύματος σοι είπεν η ευσυνείδητος αύτη μεσίτρια. Ερώτησον αυτήν πόσα διά τας ύβρεις του συζύγου έχυσε δάκρυα, πόσα διά την απιστίαν εραστού, πόσα επί της κοιτίδος ασθενούντος τέκνου, πόσα προ του κατόπτρου, ότε αντί κρίνων και ρόδων ωχρότης και ρυτίδες αντανακλώντο. Ούτε φανατικαί ούτε ανόητοι ήσαν αι πρώται εκείναι παρθένοι, αίτινες απολακτίσασαι τον κόσμον εζήτησαν ησυχίαν υπό την στέγην μοναστηρίου· αλλ’ εγνώριζον ότι οι γάμοι πλήθουσιν ανίας, ήκουσαν τας κραυγάς των γυναικών, ότε έτικτον ή εξυλοκοπούντο υπό του συζύγου, είδον τας γαστέρας αυτών εξοιδημένας και τα στήθη των γάλακτος αποστάζοντα, εμέτρησαν δε και τας ρυτίδας, όσας αι αγρυπνίαι και οι πόνοι έσκαψαν επί του μετώπου των.

Το αηδές θέαμα αζώστου, εγκυμονούσης ή θηλαζούσης γυναικός ώθησεν ημάς εις τα μοναστήρια, και ουχί αγγέλων οπτασίαι ή όρεξις ξηρού άρτου, ως διηγούνται οι κρονόληροι αγιογράφοι. Εκεί εύρομεν ανεξαρτησίαν και ανάπαυσιν υπό σκιερά κελλία, όπου ούτε τέκνων κραυγαί ούτε αυθέντου απαιτήσεις ούτε μέριμνα οιαδήποτε διακόπτει την ησυχίαν μας. Αλλ’ ίνα μη έρημος ο κόσμος καταντήση, ίνα μη αι γυναίκες τρέξωσιν αθρόαι εις τα κοινόβια, διεσπείραμεν αλλοκότους περί του βίου ημών φήμας, ότι διανυκτερεύομεν γονυπετείς επί ψυχρών μαρμάρων, ποτίζομεν ράβδους μέχρις ου ανθήσωσι, κοιμώμεθα επί στάκτης και μαστιγούμεν το σώμα ανηλεώς. Ούτω και οι κιβδηλοποιοί, ίνα απομακρύνωσι τους περιέργους, διαδίδουσιν ότι φάσματα φρικαλέα και βρυκόλακες κακοποιοί συχνάζουσι τα σπήλαια, όπου χαλκεύεται ο νόθος χρυσός. Μη φοβηθής ούτε το επώνυμον του αγίου Παχωμίου παξιμάδιον, το οποίον μόνον αι ανόητοι τρώγουσιν, ούτε τον νυκτερινόν κώδωνα, όστις τας ευήθεις μόνον εξυπνά, ούτε του ενδύματος ημών την πενιχρότητα· ιδέ τι υπό το τραχύ τούτο ύφασμα υποκρύπτεται».

Ταύτα λέγουσα απετίναξεν η Αγ. Λιόββα από των ώμων το ράσον και εφάνη ενδεδυμένη αράχνινον χιτώνα της Κέω, αέρα εξυφασμένον, ως ωνόμαζον αυτούς οι ποιηταί, υπό τον οποίον το σώμα αυτής έλαμπεν ως γενναίος οίνος υπό κρύσταλλον της Βοημίας.

Κύψασα είτα εις το ους της κοιμωμένης, «Ιωάννα», εξηκολούθησεν, απαλύνουσα έτι μάλλον την φωνήν «σοι υπεσχέθη και ηδονάς η αντίζηλός μου αύτη· αλλ’ ερώτησον αυτήν αν, περικυκλουμένη υπό κακοβούλων βλεμμάτων αμιγή ησθάνετο ηδυπάθειαν, ότε παρεδίδετο εις τον εραστήν, τείνουσα το ους ουχί εις τους γλυκείς λόγους του, αλλ’ εις πάντα περί αυτήν θόρυβον, και κάτωχρος αυτόν απωθούσα, οσάκις έτριζε θύρα ή εκινείτο φύλλον. Είδες ποτέ γαλήν αναβάσαν επί τραπέζης και πίνουσαν του αυθέντου το γάλα; Λοξά τα βλέμματα αυτής, ανήσυχα τα ώτα, ορθαί αι τρίχες υπό του φόβου και έτοιμοι οι πόδες εις φυγήν. Ούτω γεύονται και αι κοσμικαί αύται δέσποιναι του απηγορευμένου καρπού. Ημείς δε ούτε υπό φροντίδων ούτε υπό κατασκόπων περικυκλούμεναι, αλλ’ υπό τοίχων υψηλών και δασών πολυδένδρων, την μεν ημέραν δαπανώμεν διαλεγόμεναι ως οι αρχαίοι φιλόσοφοι περί ηδονής, οπόταν δε σημάνη η ώρα αυτής, αποσυρόμεθα εις τα ήσυχα ημών κελλία, όπου εν σιωπή και κατανύξει προετοιμαζόμεθα εις την απόλαυσιν ως οι ιππόται εις την μονομαχίαν. Βυθίζουσαι εις χλιαρά αρώματα τον τριχόσακκον τούτον8, ον οι ανόητοι νομίζουσιν όργανον κακοπαθείας, τρίβομεν δι’ αυτού το σώμα μέχρις ου καταστή υπέρυθρον ως ρόδον, ευαίσθητον εις πάσαν πρόσψαυσιν ως ίππος εις τον πτερνιστήρα, λύομεν την κόμην, καλύπτομεν τας αγίας εικόνας και κατακλινόμεναι τον μεν χειμώνα παρά την λάμψιν ευθύμου πυράς, το δε θέρος πλησίον ανοικτού παραθύρου, ακροώμεναι το άσμα της αηδόνος ή ψιθυρίζουσαι το Άσμα ασμάτων, παραδιδόμεθα εις μειλίχια όνειρα, μέχρις ου ηχήσωσιν εις τον διάδρομον τα σανδάλια του ερχομένου, ίνα τα ονείρατα ταύτα ενσαρκώση. Οι Aνατολίται εφεύρον τα διπλά μοναστήρια, όπου οι θεράποντες του Υψίστου και αι νύμφαι του Χριστού οικούσιν υπό την αυτήν στέγην, υφ’ ενός χωριζόμενοι τοίχου, αλλ’ ημείς ετελειοποιήσαμεν των Ελλήνων την εφεύρεσιν, ανοίξασαι εις τους τοίχους τούτους οπάς, δι’ ων αθορύβως και ακινδύνως δεχόμεθα τους εν αγίω Βενεδίκτω αδελφούς. Πρώται ημείς εκαλλιεργήσαμεν εις τους κήπους των κοινοβίων το ηδύπνουν πήγανον, το οποίον απαλλάττει από των κόπων της μητρότητος, την βαρύοσμον ερείκην, ήτις καθιστά ακόρεστα τα χείλη, και την οξείαν κνίδα, εξ ης οι ημέτεροι ερασταί αρύονται νέας αείποτε δυνάμεις, ως ο Ανταίος εκ της γης.

Αλλά μη νομίσης, Ιωάννα, ότι πάντοτε εντός τεσσάρων τοίχων περιορίζομεν τον βίον και εις τοιαύτας απολαύσεις την ευδαιμονίαν. Ενίοτε η πλήξις επέρχεται εν μέσω της τρυφής· ο δρόμος του ηλίου φαίνεται ημίν βραδύς διά των κιγκλίδων του κελλίου, οι δε θωρακοφόροι ιππόται προτιμότεροι των καλογήρων. Προφασιζόμεναι τότε ευσεβή αποδημίαν εις τάφον αγίου, περιερχόμεθα τον κόσμον, εμβαίνουσαι εις τα ανάκτορα και τας καλύβας, τα θέατρα και τα λουτρά και πανταχού ευρίσκουσαι φιλόφρονα υποδοχήν, αγκάλας ανοικτάς και μέτωπα προσκλινή. Ότε μετέβην εις την αυλήν του αυτοκράτορος Καρόλου, εωρτάζοντο κατ’ αυτήν εκείνην την εσπέραν οι γάμοι αυτού μετά της Ιλδεγάρδης. Κόμητες, δέσποιναι, ιππόται και ιεράρχαι συνωθούντο εν τη αιθούση του εν Ακυισγράνω ανακτόρου. Οι ραψωδοί έψαλλον τους άθλους του τροπαιούχου νυμφίου, οι μίμοι και αι ορχηστρίδες εκίνουν εις γέλωτα δι’ αλλοκότων μορφασμών, οι κύβοι κατεκυλίοντο και ο οίνος εκυκλοφόρει εντός αργυροχείλων ποτηρίων. Αλλ’ άμα το μαύρον μου ράσον εφάνη παρά την φλιάν της θύρας, άμα το όνομά μου, «Λιόββα η ηγουμένη! Λιόββα η αγία!» ήχησεν εν τη αιθούση, πάντες αφήκαν κύβους, ποτήρια και γυναίκας, ίνα ενατενίσωσιν εις εμέ. Οι μεν ησπάζοντο τα άκρα της ζώνης, οι δε των ποδών μου τα ίχνη, μόνος δε ο αυτοκράτωρ τας χείρας. Η τριχίνη μου εσθής επεσκίασε και της μετάξης και των αδαμάντων και των εψιμμυθιωμένων παρειών και των γυμνών ώμων την λάμψιν· μεταξύ δε του γονυπετούς εκείνου πλήθους διέκρινα τον δεκαοκταετή Ροβέρτον, όστις ανύψου προς εμέ κάθυγρα βλέμματα και ηνωμένας χείρας, απλήστως αναζητών το πρόσωπόν μου υπό την καλύπτραν.

Αφού ετελείωσεν η εορτή, ωδηγήθην υπ’ αυτού του αυτοκράτορος εις τον λαμπρότερον των ανακτόρων κοιτώνα, κοινωνούντα μετά του κήπου διά υελοφράκτου θύρας. Εξυπνήσασα περί μέσην νύκτα ήνοιξα την θύραν εκείνην, ίνα μετριάσω την οσμήν της αλόης και της σμύρνας, δι’ ων αι αδελφαί του Καρόλου είχον αρωματίσει τον θάλαμον προς τιμήν μου, και άντικρύ μου είδον καθήμενον υπό μηλέαν τον Ροβέρτον, στηρίζοντα επί των γονάτων τους βραχίονας και επ’ αυτών την έφηβον κεφαλήν του, τους δε οφθαλμούς απλήστως εις το παράθυρόν μου προσηλούντα. Ότε με είδεν, ηγέρθη έντρομος, ίνα φύγη, αλλά δι’ ελαφρού νεύματος προσεκάλεσα αυτόν να εισέλθη. Ανασκιρτήσας τότε δι’ ενός πηδήματος ευρέθη προ εμού γονυπετής, αλλ’ ούτε να με εγγίση ούτε λέξιν να προφέρη, ούτε τους οφθαλμούς να σηκώση ετόλμα ο δυστυχής νεανίας. Ότε δε παραμερίσασα την μακράν κόμην του επέψαυσα διά των χειλέων το μέτωπόν του, φοβούμενος μη ηπατάτο υπό φάσματος νυκτερινού εψηλάφει την εσθήτα, τας χείρας και την λυτήν κόμην μου, ίνα πεισθή ότι ήμην εγώ, ότι την αγίαν Λιόββαν είχεν ημίγυμνον και μειδιώσαν ενώπιον αυτού. Τις των του κόσμου δεσποινών ηξιώθη ποτε τοιαύτης λατρείας και τίνος τα χείλη εις την τοιαύτην ευγνώμονα έκστασιν εβύθισαν τον εραστήν;

Δύο ολοκλήρους μήνας έμεινα εις του Καρόλου την αυλήν· ότε δε κορεσθείσα συμποσίων, χειρασπασμών και θορύβου απεχαιρέτησα τα φιλόξενα εκείνα ανάκτορα, αυτός ο αυτοκράτωρ εκράτησε της όνου μου τον χαλινόν, η αυτοκράτειρα και αι ηγεμονίδες με καθικέτευον μετά δακρύων να μείνω, ο δε Ροβέρτος απέσπα τας τρίχας υπό της απελπισίας. Τοιούτον και εις σε υπόσχομαι βίον, Ιωάννα· αμιγείς πόνου ηδονάς αντί των αμφιβόλων του κόσμου απολαύσεων, ανεξαρτησίαν αντί δουλείας, ράβδον ηγουμένης αντί ηλακάτης και τον Ιησούν αντί θνητού συζύγου. Ήκουσας την Ίδαν συνηγορούσαν υπέρ του γάμου, ήκουσας και εμέ υπέρ του μοναστηρίου· μεταξύ αυτής και εμού έκλεξον ήδη, Ιωάννα».

Η εκλογή δεν ήτο δύσκολος, αλλά και διά κλειστών οφθαλμών ηδύνατο να γίνη. Διό ουδόλως διστάσασα η κοιμωμένη ηρωίς έτεινεν αμφοτέρας τας χείρας εις την εύγλωττον ρασοφόρον, ενώ η σύντροφος αυτής κατησχυμένη και ουδέν έχουσα αντειπείν διελύετο εις καπνόν, ως οι γυναικόμορφοι εκείνοι δαίμονες, οίτινες διέκοπτον τας ευσεβείς μελέτας του αγίου Παχωμίου, παρενθέτοντες λευκά στήθη ή κόκκινα χείλη μεταξύ των οφθαλμών του και του ευχολογίου.

Η δε αγία Λιόββα, ασπασθείσα την νέαν προσήλυτον επί της παρειάς, προσέθηκεν περιχαρής: «Ίνα πεισθώ ότι η προς τον μοναστικόν βίον προαίρεσίς σου είναι ειλικρινής, δεν σοι είπον οποίον σοι επεφύλαττον τρισένδοξον μέλλον, οποίαν ατίμητον αμοιβήν. Η Σεμίραμις εγένετο βασίλισσα των Ασσυρίων, η Μοργάνη των Βρεταννών και η Βαθίλδη της Γαλλίας. Αλλά συ ιδέ τι θέλεις γίνει, Ιωάννα!»

Παράδοξος τότε οπτασία, όνειρον εν ονείρω, εθάμβωσε την ημετέραν ηρωίδα. Εφάνη αυτή ότι εκάθητο επί θρόνου τόσω υψηλού, ώστε η κεφαλή αυτής, υπό τριπλού κοσμουμένη διαδήματος, ήγγιζε τα νέφη, λευκή περιστερά ίπτατο περί αυτήν δροσίζουσα διά των πτερύγων, πολύς δε λαός συνωθείτο περί τους πόδας του θρόνου γονυπετών· τινές τούτων έπαλλον αργυρά θυμιατήρια, ων οι ατμοί συνεπυκνούντο περί αυτήν εις εύοσμα νέφη, και άλλοι αναβαίνοντες εφ’ υψηλών κλιμάκων ησπάζοντο ευσεβώς τους πόδας της.

Έτυχε ποτέ, καλέ μου αναγνώστα, να ονειρευθής ότι σε απαγχονίζουσιν ή ότι από μέρους υψηλού πίπτεις εις βάραθρον ακαταμέτρητον; Καθ’ ην στιγμήν σφίγγει τον τράχηλον το σχοινίον ή μέλλει το σώμα σου να συντριβή, εξυπνάς και ευρίσκεσαι εντός θερμής κλίνης, έχων τον νυκτικόν πίλον επί της κεφαλής και τον κύνα σου παρά τους πόδας. Ουδέν γλυκύτερον της εγέρσεως εκείνης· ψηλαφείς τα μέλη σου και αγάλλεσαι ευρίσκων αυτά σώα, ανοίγεις έπειτα τους οφθαλμούς και το παράθυρον, ίνα μη σ’ επισκεφθή πάλιν ο κακός όνειρος. Αλλ’ αν έτυχε να ίδης όνειρον καλόν, ότι ανεύρες την φιλοσοφικήν λίθον ή γυναίκα φρόνιμον, και εξυπνήσης καθ’ ην στιγμήν ήπλονες την χείρα εις τα χειμαιρικά ταύτα κειμήλια, τότε όλα σοι φαίνονται δυσάρεστα και αηδή. Απωθών την οχληράν πραγματικότητα βυθίζεις την κεφαλήν υπό το εφάπλωμα, ζητών παντί τρόπω να συλλάβης και πάλιν τα φεύγοντα εκείνα φαντάσματα.

Τοιούτόν τι ησθάνθη και η Ιωάννα ότε, εξυπνήσασα μετά την γοητευτικήν εκείνην οπτασίαν, ευρέθη άπορος, απροστάτευτος και μόνη πλησίον του νεοσκάπτου τάφου του πατρός της. Ο φιλόξενος Αρκούλφος προσήλθε μετ’ ολίγον, ίνα προσφέρη τη ορφανή παραμυθίαν και τροφήν· αλλ’ αύτη και τας παρηγορίας και τα ανάλατα χόρτα απωθήσασα του καλού ασκητού: «Ποίον είναι, ηρώτησε, το πλησιέστερον μοναστήριον;» – «Το της Αγ. Βλιθρούρδης εν Μοσβάχη», απεκρίθη έκπληκτος ο γέρων, τείνων τον τρέμοντα δάκτυλον προς ανατολάς. – «Ευχαριστώ», απήντησεν η Ιωάννα, και σφίγξασα της εσθήτος τον ζωστήρα ηκολούθησε την υποδειχθείσαν διεύθυνσιν, σπεύδουσα εις κατάκτησιν των αγαθών, άτινα υπεσχέθη αυτή η Aγία Λιόββα. Ο δε ευσεβής ερημίτης, βλέπων αυτήν μεγάλοις βήμασιν απομακρυνομένην, κατέγραψεν εις το ημερολόγιον ότι διά των παρακλήσεων αυτού τα επισκιάζοντα το ερημητήριόν του δένδρα απέκτησαν την ιδιότητα του να εμπνέωσιν ακράτητον προς τον μοναστικόν βίον ορμήν εις πάντα υπό την σκιάν αυτών αναπαυόμενον.

Η Ιωάννα, ήτις εν τη ανυπομονησία αυτής ουδέ περί της οδού εφρόντισεν ακριβώς να ερωτήση, εν όσω μεν ο δρόμος ηνοίγετο ευθύς ενώπιόν της έτρεχεν ως διωκομένη έλαφος· αλλά περιπλεχθείσα μετ’ ου πολύ εις στενάς ατραπούς και αδιέξοδα μονοπάτια κατέπεσε τέλος ως η Δήμητρα παρά το χείλος φρέατος, ίνα πίη και σκεφθή περί του πρακτέου. Εν τούτοις η νυξ εξηπλούτο ασέληνος και ζοφερά επί του δάσους, εις δε το σκότος εκείνο εσπινθήριζον απαισίως μεταξύ των φύλλων τα όμματα των γλαυκών και των λύκων. Η δύστηνος νεάνις, μόνη εν τη φοβερά εκείνη ερήμω, ότε μεν συνεστέλλετο ακινητούσα παρά την ρίζαν γηραιάς δρυός, ότε δε νέας δυνάμεις αντλούσα εκ του φόβου έτρεχεν ως φάσμα νυκτερινόν μεταξύ των δένδρων.

Ούτω πλανωμένη διέκρινε τέλος εις το πυκνότερον μέρος του δάσους αμυδρόν τι φως, προς ο κατηύθυνε τον κλονούμενον πόδα της, ελπίζουσα να εύρη εκεί φιλόξενον ασκητήριον ερημίτου. Αλλ’ αντί τούτου εύρε μόνον ξύλινον αγαλμάτιον της Θεοτόκου, εναποτεθειμένον εις κοίλωμα δένδρου, υπό το οποίον έκαιε μία των θαυμασίων εκείνων λυχνιών, ων το έλαιον ουδέποτε εξηντλείτο κατά τους τότε αγιογράφους ή κατ’ άλλους ανενεούτο καθ’ εκάστην υπό των αγγέλων. Προ του αγάλματος τούτου καταπεσούσα η Ιωάννα ηυχήθη εις την Παρθένον, ζητούσα προστασίαν και οδηγόν, ίνα εξέλθη του πολυδένδρου εκείνου λαβυρίνθου.

Αι ευχαί αυτής εισηκούσθησαν· τριπλοί όνων ογκηθμοί απεκρίθησαν εις της νεάνιδος τας δεήσεις και μετ’ ου πολύ εφάνησαν και τα ζώα, κύπτοντα υπό το βάρος τριών πολυσάρκων καλογήρων· είπετο δε και τέταρτος όνος σύρων μονότροχον άμαξαν, εφ’ ης εφαίνοντο δύο επιμήκη κιβώτια, ευσεβώς δι’ αργυροκεντήτου υφάσματος κεκαλυμμένα. Οι τρεις ονοβάται ήσαν πατρώοι της Ιωάννας φίλοι, οι πανοσιώτατοι Ραλήγος, Ληγούνος και Ρεγιβάλδος, μετακομίζοντες εις Μουλιγχείμην9 τα σώματα των Aγίων Μαρτύρων Πέτρου και Μαρκελλίνου, μεταξύ των οποίων έλαβε την άδειαν να καθήση η ημετέρα ηρωίς επί της αγιοφόρου αμάξης.

Οι καλοί ούτοι πατέρες, αφού έμαθον τα περί της Ιωάννας, διηγήθησαν έπειτα αυτή ότι κατά διαταγήν του ηγουμένου αυτών Εγινάρδου μετέβησαν εις Ρώμην, ίνα αγοράσωσιν άγια λείψανα, αλλά μη δυνηθέντες να συμφωνήσωσι περί της τιμής εισήλθον την νύκτα, οδηγούμενοι υπό αγγέλου κρατούντος φανάριον, εις την υπόγειον εκκλησίαν του Aγίου Τιβουρκίου και ανοίξαντες τους τάφους των εκεί αναπαυομένων Aγίων Πέτρου και Μαρκελλίνου έκλεψαν τα οστά αυτών, άτινα διά μυρίων κινδύνων και κόπων κατώρθωσαν να μετακομίσωσιν εις Γερμανίαν. Οι εκταφέντες ούτοι Άγιοι εφαίνοντο εν αρχή δυσανασχετούντες ότι εταράχθη η ησυχία των· γοεροί στεναγμοί εξήρχοντο εκ των φερέτρων και άφθονον αίμα απέσταζεν εξ αυτών καθ’ εκάστην, βαθμηδόν όμως υπετάγησαν εις την νέαν τύχην των, και αναλαβόντες τας παλαιάς αυτών έξεις εθαυματούργουν, θεραπεύοντες χωλούς, τυφλούς και παραλυτικούς, διώκοντες τους πονηρούς δαίμονας και μεταβάλλοντες τον ζύθον εις οίνον, τους κόρακας εις περιστεράς και του ειδωλολάτρας εις χριστιανούς.

Τοιαύτα και άλλα πολλά διηγούντο οι πανοσιώτατοι τη Ιωάννα, επαινούντες τα θαύματα των αγίων των, ως οι κίναιδοι τα της Συρίας θεάς· αλλ’ αύτη εναύλους έτι έχουσα εις τα ώτα, τας χρυσάς υποσχέσεις της αγίας Λιόββας ολίγον προσείχεν εις των συνοδοιπόρων τα συναξάρια, δις δε και τρις χασμηθείσα απεκοιμήθη τέλος μεταξύ των Aγίων Πέτρου και Μαρκελλίνου. Το ίδιον φοβούμενοι μη έπαθες και συ, αναγνώστρια, παραπέμπομεν εις το επόμενον κεφάλαιον την εξακολούθησιν της φιλαλήθους ημών ιστορίας.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Όρα Σατωβρ. Προλεγ. Mαρτύρ. σ. 3.
2. Θεοκρίτου, Ειδύλλια. ΚΖ´, στίχ. 65.
3. Αρχαίον όνομα της Ιαρμούθης.
4. Τανύν Yόρκης.
5. Τέσσαρα περίπου φράγκα.
6. La vengeance est le plaisir des Dieux.
7. Mein.
8. Kιλίκιον.
9. Mulinheim.

Μέρος Β΄

«Regrettez-vous le temps où nos vieilles romances ouvraient leurs ailes d’or
vers un monde enchanté, où tous nos monuments et toutes nos croyances portaient le manteau blanc de leur virginité?»
(Musset, Rolla).

Έτυχε ποτέ, αναγνώστα μου, αφού διήλθες την ημέραν αναγινώσκων μυθιστόρημα τι του μεσαιώνος, τα Κατορθώματα του βασιλέως Αρθούρου ή τους Έρωτας του Λαγκελότου και της Γινέβρας, ν’ αφήσης το βιβλίον να καταπέση και συγκρίνων την τότε εποχήν προς την παρούσαν να ποθήσης τους χρυσούς εκείνους χρόνους, ότε η ευσέβεια, ο πατριωτισμός και ο έρως επεκράτουν επί της οικουμένης; Ότε καρδίαι πισταί έπαλλον υπό θώρακας σιδηρούς και χείλη ευσεβή ησπάζοντο τους πόδας του Εσταυρωμένου; Ότε αι βασίλισσαι ύφαινον τους χιτώνας των συζύγων, αι δε παρθένοι έμενον έτη ολόκληρα εις τα δώματα των φρουρίων περιμένουσαι την επιστροφήν του μνηστήρος; Ότε ο κλεινός Ρολάνδος απεσύρετο εις σπήλαιον αντικρύ του περικλείοντος την ερωμένην του μοναστηρίου και εδαπάνα τριάκοντα έτη θεωρών το φως του παραθύρου της, ο δε κόμης Ροβέρτος εκρημνίζετο από πύργου υψηλού, ίνα σώση την τιμήν της εστεμμένης φίλης του;

Πολλάκις υπό τοιούτων αναμνήσεων εκυκλοφόρησε θερμότερον το αίμα και υγράνθησαν οι οφθαλμοί μου. Αλλ’ ότε αφήσας τους ραψωδούς εζήτησα την αλήθειαν υπό την κόνιν των αιώνων, εις τα χρονικά των συγχρόνων, τους νόμους των βασιλέων, τα Πρακτικά των Συνόδων και τα διατάγματα των παπών, ότε αντί του Ερσάρτου ανείλιξα τον Βαρόνιον και Μουρατόρην και είδον γυμνόν ενώπιόν μου τον μεσαιώνα, εθρήνησα τότε ουχί ότι παρήλθον, αλλ’ ότι ουδέποτε ανέτειλαν επί της οικουμένης της πίστεως και του ηρωισμού αι χρυσαί εκείναι ημέραι. Αίσχη μόνον ή γελοιογραφίας το βιβλίον τούτο περιέχει, αλλά ταύτα εισίν αι πισταί, αι φωτογραφικαί ούτως ειπείν εικόνες των τότε ανθρώπων, όσα δε λέγω, δι’ ακαταμαχήτων μαρτυριών υποστηρίζω, ως οι βασιλείς τα διατάγματα αυτών διά της λόγχης.

Αφήκαμεν την Ιωάνναν συνοδοιπορούσαν μετά δύο Αγίων, τριών μοναχών και τεσσάρων όνων. Ο δρόμος ήτο σκοτεινός και ανώμαλος ως το ύφος της Νέας Σχολής, ώστε άνθρωποι και ζώα απέκαμον μετά δίωρον πορείαν διά των δυσβάτων εκείνων ατραπών. Ότε δε διέκριναν μακρόθεν επί της κορυφής λόφου το ερυθρόν φανάριον ξενοδοχείου, ετράπησαν προς το σωτήριον εκείνο φως, ως οι μάγοι προς τον υποδεικνύοντα την φάτνην του Σωτήρος αστέρα.

Από των χρόνων του Τακίτου μέχρι των καθ’ ημάς η πολυφαγία και πολυποσία είναι το θανάσιμον αμάρτημα των Γερμανών· αλλ’ οι μεν φιλόξενοι κάτοικοι της πάλαι Γερμανίας εμέθυον εν ταις καλύβαις των, προσφέροντες δείπνον και στέγην εις τον κεκμηκότα οδοιπόρον, οι δε καλόγηροι του μεσαιώνος, αφού ο Άγ. Βενέδικτος αντικατέστησε τον οίνον διά του ζύθου επί της τραπέζης των κοινοβίων, έζων εις τα καπηλεία ως οι αρχαίοι Έλληνες εις την αγοράν. Μάτην αι Σύνοδοι και ο Πάπας Λέων ανεθεμάτιζον τους πωλούντας και πίνοντας τον οίνον και μάτην οι φιλόξενοι ερημίται εθεμελίουν ασκητήρια εις τας λεωφόρους και τα δάση, προσφέροντες τω οδοιπόρω άμισθον φιλοξενίαν, πράσινα χόρτα, ίνα φάγη, και χόρτα ξηρά, ίνα κοιμηθή. Οι περιηγούμενοι ιερείς εισήρχοντο μεν ενίοτε εις τα κελλία των ασκητών, όταν ο καιρός ήτο κακός, αλλ’ άμα έπαυεν η βροχή, έτρεχον εις το πλησιέστερον καπηλείον. Σήμερον τα ξενοδοχεία είναι συστημένα χάριν των περιηγητών, κατά δε τον μεσαιώνα πολλοί μοναχοί εγίνοντο περιηγηταί χάριν των ξενοδοχείων.

Οι τρεις πανοσιώτατοι, αφού ετοποθέτησαν τους όνους εις τον σταύλον, τα λείψανα των αγίων επί της κλίνης του ξενοδόχου και εαυτούς προ της εστίας, διότι νύκτες θεριναί δεν υπάρχουσιν εις τον τόπον εκείνον, ήνοιξαν τους ρώθωνας, ίνα οσφρανθώσι την κνίσσαν του μαγειρείου. Παχεία χην εστρέφετο υπεράνω σπινθηριζούσης ανθρακιάς και ετέρα έβραζεν εντός καλού οίνου της Ιγκελχείμης.

Η θέα του οβελού και το άσμα της χύτρας ηύφραναν την καρδίαν των καλών πατέρων, οίτινες καθήσαντες μετ’ ου πολύ περί μαρμαρίνην τράπεζαν ηκόνιζον ήδη τας μαχαίρας και τους οδόντας, ίνα σπαράξωσι την λείαν, ότε αίφνης οχληρά ανάμνησις ήπλωσε μέλαν νέφος επί της φαιδράς όψεως των δαιτυμόνων. «Παρασκευή!» είπεν ο Ραλήγος, απωθών το πινάκιον· «Παρασκευή!» απεκρίθη ο Ληγούνος, καταθέτων την περόνην· «Παρασκευή!» ανέκραξεν ο Ρεγιβάλδος, κλείων το πλατύ του στόμα, και πάντες εθεώρουν τας χήνας ως Αδάμ τον απολωλότα παράδεισον, τρώγοντες αντ’ αυτών τους όνυχας εκ της απελπισίας.

Οι τότε άνθρωποι ήσαν μεν διεφθαρμένοι, μέθυσοι, ασελγείς και απατεώνες, αλλά δεν είχον ακόμη καταντήσει ως οι σημερινοί να τρώγωσι κρέας κατά τας νηστησίμους ημέρας. Εις τον τότε παράδεισον υπήρχον ως εις τον Όλυμπον των αρχαίων Άγιοι προστάται της μέθης1, επί δε της γης επίσκοποι επιτρέποντες αυτήν κατά το παράδειγμα του Εκκλησιαστού και του ιερού Αυγουστίνου· αλλ’ όστις δεν ετήρει τας νηστείας, ή εκεραυνούτο υπό του θείου πυρός, ως ο Δουξ Ροκολήνος, ή απηγχονίζετο υπό των δορυφόρων του αυτοκράτορος.

Η Ιωάννα γνωρίζουσα εκ πείρας τι εστί πείνα ελυπείτο τους πεινώντας συντρόφους, δεινή δε ούσα περί την καζουιστικήν, επιστήμην, άγνωστον εις τους ανατολίτας, αντικείμενον δ’ έχουσα ν’ αποδεικνύη το μέλαν λευκόν, την σελήνην τετράγωνον και την κακίαν αρετήν, επειράθη ν’ ανεύρη δι’ αυτής τίνι τρόπω ηδύναντο να δειπνήσωσιν αναμαρτήτως. Αφού δε επί ικανήν ώραν έξυσε την κεφαλήν, «Βαπτίσατε», είπε, «την χήνα ταύτην εις ιχθύν και φάγετε αυτήν αφόβως. Ούτω έπραξεν ο καλός πατήρ μου, ότε συλληφθείς υπό των ειδωλολατρών ηναγκάσθη επί απειλή θανάτου να φάγη ολόκληρον αρνίον την παραμονήν του Πάσχα. Άλλως δε τα τε οψάρια και τα πτηνά επλάσθησαν κατά την αυτήν ημέραν, ώστε η σαρξ αυτών συγγενεύει».

Το επιχείρημα, αν ουχί καλόν, ήτο τουλάχιστον καλώς εξευρημένον· έπειτα δε η πείνα, ήτις καθιστά νόστιμον και τον ξηρόν άρτον, έχει, φαίνεται, την ιδιότητα να ενισχύη και τα αμφίβολα των επιχειρημάτων, παρά τοις ενόρκοις τουλάχιστον, οίτινες αθωούσι πολλάκις τους ληστάς, διότι ότε έπραξαν το έγκλημα ήσαν νήστεις προ πολλού. Διά τον αυτόν λόγον έπρεπεν ίσως ν’ αθωώνται και οι ένοχοι βιασμού, οσάκις αποδείξωσιν ότι, κατά τον Θεόκριτον, «Είχον ανάγκαν».

Ο πάτερ Ραλήγος ευχαριστήσας την Ιωάνναν δι’ ηχηρού φιλήματος επί της παρειάς, έλαβεν ανά χείρας ποτήριον ύδατος και τρις ραντίσας τας χήνας είπε μετά κατανύξεως «In nomine Patris, Filii et Spiritus Sancti, haec erit hodie nobis piscis». «Αμήν», απεκρίθησαν οι σύντροφοι αυτού, και μετ’ ου πολύ τα οστά μόνον απέμειναν των νεοβαπτίστων ιχθύων. Αφού δε εκόρεσαν την πείναν, εσκέφθησαν οι καλοί πατέρες να σβέσωσι και την δίψαν· καθότι οι τότε μοναχοί, ως οι Άραβες της Χαλιμάς, πρώτον έτρωγον μέχρι χορτασμού και έπειτα εζήτουν αλμυρά αρτύματα και οίνον, ίνα δροσίζωσι και ξηραίνωσι τον λάρυγγα εναλλάξ, αμιλλώμενοι ως οι δαιτυμόνες του Μιθριδάτου τίς προ τινος περισσότερον να πίη.

Η μέθη ήτο τότε η ευθηνοτέρα των απολαύσεων· επτά μόλις δηνάρια ετιμάτο το μέτρον του οίνου, όστις ου μόνον εις τα καπηλεία αλλά και εις τας εκκλησίας και τας οδούς και εις αυτούς τους γυναικώνας έρρεε ποταμηδόν, ουδόλως αναχαιτιζόμενος υπό των διαταγμάτων των παπών και των Συνόδων, άτινα συμπαρέσυρεν εις τον ορμητικόν αυτού ρουν, ως οι χείμαρροι τα δένδρα.

Οι ημέτεροι πανοσιώτατοι, πριν αρχίσωσι την πόσιν, έλαβον έκαστος, ως συνηθίζετο τότε, το όνομα αγγέλου τινός, ο μεν Γαβριήλ, ο δε Μιχαήλ και ο τρίτος Ρογουήλ, είτα ήρξαντο κενούντες τα κεράτινα ποτήρια εις υγείαν ουχί αλλήλων ή της πατρίδος ή των απόντων φίλων κατά την συνήθειαν των κοσμικών, αλλά της Παναγίας, του Αγ. Πέτρου και πάντων των κατοίκων του Παραδείσου. Τοιαύτα επέταττεν η ευσέβεια των χρόνων εκείνων, ήτις και αυτήν την μέθην καθίστα θεάρεστον έργον.

Εν τούτοις η νυξ επροχώρει, ο στραβουλάριος2 είχεν αποκοιμηθή, το έλαιον της λυχνίας και ο οίνος της λαγήνου εξηντλούντο και μόνη η έξαψις των ρασοφόρων προέβαινεν αυξάνουσα ανά παν ποτήριον. Οι οφθαλμοί αυτών εσπινθηροβόλουν ως οι του Χάρωνος, εκ δε του στόματος εξήρχοντο άναρθροι μόνον ήχοι, βλασφημίαι και επικλήσεις εις την Παρθένον, τροπάρια και άσματα βακχικά. Εν ενί λόγω ήσαν και οι τρεις οινοβαρείς ως ο Βύρων, ότε εσκέπτετο περί αθανασίας ψυχής ή ο Άγ. Άβιτος, ότε εστιχούργει τους έρωτας της Εύας.

Η Ιωάννα, γνωρίζουσα ότι ακόλαστος οίνος και υβριστικόν μέθη, ως έγραφεν ο Σολομών καταφερόμενος κατά της ακολασίας εν μέσω τριακοσίων γυναικών και επτακοσίων παλλακίδων, απεσύρθη ησύχως εις την σκοτεινοτέραν του θαλάμου γωνίαν· αλλ’ ουδ’ εκεί εύρεν επί πολύ ησυχίαν· καθότι οι καλοί πατέρες αφού εκόρεσαν την πείναν και την δίψαν, ησθάνθησαν την ανάγκην να ευχαριστήσωσι και την έκτην εκείνην αίσθησιν, δι’ ην δεν εύρον ακόμη όνομα οι φυσιολόγοι, οι δε αιδήμονες χρονογράφοι ωνόμαζον αυτήν όρεξιν ωμού κρέατος. Διό λαβόντες, κατά την καλογηρικήν συνήθειαν, το άκρον του ράσου μεταξύ των οδόντων ώρμησαν κατά της πολυπαθούς ημών ηρωίδος.

Μη βιασθής να ερυθριάσης σεμνή μου αναγνώστρια· ο σιδηρούς κάλαμος διά του οποίου γράφω την αληθή ταύτην ιστορίαν είναι αγγλικής κατασκευής, εκ των εργοστασίων του Σμιθ, και ως εκ τούτου σεμνός ως αι ξανθαί εκείναι Αγγλίδες, αίτινες, ίνα μη ρυπάνωσι την παρθενικήν αυτών εσθήτα υψούσι αυτήν μέχρι μέσης κνήμης, δεικνύουσαι εις τους διαβάτας πλατείς πόδας εντός διπάτων σανδαλίων· ώστε ουδείς κίνδυνος ν’ ακούσης παρ’ εμού όσα

παρθένω λέγειν ου καλόν3.

Η Ιωάννα διωκομένη υπό των τριών μοναχών έτρεχε περί τον θάλαμον, υπερπηδώσα τραπέζας και καθίσματα, και ότε μεν πινάκιον, ότε δε ρητόν της Γραφής εκσφενδονίζουσα κατ’ αυτών. Αλλ’ η ιερά αυτής ευγλωττία και τα σκεύη της τραπέζης συνετρίβοντο ματαίως κατά των μεθύσων εκείνων, ως τα κύματα κατά των βράχων. Ήδη δε ήπλονον επ’ αυτής τας χείρας, ότε διακρίνασα επί της κλίνης τα περιέχοντα τα λείψανα των αγίων κιβώτια κατέφυγεν όπισθεν αυτών, ως ο Αίας όπισθεν της ασπίδος. Οι πανοσιώτατοι οπισθοδρόμησαν εν αρχή έμπροσθεν του ιερού εκείνου προπυργίου, ως οι λύκοι προ των πυρών, δι’ ων προφυλάσσουσιν οι ποιμένες τας μάνδρας· αλλά μετ’ ου πολύ, λησμονήσαντες τον προς τα άγια εκείνα λείψανα σεβασμόν, εχύθησαν κατά της κλίνης, εφ’ ης η δύστηνος νεάνις έτρεμεν ως κορυδαλός υπό το δίκτυον του κυνηγού.

Η σύγκρουσις ενταύθα υπήρξεν τοσούτω σφοδρά, ώστε κατέπεσεν η κλίνη και μετ’ αυτής αι θήκαι των αγίων, ων τα μαρτυρικά οστά κατεκυλίσθησαν επί του εδάφους. Ενθυμηθείσα τότε η Ιωάννα ότι διά σιαγόνος όνου επάταξεν ο Σαμψών χιλίους Φιλισταίους, εδεήθη του Υψίστου, ίνα κραταιώση την δεξιάν της, είτα δε δραξαμένη κακείνη μιας κνήμης του Αγ. Μαρκελλίνου ήρξατο δι’ αυτής να κτυπά τους ασελγείς αυτής διώκτας. Αλλά τα κόκκαλα αυτών ήσαν, φαίνεται, σκληρότερα των του Αγίου, ώστε μετ’ ου πολύ εθραύσθη το όπλον και εξηντλήθησαν αι δυνάμεις της σεμνής ημών ηρωίδος, ήτις μετά πεισματώδη αντίστασιν κατέπεσε τέλος επί του πεδίου της μάχης και κλείσασα τους οφθαλμούς υπετάγη εις το πεπρωμένον.

Αλλ’ εν ουρανώ υπήρχον τότε Άγιοι και Άγιαι υπέρ των εν κινδύνω παρθένων θαυματουργούντες. Καθ’ ην στιγμήν ο πανοσιώτατος Ραλήγος, όστις ως πρεσβύτερος απήλαυσε των πρωτείων, έκυπτεν επί την Ιωάνναν, ενώ η δυσώδης και οινωμένη αυτού πνοή εμόλυνεν ήδη το ωχρόν πρόσωπον της κορασίδος, τεράστιος αίφνης μεταμόρφωσις! ανήκουστον θαύμα έκαμεν αυτόν να οπισθοδρομήση μετά τρόμου. Ούτε εις δένδρον, ως η Δάφνη, είχε μεταμορφωθή η Ιωάννα, ούτε εις περιστεράν, ως η Αγ. Γερτρούδη, ή εις σκωληκόβρωτον σκελετόν, ως η Βασίνη εις τας αγκάλας του Δομ Ρουπέρτου, αλλ’ εκ της παρθενικής αυτής επιδερμίδος εφύτρωσεν αιφνιδίως γενειάς μακρά, πυκνή και δασεία, ως η επισκιάζουσα τα πρόσωπα των Βυζαντινών αγίων. Ούτω έσωζε τότε η Παναγία τας παρθένους, οσάκις εστενοχωρούντο υπό βαναύσων καλογήρων, επαγρυπνούσα κατά τον Άγ. Ιερώνυμον ως ζηλότυπος πενθερά επί της τιμής των συζύγων του υιού της.

Η Ιωάννα ευχαριστήσασα από καρδίας την Παρθένον διά την σωτηρίαν επέμβασιν ηγέρθη, και επισείουσα την μακράν της γενειάδα ως κεφαλήν Μεδούσης κατά των πεφοβισμένων αυτής καταδρομέων εξήλθε του θαλάμου. Διαβαίνουσα δε προ των σταύλων έλυσεν ένα των όνων, εφ’ ου αναβάσα απεμακρύνθη του μυσαρού εκείνου καταγωγίου, όπου εκινδύνευσε να χάση την μόνην προίκα, ην είχε να προσφέρη εις τον ουράνιον αυτής νυμφίον. Περιττόν δε να προσθέσω ότι, παρελθόντος του κινδύνου, και η γενειάς αυτής συνηφανίσθη.

Αι σκιαί της νυκτός και τα δένδρα του δάσους ήρχισαν βαθμηδόν ν’ αραιώνται. Μετ’ ολίγον δε η πλανωμένη ημών ηρωίς ευρέθη εν μέσω ερεικοφύτου πεδιάδος, έχουσα, ως ο Άγ. Στούρμης, κατάλευκον ουρανόν υπεράνω της κεφαλής και μαύρον όνον μεταξύ των σκελών της. Η Ιωάννα μη γνωρίζουσα την οδόν έτρεχεν όπου οι τέσσαρες του υποζυγίου πόδες έφερον αυτήν· αλλ’ ανευρούσα μετ’ ου πολύ το ρεύμα της Μεΰνης ηκολούθησε τους ελιγμούς του ρύακος, ως ο Θησεύς τον μίτον της Αριάδνης, μέχρις ου έφθασε δύοντος του ηλίου εις το τέρμα της οδοιπορίας.

Η μονή της Μοσβάχης υψούτο παρά τους πρόποδας αποτόμου όρους, υπό το οποίον ετοποθέτησεν αυτήν η Αγ. Βλιθρούδη, ίνα μη ψυχραίνηται ο ζήλος των καλογραιών υπό της πνοής του βορρά. Η εσπερινή προσευχή έληγε κατ’ εκείνην την στιγμήν, αι δε μονάζουσαι παρθένοι εξήρχοντο της εκκλησίας κρατούμεναι εκ της χειρός και ομοιάζουσαι κομβολόγιον εκ μαύρων μαργαριτών. Ιδούσαι την Ιωάνναν περιεκύκλωσαν αμέσως αυτήν, ερωτώσι τίς ήτο, πόθεν ήλθε και τι εζήτει· αφ’ ου δε έμαθον ότι επεθύμει ράσον, σανδάλια και κελλίον, ωδήγησαν αυτήν προς την ηγουμένην, ήτις εμνήστευσε την ημετέραν ηρωίδα μετά του Σωτήρος, απαλλάξασα αυτήν της δεκαμήνου δοκιμασίας χάριν των προς την θρησκείαν εκδουλεύσεων του μακαρίτου πατρός της.

Η Αγ. Βλιθρούδη αγαπήσασα παραχρήμα την νέαν μοναχήν, διότι εννόει το Πάτερ ημών και εσταύρονε μετά κατανύξεως τας χείρας επί του στήθους, κατέστησεν αυτήν φύλακα της βιβλιοθήκης του κοινοβίου, περιεχούσης εξήκοντα επτά τόμους, πλούτον μυθώδη κατ’ εκείνην την εποχήν. Η Ιωάννα, μόνη από πρωίας μέχρι εσπέρας εν τω κελλίω της, υπέπεσε κατά τας πρώτας ημέρας εις την μοναστηριακήν εκείνην χαύνωσιν, ήτις καταλαμβάνει τας νεήλυδας εις τα κοινόβια, ως η ναυτίασις τους κατά πρώτον πατούντας επί πλοίου. Εισήρχετο και εξήρχετο του κελλίου, εκαθάριζε τα βιβλία, τους όνυχας και την κόμην της, ηρίθμει τους κόκκους του κομβολογίου και εμέμφετο τον ήλιον ως βραδέως προχωρούντα προς την δύσιν.

Aι σύντροφοι αυτής ζηλεύουσαι την εύνοιαν, ης απήλαυε παρά τη ηγουμένη, και φοβούμεναι μη κατεσκόπευε τους λόγους και τα έργα των απεμακρύνοντο απ’ αυτής ως οι Βραχμάνες από των παριάδων. Πολλάκις κατά την ώραν της διασκεδάσεως, ενώ αι λοιπαί παρθένοι διεσκορπίζοντο καθ’ ομίλους εις τον κήπον φαιδρώς διαλεγόμεναι, εμπαίζουσαι τας γραίας, διηγούμεναι τα όνειρα της νυκτός, δεικνύουσαι τα γράμματα των εραστών, παραβάλλουσαι το μήκος των ποδών και το χρώμα των χειλέων ή της κόμης των, η Ιωάννα έμενε μόνη, ως οβελίσκος εν μέσω πλατείας, μετρούσα το ύψος των δένδρων και αιτιωμένη την Αγίαν Λιόββαν, διότι αντί ηδονών πλήξιν μόνον και χασμήματα εύρεν εν τω μοναστηρίω, ως καταρώνται και οι τυχοδιώκται τας εφημερίδας, οσάκις αντί χρυσού πέτρας μόνον και πυρετούς ευρίσκουσιν εις την Καλλιφορνίαν.

Η πλήξις και η αργία είναι, νομίζω, τα κυριώτερα ελατήρια της ευσεβείας. Εις ουρανόν ατενίζομεν τότε μόνον, όταν δεν έχωμεν τι να κάμωμεν ή να ελπίσωμεν επί της γης, τας δε αγίας εικόνας ασπαζόμεθα, οσάκις δεν έχομεν άλλο τι ν’ ασπασθώμεν. Οπωσδήποτε η Ιωάννα, ήτις πρότερον μετεχειρίζετο τας θεολογικάς αυτής γνώσεις ως απλούν πόρον ζωής, αποστηθίζουσα την Γραφήν και τους Πατέρας ως η κυρία Ριστόρη τους στίχους του Αλφιέρη, ότε ευρέθη μόνη εντός των τεσσάρων τοίχων πνιγηρού κελλίου, ανούσιον ευρίσκουσα την παρούσαν, ήρξατο να σκέπτηται περί της μελλούσης ζωής.

Παράδοξος η ενασχόλησις εις νεάνιδα δεκαεπταετή. Αλλά τα μοναστήρια είναι απ’ αιώνων τα βασίλεια των ιδιοτρόπων ορέξεων. Οι Αιγύπτιοι καλόγηροι επότιζον ράβδους μέχρις ου καρποφορήσωσιν· αι Άγιαι της Ουγγαρίας έτρωγον φθείρας και οι Ησυχασταί έμενον έτη ολόκληρα, προσηλούντες το βλέμμα επί την κοιλίαν των, εκ της οποίας επερίμενον να ίδωσιν εκπορευόμενον το φως της αληθείας. Η δε Ιωάννα, παραδιδομένη εις μεταφυσικάς μελέτας, οτέ μεν διημέρευε κύπτουσα επί των συγγραμμάτων του Αγ. Αυγουστίνου, όστις περιέγραψεν ως αυτόπτης τας απολαύσεις των μακάρων και τας φλόγας της Κολάσεως, οτέ δε χώνουσα τους δακτύλους εις την ξανθήν κόμην της απέτεινεν εις εαυτήν τας ερωτήσεις εκείνας περί της παρούσης ημών και μελλούσης υπάρξεως, τας οποίας πάντες οι κάτοικοι της κοιλάδος του κλαυθμώνος αποτείνουσιν εις εαυτούς μετ’ απελπισίας, οι δε πνευματικοί και θεολόγοι αποκρίνονται εις αυτάς δι’ υπεκφυγών και κοινών τόπων, ως οι υπουργοί εις τους οχληρούς θεσιθήρας.

Παράδοξα όνειρα ετάραττον της πτωχής κορασίδος τον ύπνον, ουχί πλέον η καλή Λιόββα ηδονάς ανεξαντλήτους υποσχομένη, αλλά δαίμονες επισείοντες κέρατα φοβερά ή άγγελοι κρατούντες διστόμους ρομφαίας· οτέ μεν ήλπιζε τας αγαλλιάσεις του Παραδείσου, οτέ δε εφοβείτο τους όνυχας του Διαβόλου· επί μίαν ημέραν επίστευεν εις τας αληθείας του χριστιανισμού από του Ευαγγελίου μέχρι των θαυμάτων του Αγ. Μαρτίνου και επί τρεις εδίσταζε περί πάντων· άλλοτε έκυπτε την κεφαλήν εις την επιβαρύνουσαν ημάς θείαν καταδίκην και άλλοτε, αν είχε πέτρας, ήθελε ρίψει αυτάς κατά του ουρανού, ίνα τον σπάση4. Εν ενί λόγω είχε καταληφθή υπό της μονομανίας εκείνης, εις ην υποπίπτουσι πάντες, όσοι μετ’ ειλικρινείας ζητήσωσι την λύσιν του μυστηριώδους της υπάρξεως ημών προβλήματος. Τι είμεθα, πόθεν ερχόμεθα, ποία έσται η μέλλουσα ημών τύχη; Tοιαύτα ζητήματα, αδιάλυτα εν τω ανθρωπίνω εγκεφάλω, ως ο κηρός εν τω ύδατι, επειράτο να λύση.

Εν τούτοις η κόμη της πτωχής Ιωάννας έμενεν ακτένιστος και οι οδόντες αργοί· οι οφθαλμοί ήσαν ερυθροί υπό της αϋπνίας, το πρόσωπον ωχρόν και οι όνυχες μαύροι. Κατά τον κλεινόν Πασχάλην, τοιαύτη πρέπει να ήναι επί της γης η φυσική κατάστασις του αληθούς χριστιανού, ζώντος διηνεκώς μεταξύ του φόβου της κολάσεως και της ελπίδος της σωτηρίας και μετά στεναγμών αναζητούντος εν τω σκότει την οδόν του Παραδείσου. Αλλά την κατάστασιν ταύτην, όσω αριστοκρατική και αν ήναι, όσω και αν ιδιάζη εις τα έξοχα πνεύματα, δεν σοι την εύχομαι, καλέ μου αναγνώστα· προτιμητέα πάλιν η ιλαρά και αμέριμνος ευσέβεια των καλών εκείνων χριστιανών, οίτινες ψάλλοντες τροπάρια εις τους Αγίους και τρώγοντες οκταπόδια την Παρασκευήν, περιμένουσιν αμερίμνως τας απολαύσεις του Παραδείσου.

Πολλοί θέλοντες να επιδείξωσιν πνεύματος υπεροχήν ταλανίζουσι τους μακαρίους τούτους θνητούς, αλλ’ εγώ ζηλεύω την γαλήνην της ψυχής των και τα κολλύρια του τραχήλου των. Αν Τούρκος τις ή πυρολάτρης επρόκειτο να χριστιανισθή, ήθελον συμβουλεύσει αυτόν να προτιμήση προ πάσης άλλης την καθολικήν Εκκλησίαν, ης αι τελεταί είναι τόσω μεγαλοπρεπείς, η λειτουργία τόσω σύντομος και αι νηστείαι τόσω πολύοψοι, ης η μουσική ηδύνει την ακοήν και αι εικόνες ευφραίνουσι τους οφθαλμούς· πνευματικόν δε να εκλέξη ουχί άγριόν τινα Βοσουέττον ή Λακορδαίρον, γυμνόν τον Άδην και τους κατοίκους αυτού προ των οφθαλμών του παριστώντα, αλλ’ ηδυεπή τινα μαθητήν του Εσκοβάρου, ίνα επί ατλαζίνου τάπητος τον οδηγήση εις τας μακαρίους μονάς. Αφού ο Ύψιστος, κατά τον ιερόν Αυγουστίνον και Λακτάντιον, δεν αποστρέφεται τας ανθηράς ατραπούς, οσάκις αύται οδηγώσιν ημάς προς αυτόν, διατί ν’ αναζητώμεν τον Παράδεισον δι’ ακανθών και τριβόλων και νεροβράστων χόρτων, ακροώμενοι έρρινα άσματα και ασπαζόμενοι δυσμόρφους εικόνας;

Αλλ’ επανέλθωμεν εις το προκείμενον και έστω το σφάλμα των παρεκβάσεών μου εις τας εικοσιεπτά των Αθηνών εφημερίδας και τους τέσσαρας κώδωνας της ρωσσικής εκκλησίας, διακόπτοντας ανά πάσαν στιγμήν το νήμα της διηγήσεώς μου.

Αι κακαί νόσοι, η πανώλης, η ευλογία, ο έρως και τα εξ αυτού πηγάζοντα επώνυμα της ξανθής μητρός του πάθη έχουσι τούτο το καλόν, ότι άπαξ μόνον υποκείμεθα εις αυτά. Τοιαύτη ήτο και η μεταφυσική ασθένεια της Ιωάννας. Αφού επί τρεις μήνας έξυσε την κεφαλήν, ζητούσα του αλύτου αινίγματος την λύσιν, έκλεισε τέλος πάντων τα βιβλία της και ανοίξασα το παράθυρον του κελλίου ωσφράνθη τα αρώματα της ανοίξεως.

Ο Απρίλιος ήγγιζεν εις το τέλος και η φύσις πάσα καταπράσινος, μειδιώσα και μυροβόλος ωμοίαζε νεάνιδα στολισθείσαν υπό εμπείρου θαλαμηπόλου. Αι αναθυμιάσεις του έαρος εμέθυον τας αισθήσεις της νέας μοναχής, ήτις από τριών ήδη μηνών βυθισμένη εις τα σκότη του κελλίου και της μεταφυσικής, ητένιζε και ωσφραίνετο μετ’ αυξούσης απληστίας την χλόην των λειμώνων και των ίων την ευωδίαν.

Μεταξύ της ανοίξεως και της καρδίας ημών, όταν ήμεθα εικοσαετείς, υπάρχει κατά τους ποιητάς και τους ιατρούς σχέσις τις μυστηριώδης και δυσεξήγητος, ως η του Σωκράτους προς τον Αλκιβιάδην. Οσάκις βλέπομεν πράσινα δένδρα, μαλακήν χλόην ή σπήλαια σκιερά αισθανόμεθα ευθύς την ανάγκην Εύας τινός εν τω παραδείσω τούτω. Ο Νέρων κατά τας ώρας της νοσταλγίας του επεθύμει να είχε σύμπαν το ανθρώπινον γένος μίαν μόνην κεφαλήν, ίνα την αποκόψη. Δεν έτυχε ποτέ καθήμενος το έαρ υπό την σκιάν πίτυος ή ροιάς και συ, αναγνώστα μου, να επιθυμήσης να είχον αι γυναίκες πάσαι εν μόνον στόμα, ίνα όλας ομού τας ασπασθής;

Η Ιωάννα αισθανομένη το στήθος της αναπάλλον ως τα κύματα της θαλάσσης, ανεμνήσθη του ονείρου της και των ελπίδων, υφ’ ων κατείχετο, ότε εισήλθεν εις το κοινόβιον εκείνο, όπου εύρεν μόνον ανίαν, βιβλία παλαιά και σκέψεις οχληράς. «Λιόββα! Λιόββα! πότε θέλεις εκτελέσει τας υποσχέσεις σου;» ανέκραξε τέλος, σείουσα τας κιγκλίδας της φυλακής της μετ’ απελπισίας. Αλλ’ αι κιγκλίδες ήσαν σιδηραί, αι δε χείρες της νέας μοναχής είχον γίνει διά της αργίας λευκαί και απαλαί ως ο κηρός των λαμπάδων· διό αφήσασα αυτάς, και μη έχουσα εν τω κελλίω ούτε σκύλον να δείρη ούτε σινικά αγγεία να σπάση, έκρυψε μεταξύ των χειρών το πρόσωπον και ήρξατο να κλαίη.

Ουδέν γλυκύτερον των δακρύων, οπόταν υπάρχη χειρ ετοίμη να τα σφογγίση ή χείλη πρόθυμα να ροφήσωσι την βροχήν ταύτην της καρδίας, ως ονομάζουσιν αυτά οι Ινδοί. Αλλ’ όταν κλαίη τις μόνος, τα δάκρυα τότε είναι αληθή και πικρά, ως πάσα εν τω κόσμω αλήθεια· πολύ δε πικρότερα, οσάκις θρηνώμεν ουχί την απώλειαν αγαθού τινός επί της γης, αλλά διότι δεν δυνάμεθα να απολαύσωμεν το αντικείμενον προς ο εποφθαλμιώμεν, ίππον, υπούργημα ή γυναίκα.

Κρότος βημάτων εις τον διάδρομον απέσπασε μετ’ ολίγον την Ιωάνναν των θλιβερών αυτής λογισμών και ανοιχθείσης της θύρας, εισήλθεν η ηγουμένη κρατούσα εκ της χειρός αγένειον νεανίσκον, φέροντα το ένδυμα του Αγ. Βενεδίκτου, τους δε οφθαλμούς μετά σεμνότητος επί των σανδαλίων του προσηλούντα.

«Ιωάννα», είπεν η Προεστώσα, παρουσιάζουσα τον νέον μοναχόν εις την έκθαμβον ημών ηρωίδα, «ο ηγούμενος της Φούλδας Άγ. Ραβάνος ο Μαύρος, μέλλων ν’ αποστείλη ιεροκήρυκας εις Θουρίγγην, ζητεί παρ’ εμού τας επιστολάς του Αγ. Παύλου, γεγραμμένας διά χρυσών γραμμάτων επί πολυτίμου μεμβράνης, ίνα διά της λάμψεως του χρυσού θαμβώση τα όμματα των απίστων, εμπνέων ούτω εις αυτούς περισσότερον σέβας προς τας αληθείας του Ευαγγελίου. Ο νέος ούτος Βενεδικτίνος είναι ο Πάτερ Φρουμέντιος, διαπρέπων, ως και συ, επί ευσεβεία και καλλιγραφία. Συνεργάσθητι μετ’ αυτού, μέχρις ου εκτελεσθή η παραγγελία του αδελφού ημών Ραβάνου. Λάβε χρυσήν μελάνην· γραφίδας έχεις, τροφήν θέλω στέλλει υμίν εκ της ιδίας μου τραπέζης. Χαίρετε, τέκνα μου». Ταύτα ειπούσα εξήλθεν η Αγ. Βλιθρούδη, κλείουσα όπισθεν αυτής την θύραν, ως οι χωρικοί εν Μολδαυία, οσάκις ο άρχων επισκέπτεται την γυναίκα των. Αλλ’ η Αγ. Βλιθρούδη ήτο εκ των εναρέτων εκείνων γυναικών, των οποίων ο νους αδυνατεί να υποθέση το κακόν. Αν έβλεπε καλόγηρον ασπαζόμενον τινά των παρθένων του μοναστηρίου, ήθελε πιστεύσει ότι πράττει τούτο, ίνα ευλογήση αυτήν. Παιδιόθεν κατακοπείσα υπό της ευλογίας αθώα μόνον φιλήματα είχε γνωρίσει, ουδ’ ηδύνατο να πιστεύση ότι υπήρχον και άλλα εις τον κόσμον. Άλλως κατά τον αιώνα εκείνον οι οπαδοί του Αγ. Βενεδίκτου, άνδρες τε και γυναίκες, έζων φύρδην μίγδην εν τοις μοναστηρίοις, ως αι βδέλλαι εντός φιάλης ύδατος. Κατά τινας χρονογράφους αι σχέσεις αύται ήσαν αθώαι, ως αι του ημετέρου Αγ. Αμούν, συγκοιμηθέντος δεκαοκτώ όλα έτη μετά της συζύγου του, ήτις απέθανε παρθένος· κατά τον Μουρατόρη όμως εκ της επιμειξίας ταύτης εγεννώντο πολλάκις σκάνδαλα και παιδία. Αλλά ταύτα ερρίπτοντο συνήθως εις το ρεύμα της Φούλδας. Ούτω εσώζετο η τιμή των μοναστηρίων και επαχύνοντο οι ιχθύες.

Το νέον ζεύγος, άμα έμεινε μόνον, γνωρίζον πόσον πολύτιμος είναι ο χρόνος ανύψωσε τας χειρίδας των ράσων και ήρξατο αμέσως της εργασίας, της αντιγραφής δηλ. των επιστολών του Αγ. Παύλου.

Επί δεκαπέντε ημέρας ήρχετο ανά πάσαν πρωίαν ο νέος μοναχός εις το κελλίον της Ιωάννας, όπου συνειργάζετο μετ’ αυτής μέχρι της εσπέρας. Αλλ’ ο δεκαοκταετής εκείνος νεανίας, παιδιόθεν ασχολούμενος εις αντιγραφάς ευχολογίων και ούτε την Γραφήν αναγνώσας ούτε του Αυγουστίνου τας εξομολογήσεις ούτε τον περί Παρθενίας λόγον του Αγ. Βασιλείου ή άλλο ιερόν βιβλίον, ήτο ως εκ τούτου αγνός και άσπιλος ως η χιών, εφ’ ης εκυλίετο ο Άγ. Φραγκίσκος, ίνα κατασιγάση τους πειρασμούς της σαρκός· ώστε η μεν αντιγραφή των επιστολών του Αγ. Παύλου προώδευε ταχέως, αι δε μετά της Ιωάννας σχέσεις αυτού έμενον στάσιμοι.

Οσάκις η χειρ της ημετέρας ηρωίδος ήγγιζε την χείρα του ή αι κόμαι αυτών συνεπλέκοντο, ενώ έκυπτον επί της μεμβράνης, ησθάνετο την καρδίαν του πάλλουσαν ως κώδωνα φρουρίου εν ώρα κινδύνου, αλλ’ ουδ’ αυτός ηδύνατο να είπη, αν προς δεξιάν έπαλλεν ή προς αριστεράν. Η δε Ιωάννα αναγνώσασα πολλάκις τον Ωριγένη, τον Χρυσόστομον και τους κανόνας του Νηστευτού εγνώριζε τα πάντα θεωρητικώς· ηδύνατο μάλιστα και να συζητήση περί των τοιούτων, μεταχειριζομένη τας τεχνικάς εκείνας λέξεις, αίτινες εις μόνους τους ιατρούς, τας πόρνας και τους θεολόγους είναι γνωσταί. Αλλά μόνη μετ’ ανδρός τότε πρώτην φοράν ευρίσκετο, η δε αμηχανία αυτής ηύξανε καθ’ εκάστην, ως η των Άγγλων περιηγητών εν μέσω των νεκροπόλεων της Αιγύπτου, τας οποίας τόσον καλά εσπούδασαν επί του χάρτου.

Η θέσις των δύο νεανίσκων κατήντα καθ’ ημέραν μάλλον αφόρητος. Ούτε ο Φρουμέντιος εγνώριζε τι να ζητήση, ούτε η Ιωάννα τι πρώτον να προσφέρη. Εν τούτοις η αντιγραφή επλησίαζεν εις το τέλος· μόνη απελείπετο η προς Εβραίους επιστολή και έπειτα πικρός και αναπόφευκτος επήρχετο ο χωρισμός.

Πολλάκις η Ιωάννα ως άλλη Πηνελόπη απέξεε την νύκτα, όσα την προτεραίαν είχον γράψει. Ο σύντροφος αυτής εννόει το τέχνασμα, εμάντευε τον σκοπόν αυτού και ηρυθρία ή εξέπεμπε στεναγμούς, ικανούς να κινήσωσι τας πτέρυγας ανεμομύλου, αλλ’ εις ταύτα μόνα περιωρίζετο, η δε ημέρα παρήρχετο ως αι άλλαι, πλήρης πόθων ματαίων και ελπίδων διαψευδομένων. Αλλ’ ούτε συ, αναγνώστα, ούτ’ εγώ έχομεν τόσας ημέρας να χάσωμεν. Άλλως δε γράφων αληθή ιστορίαν δεν δύναμαι να μιμηθώ τους ποιητάς ή συγγραφείς εκείνους, οίτινες σωρεύοντες παλμούς, δάκρυα, ερυθήματα και άλλα πλατωνικά εφόδια ζευγνύουσιν ανά δύο τους μελιρρύτους στίχους των, ως οι γεωργοί εις το άροτρον τους βόας, ή τορνεύουσι περιόδους στρογγύλας ως τους μαστούς της Αφροδίτης. Ο μέγας Δάντης ωνόμαζε τους τοιούτους μαστρωπούς, αλλ’ εις εμέ ούτε το όνομα ούτε το επάγγελμα αρέσκει. Αφίνων λοιπόν αμφότερα ταύτα εις τον Πλάτωνα, τον Οβίδιον, τον Πετράρχην και τους δακρυρροούντας οπαδούς των, θέλω παριστά αείποτε την αλήθειαν γυμνήν και ακτένιστον, ως ότε εκ του φρέατος εξήλθεν.

Οι δύο ερασταί είχον τελειώσει την αντιγραφήν της τελευταίας επιστολής του Αποστόλου, ο δε ήλιος, ον ο Γαλιλαίος δεν είχεν ακόμη καταδικάσει εις ακινησίαν, επέραινε την καθημερινήν αυτού περιστροφήν. Ήτο η ώρα, καθ’ ην οι βόες επιστρέφουσιν εις τον σταύλον, οι δε χριστιανοί ασπάζονται την Παρθένον διά του «Χαίρε Μαρία». Ο κώδων είχε προσκαλέσει τας καλογραίας εις την εσπερινήν προσευχήν και ουδείς ήχος ηκούετο πλέον εις τους διαδρόμους του μοναστηρίου.

Η Ιωάννα εκάθητο πλησίον του παραθύρου φυλλολογούσα τόμον της Αγ. Γραφής, ο δε Φρουμέντιος ητένιζεν εν εκστάσει προς την σύντροφον αυτού, ην ο δύων ήλιος, διερχόμενος διά των ερυθρών υαλίων του κελλίου περιέστεφε διά κύκλου ακτινοβόλου, ως οι Ρώσσοι ζωγράφοι τας κεφαλάς των Αγίων. Η ημετέρα ηρωίς δεκαεπταετής τότε ούσα δεν ωμοίαζε τας λευκάς και αγγελομόρφους εκείνας παρθένους, τας οποίας δεν τολμά τις να εγγίση, φοβούμενος μη ανοίξωσι τα πτερά των, ουδέ ηδύνατο προς κάλυκα ρόδου να παραβληθή, αλλά μάλλον πρός το φυτόν εκείνο της θερμής Παλαιστίνης, το οποίον επί του αυτού κλάδου ου μόνον εύοσμα άνθη, αλλά και ορεκτικούς καρπούς προσφέρει εις τον πεινώντα οδοιπόρον.

Η σκιά το κελλίου και η καλή τράπεζα της μονής είχον στερεώσει τας σάρκας και απαλύνει το δέρμα της ημετέρας ηρωίδος, η δε κόμη αυτής άπαξ μόνον ψαλιδισθείσα εκυμαίνετο πυκνοτέρα ή πρότερον επί των στρογγύλων ώμων. Πάντα ταύτα ήσαν τη αληθεία οπωσούν ακτένιστα, απεριποίητα και ημελημένα, αλλά κατά τον ποιητήν5 ούτε ο καθαρός χρυσός έχει ανάγκην χρυσώσεως ούτε το ρόδον προσθέτου ευωδίας ούτε ο κρίνος ψιμυθίου ούτε δεκαεπταετής, νομίζω, νεάνις μύρων και βοστρυχισμάτων.

Ο Φρουμέντιος εξηκολούθει να σιωπά, η δε Ιωάννα να στρέφη τα φύλλα της Γραφής, οτέ μεν ψιθυρίζουσα μεταξύ των οδόντων, οτέ δε εδάφιον τι αναγινώσκουσα μεγαλοφώνως. Αλλά μετ’ ου πολύ έπαυσε να φυλλομετρή και διά φωνής μειλιχίου, ως νέας Ινδής επαδούσης όφιν φαρμακερόν, ήρξατο ν’ αναγινώσκη:

«Άσμα ασμάτων, ό εστι Σαλομών. Φιλησάτω με από φιλημάτων στόματος αυτού. Αγαθοί οι μαστοί σου υπέρ οίνον και οσμή μύρων σου υπέρ πάντα τα αρώματα· μύρον εκκενωθέν όνομά σου· διά ταύτα αι νεάνιδες ηγάπησάν σε. Ιδού ει καλός, αδελφιδός μου, και ωραίος προς κλίνη ημών· σύσκιος αναμέσον των μαστών μου αυλισθήσεται. Ελθέ, αδελφιδέ μου, εξέλθωμεν εις αγρόν· ευρούσα σε έξω φιλήσω σε· εκεί δώσω τους μαστούς μου σοι. Στηρίξατέ με εν μύροις, στιβάσατέ με εν μήλοις, ότι τετρωμένη αγάπης εγώ. Θες με ως σφραγίδα επί την καρδίαν σου, ως σφραγίδα επί τον βραχίονά σου. Κρατερά ως θάνατος αγάπη· ύδωρ πολύ ου δυνήσεται σβέσαι και ποταμοί ου συγκλύσουσιν αυτήν».

Ταύτα ήκουεν ο Φρουμέντιος και μη γνωρίζων ότι τα μήλα, οι μαστοί και τα φιλήματα εκείνα ήσαν προφητικαί αλληγορίαι εικονίζουσαι την μέλλουσαν του Σωτήρος προς την Εκκλησίαν αυτού αγάπην, ησθάνετο τας σάρκας και τας τρίχας του φρισσούσας υπό της επιθυμίας, ως ο Ιώβ υπό του τρόμου. Ανά έκαστον στίχον της ουρανίας εκείνης επωδής επλησίαζεν εν βήμα προς την αναγνώστριαν, κατά δε το τελευταίον εδάφιον ευρίσκετο προ αυτής γονυπετής.

Η Ιωάννα ανήγειρε τότε την κεφαλήν από του βιβλίου και τα βλέμματα αντικρύσθησαν των δύο εραστών. Οπότε ευρίσκεται τις εις το χείλος κρημνού (και τοιαύτη, νομίζω, ήτο η θέσις της ημετέρας ηρωίδος) πρέπει, λέγουσι, να κλείη τους οφθαλμούς, ει δε μη, ζαλίζεται και πίπτει· αλλ’ εκείνη δεν έκλεισε τους οφθαλμούς, ώστε έπεσε... το βιβλίον εκ της χειρός της και

Quel giorno più non vi leggero avanti6.

Ο αντιπρόσωπος της Πρωσσίας κατά την μετά το Κριμαϊκόν πόλεμον ειρήνην εζήτει πτερόν αετού, ίνα υπογράψη το όνομα και τους τίτλους του εις την συνθήκην· εγώ δε εκ της πτέρυγος του Έρωτος επεθύμουν να έχω πτερόν, ίνα δι’ αυτού περιγράψω του νέου ζεύγους την εφήμερον ευδαιμονίαν. Μοναξία, ησυχία, άφθονος τροφή, έαρος πνοαί, ουδέν έλειπεν αυτοίς εξ όσων καθιστώσιν ευδαίμονας τους εραστάς. Η Ιωάννα απαλλαγείσα χάριν της αντιγραφής από των όρθρων, των αναγνώσεων, προσκυνήσεων και άλλων μοναστικών αγγαρειών, ηδύνατο από πρωίας μέχρι νυκτός να μένη μετά του συντρόφου της. Αλλά καίτοι μεσούντος του Ιουνίου, πάλιν σύντομοι εφαίνοντο αι ημέραι εις τα ακόρεστα των νεανίσκων χείλη. Πολλάκις κατά την ώραν του εσπερινού καθήμενοι πλησίον του ανοικτού παραθύρου, ενώ οι κώδωνες αντήχουν πενθίμως, ως ει εθρήνουν την θνήσκουσαν ημέραν, εστέναζον κακείνοι και, ως ο Ιησούς του Ναυή, έλεγον «στήθι» τω ηλίω· αλλ’ ούτος μεν επορεύετο να φωτίση τους αντίποδας, οι δε ερασταί περιέμενον την επιούσαν.

Δέκα ακόμη ημέρας διήλθον εντός του στενού εκείνου κελλίου, γράφοντες, τρώγοντες, ασπαζόμενοι και άλλο ελάττωμα μη ευρίσκοντες εις τον καιρόν, όστις ήτο ωραίος, ειμή μόνον ότι έφευγε ταχύς.

Αλλά τέλος ανέτειλεν η αποφράς του χωρισμού ημέρα. Η αντιγραφή του Αγ. Παύλου είχε τελειώσει προ πολλού, ο δε ηγούμενος έπεμπεν εις τον Φρουμέντιον ημίονον και ρητήν διαταγήν να επιστρέψη εις την μάνδραν. Ο δυστυχής νεανίσκος καταρώμενος τους όρκους του, τον Προεστώτα και τους αγίους πάντας υπήγε ν’ αποχαιρετίση την φίλην του, κρατών εις τας χείρας του την οδοιπορικήν βακτηρίαν, αλλά τα δάκρυα αυτού δεν ηδύνατο να κρατήση. Η Ιωάννα δεν έκλαιε, διότι τινές των συντρόφων της ήσαν παρούσαι, αι δε γυναίκες, όσω ευαίσθητοι και αν ήναι, κλαίουσι μόνον ότε και όπου πρέπει.

Αν διστάζης περί τούτου, αναγνώστα, ερώτησον τους πλοιάρχους και την ιστορίαν. Η αυτοκράτειρα Ιουδίθ, αφού, ίνα σώση αυτήν, εκρημνίσθη από υψηλού παραθύρου ο ατυχής Ροβέρτος, υπεδέχθη μειδιώσα τον σύζυγόν της, η βασίλισσα Μαργόττα, ίνα διασκεδάση πάσαν υποψίαν, εγέλα ενώ αντικρύ της αποκεφαλίζετο χάριν αυτής ο Βονιφάτιος, η δε κόμισσα Καρούση κατησπάσθη τον βδελυρόν αυτής δεσπότην αιμοσταγή εκ του φόνου του πιστού φίλου της. Οι χρονογράφοι ανύμνησαν την γενναιότητα των καρτεροψύχων τούτων δεσποινών, αλλ’ εγώ ούτε τας ηρωίδας ταύτας εθαύμασα ποτέ ούτε την ευαισθησίαν των ευπαθών εκείνων Αγγλίδων, αίτινες πορευόμεναι ν’ ακούσωσι την Ριστόρη σημειούσιν εις το περιθώριον της Μύρρας και Μηδείας, πού πρέπει να δακρύσωσιν.

Αλλ’ άμα έμεινε και πάλιν μόνη η Ιωάννα, ησθάνθη το βάρος εκείνο εις τον στόμαχον, όπερ καταλαμβάνει ημάς, αφού πολυφαγήσωμεν ή χάσωμεν μητέρα, ερωμένην ή περιουσίαν.

Κατά τον γέροντα Πλούταρχον του αληθούς έρωτος ουδέ την σκιάν γνωρίζουσιν αι γυναίκες· εγώ δε φρονώ μάλλον ότι ούτος είναι παρ’ αυταίς παράσιτός τις νόσος, πηγάζουσα εκ της πλήξεως και μοναξίας, ως αι φθείρες εκ της ρυπαρότητος. Αι γυναίκες του κόσμου αφ’ ενός εις άλλου ανδρός την αγκάλην μεταβαίνουσαι καθ’ εσπέραν (εις τον χορόν εννοώ) ούτε να στενάζωσιν έχουσι καιρόν ούτε ν’ αγαπήσωσιν άλλο τι πλην του ριπιδίου των. Ομοιάζουσι τον όνον εκείνον, όστις έμενε νήστις εν μέσω τεσσάρων σωρών τριφυλλίου, μη γνωρίζων ποίον πρώτον να προτιμήση. Πιθανόν ν’ απατώμαι, αλλ’ όσας ερωτολήπτους εγνώρισα, ήσαν ή κατάκλειστοι ή κορασίδες, φρουρούμεναι υπό αγρύπνων γονέων ως τα μήλα των Εσπερίδων, ή πολύπειροι δέσποιναι, αριθμούσαι περισσότερα έτη παρά οδόντας.

Η αθυμία της πτωχής Ιωάννας μόνης μεταξύ των τεσσάρων εκείνων τοίχων, όπου χθες ακόμη αντήχουν τοσούτοι ερωτικοί όρκοι και φιλήματα, ηύξανε καθ’ ημέραν. Ο Άγ. Αυγουστίνος, οσάκις εμελαγχόλει, εκυλίετο εις τον βόρβορον ως εις εύοσμον λουτρόν, η Αγ. Γενοβέφα εδάκρυε μέχρις ου ηναγκάζετο ν’ αλλάξη υποκάμισον, ο Άγ. Φραγκίσκος ενηγκαλίζετο χιονοσκεπή αγάλματα, η Αγ. Λιμπανία έσχιζε τας σάρκας της διά σιδηρού κτενίου και η Αγ. Λιουτβίργκη έπνιγε ποντικούς. Η δε ημετέρα ηρωίς, φρονιμωτέρα πάντων τούτων, κατέκειτο εις γωνίαν τινά του κελλίου της και διά ριπιδίου εκ πτερών περιστεράς (των μόνων θεμιτών εν τοις μοναστηρίοις) επειράτο τα διώξη τας μυίας και τους οχληρούς λογισμούς.

Η θερμότης του Ιουνίου καθίστα έτι καυστικωτέραν την λύπην της, αι δε ημέραι εφαίνοντο αυτή μακραί ως η ζωή γέροντος θείου εις τους κληρονόμους. Κατά τους παροξυσμούς της απελπισίας της κατέφευγεν ενίοτε, ίνα απομακρύνη τα περικυκλούντα αυτήν οχληρά φαντάσματα, εις των συναξαρίων τας ευσεβείς συνταγάς, οτέ μεν μαστιγουμένη διά της ζώνης της, οτέ δε βρέχουσα τας σινδόνας της διά παγετώδους ύδατος ή ζητούσα να πνίξη την λύπην της εις τον οίνον κατά την συμβουλήν του Εκκλησιαστού7. Αλλά πάντα τα θαυματουργά ταύτα αντιφάρμακα απετύγχανον κατά της αθυμίας της, και αυτό ακόμη το αγνόχορτον8, του οποίου μόνη η οσμή ήρκει, κατά τους αγιογράφους ίνα αποδιώξη τον έρωτα ως η του πυρέθρου τους ψύλλους.

Ο καιρός, λέγουσι, θεραπεύει πάσας τας πληγάς· αλλ’ ουχί, νομίζω, τον έρωτα και την πείναν· απ’ εναντίας όσω περισσότερον μένη τις σώφρων ή νήστις, τοσούτω η όρεξις αυτού αυξάνει, μέχρις ου καταντήση να φάγη τα υποδήματά του, ως οι στρατιώται του Ναπολεόντος εν Ρωσσία, ή ν’ αγαπήση τας αίγας του ως οι ποιμένες των Πυρηναίων.

Εις τοιαύτην περίπου κατάστασιν ευρίσκετο και η ημετέρα ηρωίς, ότε εσπέραν τινά, ενώ εκάθητο παρά το χείλος του ιχθυοτροφείου μοιράζουσα μελαγχολικώς το δείπνον της εις τους κυπρίνους, επλησίασεν αυτήν μυστηριωδώς ο κηπουρός της μονής, και στρέψας κύκλω ανήσυχα βλέμματα, ως αλώπηξ ετοιμαζομένη να εισέλθη εις ορνιθώνα, ενεχείρισεν αυτή μυστηριωδώς επιστολήν, γεγραμμένην δι’ ερυθρών γραμμάτων επί λεπτού δέρματος θνησιγενούς αρνίου. Η Ιωάννα αναπτύξασα αυτήν, εν μέσω ανθίνων στεφάνων, καρδιών τετρωμένων, ασπαζομένων περιστερών, φλεγουσών λαμπάδων και άλλων περιπαθών συμβόλων, δι’ ων οι τότε ερασταί εκόσμουν τας επιστολάς των, ως παρ’ ημίν οι βρακοφόροι τους βραχίονας και τας κνήμας των, ανέγνωσε τα εξής:

«Φρουμέντιος τη αδελφή αυτού Ιωάννα χαίρειν
εν Yψίστω

»Ως η έλαφος επιποθεί τας πηγάς των υδάτων, ούτω και η ψυχή μου εδίψησε προς σε, αδελφή μου9. Θρήνος κατέλαβέ με και ύδωρ ρέουσι τα βλέφαρά μου10. Τα δάκρυά μου είναι η τροφή της ημέρας και των νυκτών μου ο ύπνος11. Ο πεινών ονειρεύεται άρτους, καγώ σε είδον καθ’ ύπνους, Ιωάννα12 αλλ’ εξύπνησα και δεν σε εύρον πλησίον μου. Αναβάς τότε τον όνον μου τον μαύρον ήλθον εις το σκήνωμά σου το άγιον. Παρά τον τάφον της Αγίας Βόμμας σε περιμένω. Ελθέ, περιστερά μου, εκλεκτή ως ο ήλιος13, ελθέ διά του ακτίνων σου να επισκιάσης την σελήνην».

Τοιαύτη ήτο η επιστολή του Φρουμεντίου. Σήμερον γράφοντες προς γυναίκα κατακλέπτομεν τον Φόσκολον και την Σάνδην, οι δε τότε ερασταί αντέγραφον τους Ψαλμούς και τους Προφήτας, ώστε αι επιστολαί αυτών ήσαν φλογεραί ως τα χείλη της Σουναμίτιδος και η άμμος της ερήμου.

Περί την πέμπτην ώραν της νυκτός, ότε ο κώδων προσεκάλεσε τας παρθένους εις τον όρθρον, η Ιωάννα κρατούσα διά της δεξιάς χειρός τα σανδάλια, διά δε της αριστεράς την καρδίαν της, ίνα κατασιγάση τους παλμούς αυτής, κατέβη την κλίμακα του κοινοβίου, ολισθαίνουσα σιωπηλώς ως όφις επί της χλόης. Η σελήνη, η πιστή αύτη λαμπάς των λαθρεμπόρων και των μοιχαλίδων, ην οι ποιηταί ωνόμασαν αγνήν κατ’ ευφημισμόν ως και σεμνάς τας Εριννύας, ανατείλασα οσονούπω όπισθεν των επάλξεων της μονής εφώτισε την πορείαν της δραπέτιδος ηρωίδος, ήτις έσπευδεν εις την συνέντευξιν, ασπλάγχνως καταπατούσα τα σέλινα και τα πράσα του μοναστικού κήπου.

Αφού επί ημίσειαν περίπου ώραν εβάδιζεν ούτω, έφθασε τέλος εις το νεκροταφείον σκιαζόμενον υπό κυπαρίσσων και σμιλάκων τοσούτω πυκνών, ώστε ούτε του ανέμου η πνοή ούτε του ηλίου αι ακτίνες ηδύναντο να εισδύσωσιν εις το σκυθρωπόν εκείνο εστιατόριον των σκωλήκων.

Ο Φρουμέντιος είχε δέσει τον όνον του εις κλάδον δένδρου, επισκιάζοντος το μνήμα της Αγ. Βόμμας, επί του οποίου εκάθητο ανυψών εις την άκραν βακτηρίας κεράτινον φανάριον, ίνα χρησιμεύση ως φάρος εις την φιλτάτην του· άμα δε είδε την Ιωάνναν προβαίνουσαν μετά δειλίας μεταξύ των τάφων, ώρμησε προς αυτήν ως καπουκίνος προς χοιρομήριον κατά το τέλος της Τεσσαρακοστής. Αλλ’ ο τόπος δεν ήτο κατάλληλος διά τοιαύτας φιλοφρονήσεις· διό κρεμάσας το φανάριον εις το τράχηλον του όνου και επί των νώτων αυτού αναβάς μετά της Ιωάννας, έσπευσε ν’ απομακρυνθή των νεκρωσίμων εκείνων σκιών.

Το δυστυχές ζώον κύπτον υπό διπλούν φορτίον, αλλά και υπό τεσσάρων πτερνών ενθαρρυνόμενον, έκλινε τα μακρά του ώτα και ήρξατο να τρέχη, εκπέμπον εν είδει διαμαρτυρήσεως ογκηθμούς τοσούτω ηχηρούς, ώστε (κατ’ αξιόπιστον αγιογράφον) πολλαί των κεκοιμημένων παρθένων, νομίσασαι ότι ήχησεν η σάλπιγξ της Κρίσεως, εξήγαγον τας φαλακράς κεφαλάς εκ των μνημείων.

Η Ιωάννα έχουσα ζώνην τους βραχίονας και στήριγμα τα στήθη του καλού Φρουμεντίου, ανέπνεε μετ’ απεριγράπτου αγαλλιάσεως τον αέρα των αγρών. Το νέον ζεύγος υπερβάν το δάσος έτρεχεν ήδη επί ανοικτού πεδίου φυτευμένου διά κριθής ή κυάμων. Ανατείλαντος δε μετ’ ου πολύ του ηλίου, ο νέος μοναχός, ίνα προφυλάξη την σύντροφόν του από των θερινών ακτίνων, ηνάγκασε διά θαυματουργού επικλήσεως μεγάλον τινά αετόν να απλώση τας πτέρυγας υπεράνω της κεφαλής της, παρακολουθών εν τη πτήσει του το βήμα του όνου.

Τοιαύτα θαύματα κατώρθουν οι τότε χριστιανοί, των οποίων η καρδία ήτο απλή, η πίστις ακμαία και αι προσευχαί παντοδύναμοι παρά τη Παναγία, ενώ σήμερον οι πολυμαθείς, αλλ’ ολιγόπιστοι σοφοί του αιώνος, οι κρατούντες διαβήτην και μικροσκόπιον αντί σταυρού και κομβολογίου, γνωρίζουσι μεν πόσα πτερά έχει η ουρά εκάστου πτηνού και πόσους σπόρους περικλείει η κάλυξ των ανθέων, αλλ’ ούτε αετούς δύνανται δι’ ενός νεύματος να εξημερώσωσιν ούτε τας ακάνθας να μεταβάλωσιν εις κρίνους δι’ ενός δακρύου· πλην δε τούτου υβρίζονται και υπό του πανοσιωτάτου αββά Γερίνου, όστις ονομάζων αυτούς ειδωλολάτρας, διότι διατηρούσιν εν τω χριστιανικώ ουρανώ τον Ερμήν και την Αφροδίτην14 και αθέους, διότι αλλάσσουσι τα ονόματα των φυτών, ανακράζει ως άλλος Ιερεμίας «Ανάθεμα! Ανάθεμα! και πάλιν ανάθεμα εις την πρόοδον και την επιστήμην».

Μετά τετράωρον δρόμον εσταμάτησαν οι δραπέται, ίνα αναπαυθώσι πλησίον μικράς τινος λίμνης, παρά το χείλος της οποίας υψούτο προτού γιγαντιαίον άγαλμα του Ιρμινσούλ. Το είδωλον τούτο είχε κρημνίσει ο Άγ. Βονιφάτιος δι’ ενός φυσήματος εις το βάθος της λίμνης· αλλ’ οι αρχαίοι αυτού λάτραι, καίτοι γενόμενοι χριστιανοί, διετήρουν εις τους μυχούς της καρδίας λείψανα τινά αφοσιώσεως προς τον αποπνιγέντα αυτών προστάτην, εις ον εξηκολούθουν να προσφέρωσι δώρα, ρίπτοντες κατ’ έτος εις το ύδωρ πλακούντας, λαμπάδας, μελόπητας και τυρία προς μεγίστην χαράν των ιχθύων, οίτινες διά των προσφορών εκείνων είχον γίνει παχείς ως οι ιερείς της Ρέας ή της εν Λορέτω Παναγίας.

Ο Φρουμέντιος καταγόμενος μητρόθεν εκ των ηρωικών συναγωνιστών του Βιτικίνδου, ήτο δεισιδαίμων ως γνήσιον τέκνον της Σαξωνίας, η δε Ιωάννα καίτοι δεινή θεολόγος συνεμερίζετο ως ο Σωκράτης τας προλήψεις των συγχρόνων. Οι πλείστοι χριστιανοί της εποχής εκείνης, αμφιρρέποντες εισέτι μεταξύ του Χριστού και των ειδώλων, ωμοίαζον την εν Χίω ευλαβή εκείνην γραίαν, ήτις καθ’ εκάστην ανήπτε κηρίον προ της εικόνος του Αγίου Γεωργίου και έτερον προ της του Διαβόλου, λέγουσα ότι καλόν είναι να έχη τις φίλους πανταχού.

Οι δύο λοιπόν ερασταί, γονυπετήσαντες παρά την όχθην της λίμνης προσέφερον εις τον Ιρμινσούλ τα λείψανα του προγεύματος, τρίχας της κεφαλής και ολίγας τινάς αναμεμειγμένας του αίματος αυτών σταγόνας, καθιστώντας ούτω την ένωσιν αυτών αιωνίαν και αδιάρρηκτον ως την του Δουκός της Ενετίας μετά της θαλάσσης. Μετά δε την τελετήν εξήγαγεν ο Φρουμέντιος εκ του δισακκίου ανδρικήν στολήν καλογήρου, την οποίαν παρεκάλεσε την φίλην του να ενδυθή, ίνα γίνη δεκτή ως νεοφώτιστος εις την Μονήν της Φούλδας.

«Ούτω», προσέθηκεν ερυθριών ο νεανίσκος, «θέλομεν κατοικεί ανενοχλήτως εις το αυτό κελλίον, τρώγοντες εις το αυτό πινάκιον και βυθίζοντες τον κάλαμον εις το αυτό μελανοδοχείον, ενώ, αν σ’ εννοήσωσιν ως γυναίκα, θέλουσί σε κλείσει οι προεστώτες μετά των άλλων κατηχουμένων εις τον γυναικώνα, όπου μόνον εκείνοι έχουσι την άδειαν να εισέρχωνται, εγώ δε θέλω αποθάνει εις την φλιάν υπό της απελπισίας».

Η Ιωάννα απεποιείτο ως έργον ασεβές την μεταμφίεσιν, αντιτάσσουσα εις του εραστού τας παρακλήσεις το ρητόν της Γραφής «ουκ έσται σκευή ανδρός επί γυναικί, ουδ’ ενδύσεται ανήρ στολήν γυναικείαν», αλλ’ εκείνος επέμενε, και εις το εδάφιον του Δευτερονομίου αντέταττεν την γνώμην του Ωριγένους, καθ’ ον αι γυναίκες θέλουσι μεταμορφωθή εις άνδρας κατά την ημέραν της Κρίσεως. Αποκριθείσης δε της Ιωάννας ότι ο Ωριγένης ήτο αιρετικός και πλην τούτου ευνούχος, ενεθύμισεν αυτή ο νεανίσκος το παράδειγμα της Αγ. Θέκλας, αδελφής του Αποστόλου Παύλου και πλην ταύτης την Αγ. Μαργαρίταν, την Αγ. Ευγενίαν, την Αγ. Ματρώναν και τόσας άλλας αγίας, αίτινες κρύψασαι υπό ανδρικόν ράσον το σώμα αυτών, το λευκόν ως πτέρυγα αγγέλου, απέκτησαν την αγιότητα, συζήσασαι μετά καλογήρων, ως κατακτώσι και οι Τούρκοι τον παράδεισον, ζώντες μεταξύ γυναικών.

Η νεότης, το κάλλος και η περιπάθεια ήσαν επιχειρήματα καθιστώντα ακαταμάχητον την ευγλωττίαν του νέου κατηχητού, ώστε η Ιωάννα καταπατήσασα μετ’ ου πολύ υπό τους μικρούς πόδας της τα τε παραγγέλματα της Γραφής και την γυναικείαν αυτής στολήν, ενεδύθη το ράσον και υπεδέθη τα σανδάλια εκείνα, άτινα έμελλε μετά τινα έτη να τείνη προς ασπασμόν εις τους μεγάλους της γης περί τον θρόνον της γονυπετούντας.

Αφού ετελείωσεν η μεταμόρφωσις, ωδήγησεν αυτήν ο Φρουμέντιος εις το χείλος της λίμνης, ίνα κατοπτρισθή. Ουδέποτε είχε σφίγξει σχοινίον την οσφύν ωραιοτέρου καλογήρου, το δε πρόσωπον της ηρωίδος μας έλαμπεν υπό το μοναχικόν κουκούλιον ως μαργαρίτης εντός του οστράκου. Ο Φρουμέντιος δεν ηδύνατο να κορεσθή θαυμάζων τον αδελφόν του Ιωάννην, προ του οποίου γονυπετήσας ως εν εκστάσει ήρξατο να ανυμνή την καλλονήν αυτού διά τινος των μυστικοανατομικών εκείνων ύμνων, δι’ ων οι καλόγηροι του μεσαιώνος εξεθείαζον ανά εν τα μέλη της Παναγίας, τας τρίχας, τας παρειάς, τους μαστούς, την γαστέρα, τας κνήμας και τους πόδας, ως οι ιπποκάπηλοι τα κάλλη των ίππων των και ο κύριος Π. Σούτζος τα των ηρωίδων του.

Μετά το τέλος της λιτανείας ιππεύσαν και πάλιν το νέον ζεύγος διηύθυνε τα βήματα του υποζυγίου προς το μοναστήριον της Φούλδας, όπου έμελλεν η Ιωάννα να καταταχθή εν τη ποίμνη του Αγ. Βενεδίκτου. Δώδεκα όλας ημέρας εδαπάνησαν οι δραπέται, ίνα διατρέξωσι τας μεταξύ Μοσβάχης και Φούλδας τριάκοντα λεύγας, αναπαυόμενοι όπου εύρισκον σκιάν, λουόμενοι εις πάντα ρύακα και το όνομα αυτών εγχαράσσοντες εις τα δένδρα, άτινα εσκίαζον τας ηδονάς των.

Η θερμότης του ηλίου, της νεότητος, του έρωτος και προ πάντων η εκ της ιππασίας καθίστα αναγκαίους τους συχνούς εκείνους σταθμούς. Άλλως δε ο Φρουμέντιος, γνωρίζων ακριβώς την αγιογραφίαν των τόπων εκείνων, εύρισκε πάντοτε ευσεβή τινα πρόφασιν, οσάκις επεθύμει να πεζεύσωσιν οτέ μεν, ίνα προσευχηθώσι προ του δένδρου, όπου η Αγ. Θέκλα εθεράπευσε τον τυφλόν, ραντίσασα τους εσβεσμένους οφθαλμούς του διά τινων σταγόνων γάλακτος εκ των παρθενικών αυτής μαστών, οτέ δε, ίνα φιλήσωσι το χώμα, όπου έρρευσε το αίμα του Αγ. Βονιφατίου και εξ εκάστης σταγόνος εβλάστησεν ως εκ του Αδώνιδος μία ανεμώνη.

Η Ιωάννα συγκατέβαινε μειδιώσα εις του εραστού τας αιτήσεις, οι δε ποιμένες και γεωργοί εθαύμαζον το κάλλος και την ευσέβειαν των δύο κουκουλοφόρων νεανίσκων, σπεύδοντες οσάκις απήντων αυτούς να αφαιρέσωσι τους τριγώνους πίλους και αμιλλώμενοι τις πρώτος να ασπαθή τας χείρας των ή να προσφέρη αυτοίς άρτον, μυζήθραν, ζύθον και οπώρας. Άλλοτε πάλιν απήντων ημιγύμνους Σκλαβηνούς, οίτινες διητώντο ως οι κάλαμοι παρά τας όχθας των ρυάκων, απαιτούντες φόρον διαβάσεως παρά των οδοιπόρων και ρίπτοντες εις το ύδωρ τους δυστροπούντας. Αλλά τούτους απεμάκρυνεν ο Φρουμέντιος διά τροπαρίου τινός εις τον Άγ. Μιχαήλ, όπερ έτρεπεν αμέσως εις φυγήν τους αμφιβίους εκείνους ληστάς, ως η φωνή του χοίρου τον ελέφαντα.

Πρωίαν δε τινά, ενώ υπό την σκιάν γηραιάς δρυός ανεπαύετο το χαριτωμένον ζεύγος επί των ερωτικών δαφνών του ή μάλλον επί τριφυλλίων (διότι αι δάφναι εις Γερμανίαν δεν βλαστάνουσιν ειμή μόνον επί της κεφαλής των ηρώων) προσήλθον δύο γυναίκες, δεδεμένον έχουσαι τον πόδα δι’ ελαφράς αλύσου, εψιμυθιωμένας τας παρειάς και μόνον ένδυμα την λυτήν κόμην των. Αύται ήσαν αμαρτωλαί, κανονισθείσαι υπό του πνευματικού να υπάγωσι γυμναί και αλυσόδετοι εις προσκύνησιν του τάφου του Αγ. Μαρκελλίνου, ίνα εξαγοράσωσι τας αμαρτίας.

Αι ευσεβείς αύται αποδημίαι εγίνοντο συνήθως περί τα τέλη του έαρος ή τας αρχάς του θέρους, ότε η θερμοκρασία επέτρεπε την παραδείσιον εκείνην στολήν. Αι πλείσται των Μαγδαληνών τούτων γνωρίζουσαι ότι η πρόσψαυσις των ιερών λειψάνων έμελλε μετ’ ολίγον να αποπλύνη απ’ αυτών πάσαν κηλίδα, ουδόλως συνεστέλλοντο να πολλαπλασιάζωσι καθ’ οδόν τας αμαρτίας, ζητούσαι φιλοξενίαν παρά των χωρικών και ελέη παρά των οδοιπόρων και αμφοτέρους ανταμείβουσαι διά του νομίσματος εκείνου, δι’ ου επλήρωσε τον ναύλον της η Αγ. Μαρία η Αιγυπτία· η δε αδάμειος αυτών ενδυμασία καθίστα συνεχείς και προχείρους τας τοιαύτας συναλλαγάς.

Αι δύο λοιπόν προσκυνήτριαι, μη δυνάμεναι να μαντεύσωσιν τι υπό το ράσον της Ιωάννας υπεκρύπτετο, επλησίασαν επικαλούμεναι ολίγα τινά δηνάρια, αντί των οποίων υπέσχοντο ν’ ανοίξωσιν εις τους δύο νεανίσκους τας πύλας του ουρανού εις τον μέλλοντα και τας αγκάλας των εις τον παρόντα βίον.

Ο Φρουμέντιος, έχων προ εαυτού την Ιωάνναν θώρακα ασφαλή κατά παντός πειρασμού, απώθησε διά του σχοινίου της ζώνης του τας αναιδείς προτάσεις των λυσιζώνων εκείνων σειρήνων, αφ’ ων απεμακρύνθη σφίγγων την φίλην του εις τας αγκάλας, ως οι ασκηταί τον Σταυρόν, οσάκις επειράζοντο υπό του δαίμονος της σαρκός. Αλλ’ οι μεν άγιοι εκείνοι ερημίται, ενώ απέστρεφον μετά τρόμου τον ένα οφθαλμόν από του δαίμονος, προσήλουν τον άλλον εις αυτόν μετ’ επιθυμίας άμα και φρίκης, ως νήστις Ιουδαίος εις χοιρομήριον, ο δε Φρουμέντιος, όστις ως γνήσιον τέκνον της Δύσεως μετεχειρίζετο την απόλαυσιν ως αντιφάρμακον κατά της επιθυμίας, απέστρεφεν άνευ κόπου αμφοτέρους τους οφθαλμούς.

Οι ημέτεροι άγιοι αγρυπνούντες, μαστιγούμενοι και νηστεύοντες, μέχρις ου το στόμα των επληρούτο σκωλήκων, μόλις κατώρθουν να καταστείλωσι τους ωρυγμούς της σαρκός, παλαίοντες νυχθημερόν κατά διαβόλων ενδεδυμένων μορφήν γυναικείαν και αυτάς τας όρνιθας και τας αίγας απομακρύνοντες των ασκητηρίων, ως επικινδύνους εις την δυσβάστακτον σωφροσύνην των, ενώ οι Φράγκοι, αφού διά μικράς τινός θυσίας καθησύχαζον τον έξαρχον της ασελγείας, ηδύναντο έπειτα εν ησυχία και γαλήνη ψυχής να φροντίσωσι περί της σωτηρίας των, μη αναγκαζόμενοι να διακόπτωσιν ανά πάσαν στιγμήν τας προσευχάς των, ίνα εκδιώξωσιν, ως ο Άγιος Αντώνιος, τον πειρασμόν διά ψυχρολουσίας. Κατά τον σοφόν Αρχιγένην η εγκράτεια είναι το σφοδρότερον των αφροδισίων φαρμάκων· καλώς λοιπόν έπραττον οι Φράγκοι εξορίζοντες τα τοιαύτα φάρμακα εκ των μοναστηρίων.

Ο ήλιος φωτίσας την μακροτέραν του έτους ημέραν είχε δύσει προ πολλού, ότε οι δύο οδοιπόροι, υπερβάντες τα περιφράσσοντα την μονήν της Φούλδας εσβεσμένα ηφαίστεια, επάτησαν τέλος πάντων τας μοναστηριακάς γαίας. Η νυξ ήτο ασέληνος και γλυκεία, και μόνοι οι αστέρες εκατοπτρίζοντο εις το ρεύμα της Φούλδας· αλλ’ εφ’ όσον επλησίαζον οι νεανίσκοι προς την μονήν, διέκρινον μεταξύ των δένδρων ερύθημα ωσεί μεγάλης τινός πυρκαϊάς. Αλώπεκες, έλαφοι και αγριόχοιροι γιγαντιαίοι έφευγον πέριξ αυτών μετά τρόμου, τα δε νυκτερινά πτηνά ανεζήτουν το σκότος της φωλεάς ατάκτως υπεράνω της κεφαλής των πτερυγίζοντα. Η Ιωάννα συνεσφίγγετο τρέμουσα εις τα στήθη του συντρόφου της, και αυτός δε ο όνος έτεινεν ανησύχως τα ώτα, προχωρών μετά περισκέψεως και δειλίας ως στρατιώτης του πάπα εις το πυρ των μαχών. Στήλαι πυρός, νέφη καπνού, ήχος κωδώνων και ασμάτων, αναθυμιάσεις λιβάνου και μαγειρείου προσέβαλον μετ’ ου πολύ τους οφθαλμούς, τα ώτα και την ρίνα της ημετέρας ηρωίδος, ης το θάμβος και ο τρόμος ηύξανον ανά παν βήμα, ουδ’ ίσχυε να καθησυχάση αυτήν η ευθυμία του Φρουμεντίου, όστις εις τας συχνάς αυτής ερωτήσεις απεκρίνετο διά καγχασμών και φιλημάτων.

Ημείς δε μη δυνάμενοι να δώσωμεν την αυτήν απάντησιν, καλή αναγνώστρια, θέλομεν σε πληροφορήσει ότι η ημέρα ή μάλλον η νυξ εκείνη ήτο η εικοστή τετάρτη Ιουνίου, καθ’ ην προ οκτακοσίων ετών η κεφαλή του Αγ. Ιωάννου προσεφέρετο ως αμοιβή της ορχήσεως εις την θυγατέρα της Ηρωδιάδος, όπως σήμερον ανθοδέσμη εις την Έσλερ ή την Ταλιόνην. Τα οστά του Αγίου εκταφέντα υπό του Αγ. Αθανασίου περιήλθον κατά την τότε συνήθειαν την οικουμένην άπασαν θαυματουργούντα, η δε κεφαλή είχε μετακομισθή υπό τινος Γάλλου καλογήρου εξ Αλεξανδρείας εις Γαλλίαν· καθότι οι Φράγκοι του μεσαιώνος ήρπαζον από των εκκλησιών της Ανατολής τα λείψανα των αγίων, ως οι απόγονοι αυτών τα συντρίμματα της αρχαίας τέχνης. Δάκτυλος του Αγ. Σεργίου ή κνήμη της Αγ. Φεβρωνίας επωλούντο τότε πολύ ακριβότερα ή σήμερον κεφαλή του Ερμού ή βραχίων της Αφροδίτης· του δε Αγ. Ιωάννου το κρανίον κατατεθέν εν τη μονή του Αγ. Αγγελή εχρησίμευεν τοις κατοίκοις προς θεραπείαν του πυρετού, ως σήμερον η κινίνη.

Η φήμη της θαυματουργού εκείνης κεφαλής εξηπλώθη βαθμηδόν καθ’ άπασαν την Δύσιν, κατ’ έτος δε ανήπτοντο πανταχού εις τιμήν του Αγίου πολυάριθμοι πυραί, περί τας οποίας ευωχούντο και εχόρευον οι πιστοί, ως οι πρόγονοι αυτών περί τους πυρσούς των Παληλίων. Η θεά Πάλης είχε λησμονηθή προ πολλού, αλλ’ οι αρχαίοι αυτής λάτραι εξηκολούθουν αγαπώντες τον οίνον, τον χορόν και τας ευθύμους αγρυπνίας, και εν ελλείψει θεών προσέφερον εις τους μακροπώγωνας και μικροχίτωνας Αγίους του χριστιανικού παραδείσου την χαρμόσυνον λατρείαν των γυμνών και αγενείων κατοίκων του Ολύμπου.

Η πανήγυρις ευρίσκετο εις την ακμήν, ότε εισήλθον οι δύο οδοιπόροι εις την αυλήν του μοναστηρίου. Οι μεν των μοναχών προσέθετον δέσμας αχύρων και κενωθέντα βαρέλια εις την πυράν, οι δε ανυψούντες τα κράσπεδα των ράσων επήδων υπεράνω της ιεράς φλογός, καταφεύγοντες εις λάκκον πλήρη ύδατος, οσάκις έδακνε το πυρ τας γυμνάς κνήμας των· έτεροι ωρχούντο περί τας πυράς, ως ο Δαυίδ περί την Κιβωτόν, ή κατακείμενοι επί της χλόης εβύθιζον τας περόνας εις τας χύτρας και τα ποτήρια εις τους πίθους· άλλοι πάλιν κρατούντες φλέγοντα δαυλόν έτρεχον περί τον κήπον αναζητούντες ιεράκιον προς φυγάδευσιν των δαιμόνων ή τετράφυλλον τριφύλλιον, το οποίον καθίστα τα καταχθόνια πνεύματα υποτελή τω ανευρίσκοντι τοιούτον φυτόν κατά την νύκτα εκείνην.

Οι εύθυμοι μοναχοί υπεδέχθησαν μετά κραυγών χαράς τον επιστρέφοντα αδελφόν και την Ιωάνναν, ην παρουσιάσεν αυτοίς ως ορφανόν συγγενή του υποτελή του Δουκός Ανσιγίζου, ευρίσκοντα βαρείαν την άλυσιν του δούλου και επιθυμούντα να ανταλλάξη αυτήν αντί καλογηρικού σχοινίου. «Dignus, Dignus est intrari in nostro Sancto Corpori!» απεκρίθησαν ομοφώνως οι Βενεδικτίνοι, συμπαρασύροντες την νεοφώτιστον εις τας ταχείας περιδινήσεις του κυκλείου χορού, όστις περιεστρέφετο ως πολύκρικος όφις περί την υψηλοτέραν των πυρών.

Η Ιωάννα άμα εισελθούσα εις το μοναστήριον εδιδάσκετο να χορεύη. Αλλά κατά τον καιρόν εκείνον ο χορός, ον απαγορεύουσι σήμερον οι πνευματικοί ως εφεύρεσιν του Σατανά, ουδέν είχε το ασεβές ή αντίθρησκον, αλλ’ ήτο απλώς προσευχή γινομένη διά των ποδών ως οι ψαλμοί διά των χειλέων, αμφότεροι δε εφευρέθησαν υπό του προφητάνακτος Δαυίδ, ώστε συγγενεύουσιν ως γνήσια τέκνα του αυτού πατρός.

Οι αστέρες ωχρίων εις τον ουρανόν και αι πυραί εσβήνοντο επί της γης, ότε ο κώδων ηνάγκασε τους οινοβαρείς και νυστάζοντας συμπότας ν’ αφήσωσι τον χορόν ή τον πίθον, ίνα δράμωσιν εις τον όρθρον. Την πρωίαν εκείνην, ως συνέβαινε πάντοτε την επιούσαν εορτής, βαρύηχοι ρογχασμοί αντήχησαν αντί ύμνων υπό τους θόλους της εκκλησίας, και εκ τούτου, λέγουσι, παρέμεινεν εις τους καλογήρους η συνήθεια του να ψάλλωσι και έξυπνοι όντες διά των μυκτήρων. Η συνήθεια αύτη, εξορισθείσα των εκκλησιών της Δύσεως μετά της εορτής του Όνου και των άλλων γοτθικών λειψάνων του μεσαιώνος, κατέφυγε παρ’ ημίν, όπου διατηρείται ακέραιος και ακμαία, καθιστώσα καθ’ ημέραν ερημοτέρους τους ναούς, ψυχροτέραν την ευλάβειαν και ελαφρότερα τα ελέη των ορθοδόξων.

Αι θρησκείαι ομοιάζουσι τας γυναίκας. Αμφότεραι ενόσω ήναι νέαι ούτε καλλωπισμών χρήζουσιν ούτε ψιμυθίου, ίνα περικυκλώνται υπό λατρευτών προσκλινών, ετοίμων και την ζωήν υπέρ αυτών να θυσιάσωσιν, ως οι πρώτοι χριστιανοί και οι ερασταί της Ασπασίας· αλλ’ άμα γηράσωσιν ανάγκη να καταφύγωσιν εις το φύκος και τα κοσμήματα, ίνα επ’ ολίγον ακόμη διατηρήσωσι τους αραιουμένους θιασώτας.

Η μεν Pωμαϊκή Εκκλησία εννοήσασα τούτο, ευθύς άμα είδε ψυχραινόμενον τον ζήλον των πιστών, κατέφυγεν εις τους ζωγράφους και τους γλύπτας, ως η Ήρα εις τον κεστόν της Αφροδίτης, ίνα καλύψη τας ρυτίδας και ενδύση την γυμνότητά της, η δε ανατολική καίτοι πρεσβυτέρα της αδελφής της είτε εκ πενίας είτε εξ υπερηφανείας επέμεινε θέλουσα να ελκύη τους πιστούς δι’ ερρίνων ασμάτων και συνωφρυωμένων εικόνων. Η ευλάβεια εξέλιπεν προ πολλού εκ της οικουμένης, αλλ’ αι εικόνες του Ραφαήλου και η φωνή των Λακορδαίρων ή των ευνούχων του πάπα ελκύουσιν ακόμη προσκυνητάς υπό τους θόλους του Αγ. Πέτρου και του Πανθέου, ενώ ημείς άπαξ μόνον του έτους πορευόμεθα φράσσοντες τα ώτα εις την εκκλησίαν.

Άμα ετελείωσεν ο όρθρος, έσπευσεν ο Φρουμέντιος να ξεναγήση την Ιωάνναν εις το νέον αυτής κλωβίον. Η μονή της Φούλδας ωμοίαζε μάλλον φρουρίω ή μάνδρα μοναχών. Υψηλά ηφαίστεια, των οποίων τους κρατήρας είχε σβήσει ο Άγ. Στούρμης διά σταγόνων τινών ηγιασμένου ύδατος, περιέφρασσον αυτήν πανταχόθεν, το δε ρεύμα του ομωνύμου ρύακος εχρησίμευεν ως τάφρος του μοναστικού τούτου φρουρίου, στεφομένου διά πύργων και επάλξεων οδοντωτών.

Οι τότε οπαδοί του Αγ. Βενεδίκτου πλην του οίνου και του ύπνου ηγάπων ν’ αναμειγνύωνται και εις τας πολιτικάς πάλας του αιώνος, οσάκις δε κατεδιώκοντο υπό τινος ισχυρού, ωχυρούντο όπισθεν των τειχών του κοινοβίου, ως οι εφημεριδογράφοι όπισθεν των άρθρων του Συντάγματος. Ο μέγας Κάρολος είχεν εξημερώσει οπωσούν τα ήθη των αρειμανίων καλογήρων, αφαιρέσας αυτοίς πάντα τα όπλα πλην των πνευματικών, αλλ’ αι μοναί διετήρουν ακόμη την φιλόμαχον αυτών στολήν.

Η Ιωάννα επεσκέφθη κατά σειράν τα κελλία, το σπουδαστήριον των νεοφύτων, το εστιατόριον κοσμούμενον υπό τερατομόρφων αγαλμάτων των δώδεκα Αποστόλων, τας υπογείους ειρκτάς, ένθα οι κακοί καλόγηροι εθάπτοντο ζώντες, και τέλος την βιβλιοθήκην, όπου εξήκοντα γραφείς ειργάζοντο νυχθημερόν, οι μεν αποξέοντες αρχαία χειρόγραφα, οι δε καταγράφοντες επί του ούτως ετοιμασθέντος χάρτου τας αθλήσεις του Αγ. Βαβύλα και της Αγ. Πρίσκας αντί των άθλων του Ηρακλέους και του Αννίβα. Ο δε κήπος ήτο ημελημένος, διότι οι καλοί πατέρες ολίγον εφρόντιζον περί ανθέων και απεστρέφοντο τα λαχανικά, ως καταργούντα πολύτιμον τόπον εν τω στομάχω, προτιμώντες τα στήθη των χηνών και τους μηρούς των χοίρων, τους οποίους παρωμοίαζον προς τα ρητά της Γραφής, τα εν ολίγαις λέξεσι πολλήν περιέχοντα ουσίαν.

Περιγράψαντες την φωλεάν θέλομεν ήδη προσπαθήσει να σκιαγραφήσωμεν και την εικόνα των εν αυτή ενοικούντων. Τα μοναστικά τάγματα τοσούτον επολλαπλασιάσθησαν και τόσον ποικίλα κατήντησαν τα ονόματα και τα σχήματα των καλογήρων, των Θεατίνων, Ρεκολλέτων, Καρμηλιτών, Ιωαννιτών, Φραγκισκάνων, Καπουκίνων, Καμαλδούλων, ανυποδήτων, σανδαλοφόρων, γενειητών, κεκαρμένων, λευχειμόνων, μαυροφόρων και άλλων, ώστε ο περιώνυμος ζωολόγος Βόρνος15 επειράθη προς αποφυγήν συγχύσεως να κατατάξη αυτούς εκ των κυριωτέρων γνωρισμάτων κατά γένη και είδη κατά το σύστημα του Λινναίου, ως προς τα ζώα και τα φυτά.

Ανοίγοντες λοιπόν την Λινναϊκήν ταύτην Μοναχολογίαν εις την λέξιν Βενεδικτίνος ευρίσκομεν τον εξής επιστημονικόν ορισμόν του είδους τούτου των ρασοφόρων «... πρόσωπον αγένειον, κρανίον εγκεκαρμένον, πόδες σανδαλοφόροι· φέρει ένδυμα μακρόν, μέλαν, ποδήρες, μανδύαν καταπίπτοντα μέχρι πτερνών …κρώζει τρις ή τετράκις της ημέρας και μεσούσης της νυκτός διά φωνής βραγχώδους, βραδείας... παμφαγεί· νηστεύει σπανίως».

Τοιαύτα ήσαν τα κυριώτερα χαρακτηριστικά· πλην δε τούτων οι Βενεδικτίνοι της Γερμανίας εφόρουν ερραμμένην εις το κουκούλιον μικράν εικόνα της Παναγίας, ίνα προφυλάττη τας κεφαλάς των από τους πονηρούς λογισμούς και τας φθείρας· τα δε πρόσωπα αυτών πολύ ωμοίαζον τα παλίμψηστα μοναστηριακά χειρόγραφα, εν οις υπό τα ευσεβή τροπάρια του μεσαιώνος διαφαίνονται εισέτι ερωτικοί στίχοι του Ανακρέοντος και της Σαπφούς.

Τετράκις της ημέρας έτρωγον οι καλοί πατέρες· αντί βουτύρου μετεχειρίζοντο χοίρινον άλειμμα και τους δακτύλους των αντί περόνης, οι δε αμαρτήσαντες ετιμωρούντο στερούμενοι αλείμματος επί τινας εβδομάδας, ως παρ’ ημίν της μεταλήψεως. Δις του μηνός εξυρίζοντο, την μεγάλην Παρασκευήν έπλυνον όλοι τους πόδας και τρις του έτους οι παχύτεροι αυτών εφλεβοτομούντο, ίνα καταστείλωσι τας ακαθάρτους ορέξεις, ή κατ’ άλλους χρονογράφους, ίνα προλάβωσι την αποπληξίαν.

Οι πλείστοι ήσαν αγράμματοι, τινές όμως εννόουν το Πάτερ ημών και άλλοι εγνώριζον και να γράφωσιν· εις τούτους δε εχορηγείτο, ως εις τους ήρωας του Ομήρου, διπλασία μερίς εις την τράπεζαν και οίνος αντί ζύθου. Πάντες ηγίαζον την ημέραν του Σαββάτου, επειδή δε δεν είναι ακριβώς γνωστόν κατά ποίαν ημέραν τελειώσας ο Θεός τον κόσμον ανεπαύθη16, φοβούμενοι μη υποπέσωσιν εις τι λάθος, έμενον αργοί ολόκληρον την εβδομάδα· η κράσις τέλος των καλογήρων εκείνων ήτο τοσούτω ρωμαλέα, ώστε οι πλειότεροι αυτών απέθνησκον όρθιοι ως οι Ρώσσοι στρατιώται, τους οποίους πρέπει, λέγουσι, να ωθήση τις μετά θάνατον, ίνα καταπέσωσιν.

Ποιμήν της κουκουλοφόρου ταύτης αγέλης ήτο τότε ο κλεινός Άγ. Ραβάνος ο Μαύρος, του οποίου η μνήμη περιείχε πλείονα συρτάρια αφ’ όσα εργαστήριον φαρμακοπώλου. Ο σοφός ηγούμενος, διαπλεύσας όλας τας θαλάσσας, εφ’ όσων ήμεσε ποτέ ο περιηγητής, ήτο κάτοχος όλων των τε ζωσών και κεκοιμημένων γλωσσών, πλην δε τούτων εγνώριζε την Αστρολογίαν, την Μαγείαν, το Κανονικόν δίκαιον και την Μαιευτικήν, εφευρών μάλιστα μηχανήν τινά, δι’ ης εβαπτίζοντο εν τη κοιλία της μητρός οι κυοφορούμενοι χριστιανοί, ίνα διαφύγωσιν ούτω εν περιπτώσει αποβολής τα σκοτεινά βασίλεια, όπου πλανώνται οι αβάπτιστοι παίδες, ως οι άταφοι ειδωλολάτραι παρά τας όχθας της Στυγός.

Ότε δε εισήλθεν η Ιωάννα εις την Μονήν της Φούλδας, ο Άγ. Ραβάνος γηράσας ήδη και πάσχων υπό δυσπεψίας ενησχολείτο περί της σωτηρίας του, τρώγων μόνον χόρτα, ως ο Ναβουχοδονόσορ κατά τα τελευταία έτη του βίου, ότε δηλ. μετεμορφώθη εις ταύρον, και συνθέτων ωδάς εις τιμήν του Tιμίου Σταυρού. Εκάστη των ωδών εκείνων συνέκειτο εκ τριάκοντα στίχων και έκαστος στίχος εξ ισαρίθμων γραμμάτων διατεταγμένων εν σχήματι σταυρού, ως τα βακχικά άσματα των Γάλλων ποιητών εν σχήματι φιάλης ή βαρελίου.

Η αντιγραφή των αριστουργηματίων τούτων απήτει έμπειρον καλλιγράφον, ουδείς δε ηδύνατο κατά τούτο να διαγωνισθή προς τον Φρουμέντιον και τον νέον αδελφόν Ιωάννην. Εις τούτους λοιπόν ενεπιστεύθη ο ρασοφόρος υμνωδός τους ποιητικούς σταυρούς του, ίνα πληρωθή η προφητεία του Φρουμεντίου ειπόντος: «Θέλομεν βυθίζει τον κάλαμον εις το αυτό μελανοδοχείον».

Οι ευδαίμονες ερασταί ομοιάζουσι τους ευτυχείς λαούς, οίτινες δεν έχουσιν ιστορίαν· των δε ημετέρων μοναχών ο βίος έρρεεν ακύμαντος και γαληνιαίος υπό την σκιάν του μοναστηρίου, ως το ρεύμα της Φούλδας υπό τας σκιαζούσας γηραλέας αιγείρους.

Εσκέφθης ποτέ, αναγνώστα μου, πόσω γλυκύ και αναπαυτικόν ήθελεν είναι ερωμένη φέρουσα ανδρικήν ενδυμασίαν και εις σε μόνον αποκαλύπτουσα τα θέλγητρά της; Ούτε την ζηλίαν ήθελες γνωρίζει ούτε τας μυρίας εκείνας ακάνθας, αίτινες κατά τον Άγ. Βασίλειον καθιστώσιν εργαστήρια οδυνών τας γυναίκας. Η αρρενική αυτής στολή ήθελε φρουρεί αυτήν πολύ ασφαλέστερον ή τα κλείθρα των τουρκικών γυναικώνων και αι προφυλακτικαί εκείναι ζώναι, δι’ ων ασφαλίζουσιν οι Ιταλοί τας συζυγικάς κτήσεις των από πάσης επιδρομής.

Πλην δε τούτου ούτε υπό ασέμνων βλεμμάτων ήθελε μολύνεσθαι το πρόσωπον της φιλτάτης σου ούτε τα ώτα αυτής υπό λόγων ακολάστων ή αι χείρες υπό προσψαύσεων. Αλλ’ αύτη ήθελεν είναι αγνή και άσπιλος, ως η πτέρυξ των αγγέλων και η ιδανική εκείνη παρθένος, την οποίαν ωνειρεύετο ο Άγ. Βασίλειος ισταμένην ως σεμνόν άγαλμα επί του υποβάθρου της παρθενίας της και ακίνητον προς πάσαν φαντασίαν και επαφήν. Οι ζηλότυποι στεναγμοί του Τιβούλλου και του Βύρωνος αι βλασφημίαι κατά των γυναικών ήθελον σοι είναι ακατάληπτοι, ως οι θρήνοι του Ιερεμίου εις τον ουδέποτε θρηνήσαντα.

Τοιαύτη ήτο διά τον Φρουμέντιον η Ιωάννα, ρόδον άνευ ακανθών, οψάριον άνευ οστών, γαλή άνευ ονύχων· νηπιόθεν συζήσασα μετ’ ανδρών ούτε ιδιοτροπίας είχεν ούτε τα εράσμια εκείνα ελαττώματα, τα οποία καθιστώσι τας θυγατέρας της Εύας φοβερωτέρας και αυτών των Σειρήνων, αίτινες μόνον από της ζώνης και κάτω ήσαν όφεις.

Επτά έτη είχον παρέλθει από της εισόδου των νεανίσκων εις την Μονήν της Φούλδας και η Μοίρα εξηκολούθει κλώθουσα εις αυτούς χρυσοϋφάντους ημέρας, η δε σχέσις των έμενε μυστική και ανενόχλητος ως μαργαρίτης εις τους μυχούς της θαλάσσης, ουδ’ ήτο κίνδυνος ν’ ανακαλυφθή ποτέ ο δόλος· καθότι ουδείς προ των Σταυροφοριών Φράγκος εφρόντισε ποτέ να ερευνήση, τι υπεκρύπτετο υπό τας πολυπλόκους φράσεις του Πλάτωνος ή τας πτυχάς ανδρικού χιτώνος. Μόνος ο κουρεύς της μονής ηστειεύετο ενίοτε προς τον αδελφόν Ιωάννην, ότε ούτος προσέφερε μειδιών εις το ξυράφιον παρειάν αγένειον και λείαν ως λίμνην εν ώρα νηνεμίας.

Αλλά πλην της Ιωάννας υπήρχε, δυστυχώς, εις Φούλδαν και άλλος αγένειος μοναχός, ο πάτερ Κορβίνος, ον πάντες απέφευγον ως το επώνυμον αυτού δυσοίωνον πτηνόν17. Ο δυστυχής ούτος Βενεδικτίνος ηράσθη νέος ων της ανεψιάς του επισκόπου της Μογουντίας, παρά τω οποίω υπηρέτει ως διάκονος κρατών την ουράν της πορφύρας του κατά τας τελετάς και πίνων το ύδωρ, δι’ ου η αυτού Αγιότης έπλυνε τας χείρας μετά την μετάληψιν. Η νεάνις ήνοιξε τα ώτα και μετ’ ου πολύ τας αγκάλας εις τον έρωτα του νέου διακόνου, αλλ’ ο μιτροφόρος αυτής κηδεμών συλλαβών νύκτα τινά τους νεανίσκους κόπτοντας απηγορευμένους καρπούς εις τον κήπον της επισκοπής, της μεν ανεψιάς του έκοψε την κόμην, τον δε Κορβίνον, αφού κατέστησε... ουδέτερον, έστειλεν έπειτα εις την μονήν της Φλούδας, ίνα κλαύση την αμαρτίαν. Ο νέος μοναχός εθρήνει κατά τας πρώτας ημέρας την απώλειάν του, ως η θυγάτηρ του Ιεφθάε την παρθενίαν της, αλλ’ ο καιρός έκλεισε τέλος του σώματος και της ψυχής του τας πληγάς, βαθμηδόν δε κατήντησε να καταφρονή τας γυναίκας, προσκαλών τους συντρόφους του ν’ αποκτήσωσιν ασφαλώς δι’ ομοίας θυσίας τον Παράδεισον, ως η ακρωτηριασθείσα αλώπηξ του μύθου συνεβούλευε τας άλλας αλώπεκας να κόψωσι κακείναι την ουράν των.

Τοιαύτην διήγε φιλοσοφικήν ζωήν ο καλός Κορβίνος, αναπληρών την στέρησιν του απηγορευμένου καρπού διά καλών κρεάτων και της προσδοκίας του Παραδείσου, ότε ημέραν τινά λαβών διαταγήν να κυνηγήση τους πολιορκούντας την βιβλιοθήκην του ηγουμένου σκόρους, εύρεν εκεί μετάφρασιν του περί Παρθενίας λόγου του Αγ. Βασιλείου. Ανοίξας το βιβλίον τούτο, εν ω ήλπιζε να εύρη νέας αφορμάς, ίνα δοξάση τον Ύψιστον ότι απεκόπη αυτώ παν μέσον απωλείας, έπεσε κατά κακήν του τύχην εις το χωρίον εκείνο, όπου ο άγιος επίσκοπος Καισαρείας συμβουλεύει τας σεμνάς παρθένους άρρενα σώματα καν ευνούχων η φυλάττεσθαι, διότι καθώς ο βους, του οποίου απεκόπησαν τα κέρατα, διαμένει ουχ ήττον εκ φύσεως κερατιστής και πλήττει όσους απαντά διά του μέρους εκείνου της κεφαλής, όπου τα κέρατα υπήρχον πριν, ούτω και οι αποτετμημένοι, φλεγόμενοι υπό εκτόπου μανίας δύνανται ακόμη...

Αλλ’ ενταύθα παραπέμπω τον αναγνώστην εις την πραγματείαν του αγίου, ίνα εύρη το τέλος της φράσεως. Κατά τους κριτικούς επί ασπίδος φαίνεται γραφείσα του Τάσσου η Ιερουσαλήμ, του δε Αγ. Βασιλείου η παρθενική πραγματεία επί του στήθους καλής τινός παρθένου φαίνεταί μοι γεγραμμένη.

Το ανάγνωσμα εκείνο κατεθορύβησε τον από τοσούτων ετών ησυχάσαντα καλόγηρον. Οι όφεις, οι δράκοντες, οι λύκοι, οι πάνθηρες και τ’ άλλα ζώα, δι’ ων εικονίζουσιν οι θεολόγοι τα πάθη, εξύπνησαν αθρόα και ήρξαντο να ωρύωνται και να δάκνωσι την ουράν των εις τους μυχούς της καρδίας του, ήτις κατέστη και πάλιν ακοίμητον θηριοτροφείον. Ο Αρχιμήδης βεβακχευμένος υπό της χαράς έκραζεν «Εύρηκα!» μετά του προβλήματος την λύσιν, ο δε μοναχός περιέτρεχεν τας στοάς του μοναστηρίου κράζων «Δύναμαι!» μεγάλη τη φωνή.

Από της ημέρας εκείνης κατελήφθη υπό παραδόξου μονομανίας, ην ούτε η μάστιξ ούτε η ξηροφαγία ούτε η ψυχρολουσία ούτε άλλη τις του καλογηρικού φαρμακείου συνταγή ηδυνήθη να θεραπεύση. Όλος ένθους υπό της θεοφορήτου ευγλωττίας του θείου Βασιλείου εκράτει νυχθημερόν την βίβλον εις τας αγκάλας, ως νέα μήτηρ το πρωτότοκον τέκνον, και οτέ μεν ησπάζετο, οτέ δε αντέγραφεν ή απεστήθιζε τας ιεράς εκείνας σελίδας· οσάκις δε έβλεπε γυναίκα, έτρεχε προς αυτήν ως διψαλέα έλαφος προς την πηγήν της ερήμου, ίνα λάβη πείραν των λόγων του Αγίου. Αλλ’ αι ξανθαί κόραι της Σαξωνίας απέφευγον αυτόν, καίτοι αποτετμημένον, κατά τας φρονίμους συμβουλάς του επισκόπου Καισαρείας· νομίζω δε ότι και άνευ τούτων ολίγαι εξ αυτών, γνωρίζουσαι τας ελλείψεις του ήθελον τον περιμένει.

Τοιούτος ήτο ο μέλλων να κόψη το χρυσούν νήμα, δι’ ου η εύνους Μοίρα συνέρραπτε των δύο εραστών τας ημέρας, καθιστώσα τον βίον αυτών κομβολόγιον στιλπνών και αμώμων μαργαριτών. Κατά πάσαν νύκτα συνήρχοντο ο Φρουμέντιος και η Ιωάννα εις σπήλαιόν τι εγγύς του μοναστηρίου, ιερόν το πάλαι τω Πριάπω. Ο θεός εκείνος ελατρεύετο ακόμη εν Γερμανία υπό το όνομα του Αγ. Βίτου, αι δε τελεταί αυτού δεν είχον μεταβληθή. Τα χείλη των χριστιανών γυναικών εξηκολούθουν ζητούντα παρ’ αυτού ό,τι εζήτουν και αι άσεμνοι ειδωλολάτριδες, ηδονάς ή ευτεκνίαν, ο δε καλός Άγιος σπανίως εκώφευεν εις τας τοιαύτας δεήσεις. Αλλά τα αγάλματα αυτού ανιδρύοντο συνήθως υπό την σκιάν ανδρικού μοναστηρίου· και τούτο, ως λέγουσι τινές κακόγλωσσοι ιστορικοί, καθίστα βεβαίαν των προσκυνητριών την επιτυχίαν.

Εις το βάθος του ιερού τούτου σπηλαίου, όπισθεν του ξυλίνου αγάλματος του αγίου, είχε πλέξει το νέον ζεύγος την φωλεάν του, δι’ ευόσμων φύλλων κυτίσου, δερμάτων αλώπεκος και απαλών υφασμάτων της Ανατολής, ανατεθέντων υπό των ευσεβών δεσποινών της Σαξωνίας· υπεράνω δε της κοιτίδος αυτών εκρέμαντο στιλπνοί σταλακτίται, γλώσσαι καπνισταί, ξηροί ιχθύες, ασκοί γενναίου οίνου της Μοσέλλης και άλλα εδώδιμα, εις τα οποία κατέφευγον οι νεανίσκοι, οσάκις απηύδων ψάλλοντες τροπάρια εις τιμήν του Αγ. Βίτου· καθότι η προς τον άγιον τούτον ευβλάβεια, ως και η της Αφροδίτης, ψυχραίνεται άνευ των δώρων της Δήμητρος και του Βάκχου.

Εκεί ευρίσκοντο αποφράδα τινά νύκτα οι δύο ερασταί απολαύοντες πάντων των αγαθών, ενώ ο αδελφός αυτών Κορβίνος, μη δυνάμενος προ πολλού να εύρη ύπνον, εγκαταλείποντα, ως οι παράσιτοι, τους δυστυχούντας, επλανάτο ως λυκάνθρωπος εις τους αγρούς διηγούμενος τα βάσανά του εις την σελήνην. Αλλά και αύτη βαρυνθείσα, φαίνεται, τα μονότονα παράπονα του πτωχού ρασοφόρου εκρύβη όπισθεν μαύρων νεφελών και μετ’ ολίγον πυκναί σταγόνες βροχής ηνάγκασαν τον λάτριν του μεγάλου Βασιλείου να ζητήση άσυλον εις το ιερόν του Αγ. Βίτου.

Η λεπτή άμμος, δι’ ης ήτο εστρωμένον το έδαφος του σπηλαίου, ίνα μη πληγόνωνται οι απαλοί πόδες των προσκυνητριών, αίτινες μόνον ανυπόδητοι ηδύναντο να εισέλθωσιν εκεί, απέκρυψε των βημάτων του τον ήχον, ώστε προυχώρησεν απαρατήρητος μέχρι του κοιλώματος, όπου οι δύο ερασταί ανεπαύοντο εις τας αγκάλας αλλήλων και του Μορφέως. Ο κοιτών εφωτίζετο υπό λυχνίας καιούσης προ της εικόνος του χριστιανισθέντος Πριάπου, η δε Ιωάννα, ημίγυμνος ως θεά του Ολύμπου και ωραία ως εκείναι παρίστα εικόνα τοσούτω θελκτικήν, ώστε προ αυτής και ο Άγ. Αμούν ήθελε λησμονήσει τους όρκους του και ο Ωριγένης την συμφοράν του και αυτός, νομίζω, ο Θεμιστοκλής το τρόπαιον του Μιλτιάδου. Ο δε Πάτερ Κορβίνος, λησμονήσας κακείνος τον εκεί παρακείμενον Φρουμέντιον, ώρμησε να υποβάλη εις την βάσανον της πείρας τα φυσιολογικά θεωρήματα του επισκόπου Καισαρείας.

Αλλ’ ο Άγ. Βίτος επροστάτευε τον ύπνον των υπό την σκέπην του αναπαυομένων εραστών· ουδ’ ηδύνατο ν’ ανεχθή να μιανθώσι τα μυστήριά του υπό χαμερπούς ευνούχου. Ότε δε είδεν αυτόν επιβάλλοντα αυθάδη χείρα επί της κοιμωμένης δούλης του, αι παρειαί αυτού ηρυθρίασαν υπό της οργής, ως αι της εν Λωρέτω Παναγίας, οσάκις ασπάζονται αυτήν ασεβή χείλη, η κεφαλή του εσείσθη απειλητικώς και το έλαιον της λυχνίας ανέβρασε μεθ’ ορμής.

Σταγών του ζέοντος τούτου ελαίου εξύπνισε τον Φρουμέντιον, επί της παρειάς του καταπεσούσα· αυτός δε εγερθείς είδε την σύντροφόν του ημικοιμωμένην έτι και παλαίουσαν κατά του επικειμένου αυτή πατρός Κορβίνου ως κατά κακού ονείρου. Ο Φρουμέντιος ήτο οξύθυμος, ως γνήσιος απόγονος του Βιτικίνδου και ρωμαλέος ως Γερμανός καλόγηρος, ειθισμένος να μεταχειρίζηται τους γρόνθους ως επιχειρήματα κατά πάσαν συζήτησιν, έστω και θεολογικήν. Διό, μη χρονοτριβήσας εις περιττάς εξηγήσεις, εδράξατο του σχοινίου της ζώνης, το οποίον ήρξατο να υψούται και να καταπίπτη επί των νώτων του αθλίου Κορβίνου, ως η μάστιξ του Ιησού επί της ράχεως των εμπορευομένων εις τον Ναόν.

Εν τούτοις η Ιωάννα εγερθείσα έσπευδε να κρύψη υπό το ράσον τα αίτια της έριδος, ενώ οι δύο καλόγηροι εξηκολούθουν γρονθοκοπούμενοι και το αίμα ήρχιζε να ρέη, αλλ’ ευτυχώς μόνον εκ της μύτης· μετά δε πεισματώδη πάλην κατώρθωσε τέλος ο Κορβίνος να διαφύγη κακώς έχων τας χείρας του παρωργισμένου αντιπάλου, αφίνων αυτώ την κουκούλαν του ως ο Ιωσήφ τα μάτια εις την γυναίκα του Πετεφρή. Αλλ’ εις τούτο μόνον περιορίζεται, νομίζω, η μεταξύ αυτού και του υιού του Ιακώβ ομοιότης.

Οι δύο ερασταί μείναντες μόνοι επί του πεδίου της μάχην ητένιζον προς αλλήλους μετ’ αδημονίας, βέβαιοι όντες ότι ο ξυλοκοπηθείς εκείνος σάτυρος ήθελε προδώσει τα απόκρυφα του σπηλαίου των, ως διεσάλπισε και ο Αβού τα της Ελλάδος, ίνα εκδικήση την παθούσαν ράχιν του. Έπρεπε λοιπόν προς αποφυγήν της ειρκτής και της ξηροφαγίας ν’ αποχαιρετήσωσιν ανεπιστρεπτεί την φιλόξενον εκείνην στέγην, όπου τοσαύτας διήγαγον ευφροσύνους ημέρας εν αγία αναπαύσει και αργία απολαύοντες αλλήλων και πάντων των αγαθών.

Τα έτη και η τρυφή είχον μετριάσει το φιλοκίνδυνον των δύο μοναχών, οίτινες μετά φρίκης ανελογίζοντο τους κόπους και τας στερήσεις του πλάνητος βίου, συμμεριζόμενοι την γνώμην του Αγ. Αντωνίου, καθ’ ον τα μοναστήρια είναι διά τους καλογήρους ως η θάλασσα διά τους ιχθύας, και ως εκείνοι απόλλυνται εξερχόμενοι του ύδατος, ούτω μαραίνονται και οι μοναχοί αφίνοντες τα κοινόβια.

Εις τοιαύτας παρεδίδοντο μελαγχολικάς σκέψεις, ότε ο κώδων του όρθρου ενεθύμισεν αυτοίς τον επικείμενον κίνδυνον. Η νυξ ήτο σκοτεινή και οι σταύλοι εγγύς, εν αυτοίς δε έζη ακόμη ο καλός εκείνος όνος, όστις προ επτά ετών είχε μετακομίσει εις Φούλδαν την Ιωάνναν. Ο πατριάρχης ούτος της καλογηρικής φάτνης, κατάλευκος ήδη υπό του γήρατος, ανεπαύετο περικυκλούμενος υπό των απογόνων του και υπό δεμάτων τριφυλλίου. Τούτον λύσαντες οι δραπέται και περιτυλίξαντες προς αποφυγήν θορύβου τα πέταλά του διά στυπίου, ως οι πειραταί τας κώπας των ακατίων των, εξήλθον των τειχών της μακαρίας εκείνης μονής, τρέμοντες μη ο σύντροφος αυτών εξυπνίση διά της φωνής του τους ζώντας, ως εξήγειρε προ επταετίας τους νεκρούς εκ των μνημείων.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Ο Άγ. Mαρτίνος και η Aγία Λιουτβίργη.
2. Ξενοδόχος.
3. Ευριπίδ. Ορέστης. στίχ. 26.
4. Το στερέωμα ενομίζετο τότε κρυστάλλινον.
5. Tον Σαικσπήρον.
6. Δάντου Κόλασις, άσμα Ε΄.
7. Δίδετε μέθην τοις εν λύπαις και οίνον πίνειν τοις εν οδύναις.
8. Άγνος, Agnus castus.
9. Ψαλμός ΜΑ´, εδ. 2.
10. Ιερεμίου Κεφ. Θ´, εδ. 18.
11. Ψαλμός ΟΘ´, εδ. 6.
12. Hσαΐου Κεφ. ΚΘ´, εδ. 8.
13. Άσμα ασμ. Κεφ. Α´, εδ. 5.
14. Tους πλανήτας δηλ.
15. Baron Born.
16. Ίδε Οικονόμου Επίκρισιν κατά Βάμβα, σ. 146.
17. Corvus, εξ ου το Corvinus, σημαίνει λατινιστί κόραξ.

Μέρος Γ΄

But the fact is that I have nothing plann’d
Unless it were to be a moment merry.
BYPΩN, Δον Zουάν, άσμα Δ΄


ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ


ΕΔΩ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου