Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2011

Φιόντορ Ντοστογιέφσκι - Το υπόγειο


Φιόντορ Ντοστογιέφσκι - Το υπόγειο

ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ


Το υπόγειο είναι από τα δημοφιλέστερα έργα του Ρώσου λογοτέχνη. Εφηβικό ανάγνωσμα που στην πορεία πολλοί από εμάς ξαναδιαβάσαμε, ανιχνεύοντας δεύτερη ή τρίτη φορά το "πίσω κείμενο", σφυγμομετρώντας την ωριμότητά μας. Ο ανώνυμος αντιήρωας του έργου εκπροσωπεί την πιο σκοτεινή ευφυΐα όλων μας. Το υποκείμενο στις φράσεις είναι το εγώ, ακόμη και όταν αυτό εννοείται, και αντιπροσωπεύει συνολικά την ανθρώπινη ψυχοσύνθεση και συμπεριφορά. Γραμμένο το 1864, το κλασικό αυτό αριστούργημα αποτελεί τη φανταστική απολογία και εξομολόγηση ενός Ρώσου υπαλλήλου των μέσων του 19ου αιώνα που αποφασίζει να λειτουργήσει αντικομφορμιστικά και να περάσει από την αδιαμαρτύρητη αποδοχή στην ανώνυμη αντίδραση, διά της καθόδου στο... υπόγειο• ένα υπόγειο-φρούριο, στο οποίο επιλέγει να παραμείνει φυλακισμένος ή μάλλον προστατευμένος από την υπερβολή της αγάπης. Για τον Ντοστογιέφσκι, ο φόβος να αγαπάς είναι ο φόβος να είσαι ελεύθερος.




Φιόντορ Ντοστογιέφσκι - Το υπόγειο





Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι: Το υπόγειο – Διαβάστε το
 


Φιόντορ Ντοστογιέφσκι

Γεννήθηκε στις 11 Νοεμβρίου του 1821 στη Μόσχα. Ο πατέρας του, Μιχαήλ Αντρέγεβιτς, ήταν στρατιωτικός γιατρός. Το 1838 γίνεται δεκτός στη Στρατιωτική Ακαδημία Μηχανικών της Πετρούπολης, στην οποία έδωσε εξετάσεις διότι αυτό απαιτούσε ο πατέρας του, και χωρίζεται από τον αδελφό του. Ο Μιχαήλ Αντρέγεβιτς δολοφονείται το 1839 στο κτήμα της οικογένειας, στην επαρχία της Τούλα. Η δολοφονία του πατέρα Ντοστογέφσκι συνταράσσει τον Φιοντόρ. Υπηρέτησε στο στρατό για ένα μικρό χρονικό διάστημα αλλά τον εγκατέλειψε γρήγορα για να αφοσιωθεί στη λογοτεχνία. Μελέτησε την κοινωνία και τον κόσμο όχι θεωρητικά αλλά στην πράξη. Θέμα των έργων του, η ίδια η ζωή. Είδε από κοντά τις υποβαθμισμένες συνοικίες, γνώρισε τη φτώχεια, τον πόνο, την εξαθλίωση των ταπεινών ανθρώπων και στη συνέχεια μετέφερε τις εικόνες αυτές στα μυθιστορήματα του. Ασχολήθηκε με τον άνθρωπο και την κοινωνία και υπήρξε αγωνιστής και επαναστάτης. Εναντιώθηκε στην πολιτική του Τσάρου Νικολάου του Α΄. Αυτή του η στάση είχε αποτέλεσμα να κατηγορηθεί για συνωμοσία και να καταδικαστεί σε τετραετή φυλάκιση. Τα χρόνια του εγκλεισμού του στις φυλακές του Όμσκ υπέφερε τρομερά βασανιστήρια και εξευτελισμούς. Το 1857 νυμφεύεται τη Μαρία Ντμιτρίεβνα Ισάεβα, και το 1859, μαζί με τη σύζυγό του, λαμβάνουν την άδεια που τους επιτρέπει να εγκατασταθούν στην Ευρωπαϊκή Ρωσία.Το 1859 εκδίδει στην Πετρούπολη μαζί με τον αδελφό του δύο περιοδικά τα οποία ,όμως, δεν σημείωσαν επιτυχία με αποτέλεσμα ο Ντοστογιέφσκι να βρεθεί καταχρεωμένος. Ο μόνος τρόπος για να συγκεντρώσει χρήματα και να ξεπληρώσει τα χρέη του ήταν η συγγραφή. Άρχισε λοιπόν να γράφει συνέχεια και ακούραστα με αποτέλεσμα να καταφέρει να ζήσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του σχετικά άνετα. Σ’ αυτό το διάστημα έγραψε τα καλύτερα του έργα: "Ο παίχτης", "Οι αδερφοί Καραμαζώφ", "Έγκλημα και Τιμωρία", "Ο Ηλίθιος", "Οι δαιμονισμένοι". Όταν κατάφερε πλέον να ανασάνει από το βάρος των χρεών ανέλαβε τη διεύθυνση του περιοδικού "Πολίτης" και λίγα χρόνια αργότερα εξέδωσε το δικό του περιοδικό, "Το Ημερολόγιο ενός συγγραφέα", που σε αντίθεση με τις προηγούμενες εκδοτικές εμπειρίες σημείωσε τεράστια επιτυχία. Στις 9 Φεβρουαρίου του 1881, ο Φιοντόρ Μιχαΐλοβιτς Ντοστογέφσκι υπέκυπτε σε αγνώστου αιτίας πνευμονική αιμορραγία. Ετάφη στο κοιμητήριο της μονής Αλεξάντερ Νιέφσκι, στην Πετρούπολη. Άλλα έργα του είναι τα μυθιστορήματα: "Ο φτωχόκοσμος", "Λευκές νύχτες", "Ταπεινωμένοι και καταφρονεμένοι", "Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων", "Το υπόγειο". Υπήρξε μέλος της Ακαδημίας Επιστημών και η προσφορά του στην παγκόσμια λογοτεχνία είναι διεθνώς αναγνωρισμένη. Θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους μυθιστοριογράφους όλων των εποχών και τα έργα του έχουν μεταφραστεί σχεδόν σε όλες τις γλώσσες του κόσμου.

ΑΝΤΟΥΑΝ ΝΤΕ ΣΑΙΝΤ-ΕΞΥΠΕΡΥ - Ο μικρός Πρίγκιπας


ΑΝΤΟΥΑΝ ΝΤΕ ΣΑΙΝΤ-ΕΞΥΠΕΡΥ - Ο μικρός Πρίγκιπας

ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ


Ο Αντουάν Ντε Σαιντ-Εξυπερύ γεννήθηκε στη Γαλλία το 1900 από αριστοκρατική οικογένεια. Στα είκοσι έξι του γίνεται πιλότος και μάλιστα από τους πρωτοπόρους των υπερατλαντικών πτήσεων. Το 1936 παίρνει μέρος στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο και αργότερα κατατάσσεται στην αμερικάνικη αεροπορία σαν πιλότος καταδιωκτικού. Από τη γεμάτη περιπέτειες και ένταση ζωή του γεννήθηκαν τα κλασικά πια βιβλία του: Γη των ανθρώπων, Πιλότος πολέμου, Νυχτερινή πτήση και βέβαια, Ο Μικρός Πρίγκιπας που πρωτοεκδόθηκε στην Αμερική το 1940 όπου είχε καταφύγει όταν κατέρρευσε το γαλλικό μέτωπο. Ο Σαιντ Εξυπερύ εξαφανίστηκε με το αεροπλάνο του το 1944, ανοιχτά της Κορσικής, ενώ εκτελούσε την ένατη πολεμική του αποστολή κυνηγώντας γερμανικά καταδιωκτικά.






Ο μικρός Πρίγκιπας







Ο μικρός Πρίγκιπας – Διαβάστε το



ΣΤΟΝ LΕΟΝ WΕRTH Ας με συγχωρέσουν τα παιδιά που αφιέρωσα το βιβλίο αυτό σ' έναν μεγάλο. Υπάρχει όμως μια σοβαρή δικαιολογία: Ο μεγάλος αυτός είναι ο καλύτερος φίλος που έχω στον κόσμο αυτόν. Υπάρχει κι ένας άλλος λόγος: Αυτός ο μεγάλος μπορεί να καταλάβει τα πάντα• ακόμα κι ένα βιβλίο για παιδιά. Υπάρχει κι ένας τρίτος λόγος: Ο μεγάλος αυτός μένει στη Γαλλία και τώρα πεινά και κρυώνει. Έχει μεγάλη ανάγκη από παρηγοριά.

Αν όλοι αυτοί οι λόγοι δεν αρκούν, ε, τότε θ' αφιερώσω τούτο το βιβλίο στο παιδί που ήταν κάποτε ο μεγάλος αυτός. Όλοι οι μεγάλοι ήταν κάποτε παιδιά (όμως λίγοι τους το θυμούνται). Διορθώνω λοιπόν την αφιέρωση μου: ΣΤΟΝ LΕΟΝ WΕRTH ΟΤΑΝ ΑΚΟΜΑ ΗΤΑΝ ΜΙΚΡΟ ΠΑΙΔΙ

Μια φορά, ήμουν τότε έξι χρονών, σ' ένα βιβλίο για τα παρθένα δάση που λεγόταν «Αληθινές Ιστορίες», είδα μια υπέροχη εικόνα. Έδειχνε ένα βόα να καταπίνει ένα αγρίμι. Αντιγράφω εδώ το σχέδιο. Το βιβλίο έγραφε: «Οι βόες είναι φίδια που καταπίνουν τη λεία τους ολόκληρη, χωρίς να τη μασήσουν. Ύστερα δεν μπορούν πια να κουνηθούν και κοιμούνται έξι μήνες ώσπου να τη χωνέψουν». Σκέφτηκα λοιπόν πολύ τις περιπέτειες της ζούγκλας και, μ' ένα χρωματιστό μολύβι, κατάφερα να φτιάξω με τη σειρά μου κι εγώ, το πρώτο μου σχέδιο. Το σχέδιο μου αριθμός 1 ήταν έτσι: Έδειξα το αριστούργημα μου στους μεγάλους και τους ρώτησα αν το σχέδιο μου τους τρόμαζε. «Γιατί να μας τρομάξει ένα καπέλο;» μου απάντησαν.

Το σχέδιο μου δεν έδειχνε καπέλο. Έδειχνε ένα βόα που χώνευε έναν ελέφαντα. Σχεδίασα κι εγώ το από μέσα του βόα, έτσι που να μπορέσουν να καταλάβουν οι μεγάλοι. Χρειάζεται πάντα να τους εξηγείς. Το σχέδιο μου αριθμός 2 ήταν έτσι: Οι μεγάλοι με συμβούλεψαν ν' αφήσω κατά μέρος τα σχέδια με τα μέσα και τα έξω απ' τους βόες και να ασχοληθώ καλύτερα με τη γεωγραφία, την ιστορία, την αριθμητική και τη γραμματική. Έτσι, σε ηλικία έξι χρονών,

εγκατέλειψα μια λαμπρή καριέρα στη ζωγραφική. Είχα απογοητευτεί από την αποτυχία των σχεδίων μου αριθμός 1 και αριθμός 2. Οι μεγάλοι ποτέ δεν καταλαβαίνουν τίποτα μόνοι τους και είναι πολύ κουραστικό για τα παιδιά να τους δίνουν ξανά και ξανά εξηγήσεις. Έπρεπε λοιπόν να διαλέξω άλλο επάγγελμα κι έτσι έμαθα να οδηγώ αεροπλάνα. Έχω πετάξει λίγο πολύ σ' ολόκληρο τον κόσμο. Και, για να πω την αλήθεια, η γεωγραφία μου χρησίμεψε πολύ. Ήξερα με την πρώτη ματιά να ξεχωρίζω την Κίνα από την Αριζόνα, κάτι πολύ χρήσιμο αν είναι νύχτα κι έχεις χαθεί.

Είχα ακόμα στη ζωή μου ένα σωρό επαφές μ' ένα σωρό σοβαρούς ανθρώπους. Έζησα πολύ με τους μεγάλους. Τους είδα από πολύ κοντά, αλλά αυτό δεν καλυτέρεψε και πολύ τη γνώμη μου γι' αυτούς. Όταν συναντούσα κανέναν που μου φαινόταν κάπως έξυπνος, του έκανα το πείραμα με το σχέδιο, που το φύλαγα πάντα. Ήθελα να ξέρω αν καταλάβαινε πραγματικά.

Πάντοτε όμως η απάντηση ήταν: «Είναι ένα καπέλο». Έτσι κι εγώ δεν του μιλούσα ούτε για βόες, ούτε για παρθένα δάση, ούτε για αστέρια. Πήγαινα με τα νερά του. Του μιλούσα για μπριτζ, για γκολφ, για πολιτική και για γραβάτες. Και ο μεγάλος ήταν ευχαριστημένος που γνώριζε έναν τόσο λογικό άνθρωπο.

Έτσι έζησα μόνος, χωρίς κανέναν για να κουβεντιάζω πραγματικά, ώσπου μια φορά, πριν έξι χρόνια, αναγκάστηκα να σταματήσω στην έρημο Σαχάρα. Κάτι είχε σπάσει στον κινητήρα μου. Κι όπως δεν είχα μαζί μου ούτε μηχανικό, ούτε επιβάτες, ετοιμαζόμουν να δοκιμάσω μόνος μου μια δύσκολη επισκευή. Για μένα ήταν ζήτημα ζωής ή θανάτου. Και το νερό μου θα 'φτάνε δε θα 'φτανε για οχτώ μέρες. Κοιμήθηκα το πρώτο βράδυ λοιπόν πάνω στην άμμο, χίλια μίλια μακριά από το κοντινότερο κατοικημένο μέρος.

Ήμουνα απομονωμένος πιο πολύ κι από ναυαγό πάνω σε μια σχεδία καταμεσής του ωκεανού. Φαντάζεστε τώρα την έκπληξη μου όταν, ξημερώματα, με ξύπνησε μια παράξενη φωνούλα, λέγοντας: «Παρακαλώ... ζωγράφισε μου ένα αρνάκι!» «Ορίστε;» «Ζωγράφισε μου ένα αρνάκι...» Πετάχτηκα πάνω σαν να με είχε χτυπήσει κεραυνός. Έτριψα τα μάτια μου, κοίταξα καλά και είδα ένα μικρό, παράξενο ανθρωπάκι που με παρατηρούσε σοβαρά. Εδώ είναι το καλύτερο πορτρέτο που κατάφερα να του κάνω αργότερα. Το σχέδιο μου βέβαια είναι πολύ λιγότερο γοητευτικό απ' το μοντέλο. Δε φταίω εγώ. Όταν ήμουν έξι χρονών, οι μεγάλοι με αποθάρρυναν από τη ζωγραφική μου καριέρα και δεν έμαθα να σχεδιάζω τίποτε άλλο παρά βόες, από μέσα κι απέξω. Κοιτούσα λοιπόν αυτή την οπτασία με τα μάτια γουρλωμένα από την έκπληξη. Μην ξεχνάτε ότι βρισκόμουν χίλια μίλια μακριά από το κοντινότερο κατοικημένο μέρος.

Κι όμως, το ανθρωπάκι μου δε μου φαινόταν να έχει χαθεί ή να 'ναι ψόφιο από την κούραση, ψόφιο από την πείνα ή τη δίψα, ψόφιο απ' το φόβο. Δεν έδινε καθόλου την εντύπωση ενός παιδιού που χάθηκε στη μέση της ερήμου, χίλια μίλια μακριά από το κοντινότερο κατοικημένο μέρος. Όταν κατάφερα επιτέλους να του μιλήσω, του είπα: «Μα... τι γυρεύεις εδώ πέρα;» Και μου ξανάπε, σιγανά, σαν να 'ταν κάτι πολύ σοβαρό:

«Παρακαλώ... ζωγράφισε μου ένα αρνάκι...» Όταν κάτι το μυστηριώδες σε εντυπωσιάσει πολύ, δεν τολμάς να μην υπακούσεις. Όσο παράλογο κι αν μου φαινόταν έτσι που βρισκόμουν χίλια μίλια από το κοντινότερο κατοικημένο μέρος και σε θανάσιμο κίνδυνο, έβγαλα απ' την τσέπη μου ένα κομμάτι χαρτί κι ένα στυλό. Θυμήθηκα όμως ότι είχα σπουδάσει κυρίως γεωγραφία, ιστορία, αριθμητική και γραμματική και είπα -λίγο κακόκεφα- στο ανθρωπάκι ότι δεν ήξερα να ζωγραφίζω. Μου απάντησε: «Δεν πειράζει. Ζωγράφισε μου ένα αρνάκι».

Ζαν Πωλ Σαρτρ - Η αξιοσέβαστη πόρνη


Ζαν Πωλ Σαρτρ - Η αξιοσέβαστη πόρνη

ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Η Αξιοσέβαστη Πόρνη είναι ένα σύντομο θεατρικό έργο του Jean-Paul Sartre γραμμένο το 1946. Παρουσιάζει την ιστορία μιας πόρνης, σε μια ανήσυχη περίοδο της αμερικανικής ιστορίας, μια εποχή έντονων φυλετικών διακρίσεων. Το μονόπρακτο πραγματεύεται την απώλεια της ελευθερίας μέσα σε έναν σκληρό κόσμο, ένα θέμα που κυριαρχεί στη λογοτεχνική σταδιοδρομία του Sartre.




Ζαν Πωλ Σαρτρ - Η αξιοσέβαστη πόρνη






Ζαν Πωλ Σαρτρ: Η αξιοσέβαστη πόρνη – Διαβάστε το
 


Ο Ζαν-Πωλ Σαρτρ γεννήθηκε στο Παρίσι την 21η Ιουνίου 1905. Σε ηλικία δύο μόλις ετών έμεινε ορφανός από πατέρα. Μεγάλωσε με τις φροντίδες της μητέρας του και του παππού του Καρλ Σβάιτσερ της γνωστής αλσατικής οικογένειας του "ιατροφιλόσοφου" της ζούγκλας" Άλμπερτ Σβάιτσερ. Σπούδασε σε διάφορα λύκεια της Γαλλίας και αργότερα στην Παιδαγωγική Ακαδημία του Παρισιού. Διορίσθηκε καθηγητής της φιλοσοφίας σε διάφορες πόλεις. Φιλόσοφος, μυθιστοριογράφος, θεατρικός συγγραφέας, ο Ζαν-Πωλ Σαρτρ υπήρξε μια από τις μείζονες πνευματικές φυσιογνωμίες του 20ου αιώνα και ο διασημότερος εκπρόσωπος του Υπαρξισμού στη Γαλλία. Το έργο του αλλά και η σθεναρή πολιτική του στράτευση επηρέασαν βαθύτατα μια ολόκληρη γενιά στοχαστών, από τον Ντελέζ ως τον Αλαίν Μπαντιού, για τους οποίους, όπως οι ίδιοι το ομολόγησαν, ο Σάρτρ είχε παίξει το ρόλο ενός σωκρατικού προτύπου, που εξακολουθεί να εμπνέει καινούργιες γενιές αναγνωστών. Τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1964.

Ο Ζαν-Πωλ
Σαρτρ γεννήθηκε στο Παρίσι την 21η Ιουνίου 1905. Σε ηλικία δύο μόλις ετών έμεινε
ορφανός από πατέρα. Μεγάλωσε με τις φροντίδες της μητέρας του και του παππού του
Καρλ Σβάιτσερ της γνωστής αλσατικής οικογένειας του "ιατροφιλόσοφου" της
ζούγκλας" Άλμπερτ Σβάιτσερ. Σπούδασε σε διάφορα λύκεια της Γαλλίας και αργότερα
στην Παιδαγωγική Ακαδημία του Παρισιού. Διορίσθηκε καθηγητής της φιλοσοφίας σε
διάφορες πόλεις. Φιλόσοφος, μυθιστοριογράφος, θεατρικός συγγραφέας, ο Ζαν-Πωλ
Σαρτρ υπήρξε μια από τις μείζονες πνευματικές φυσιογνωμίες του 20ου αιώνα και ο
διασημότερος εκπρόσωπος του Υπαρξισμού στη Γαλλία. Το έργο του αλλά και η
σθεναρή πολιτική του στράτευση επηρέασαν βαθύτατα μια ολόκληρη γενιά στοχαστών,
από τον Ντελέζ ως τον Αλαίν Μπαντιού, για τους οποίους, όπως οι ίδιοι το
ομολόγησαν, ο Σάρτρ είχε παίξει το ρόλο ενός σωκρατικού προτύπου, που
εξακολουθεί να εμπνέει καινούργιες γενιές αναγνωστών. Τιμήθηκε με το βραβείο
Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1964.





Sartr - Η αξιοσέβαστος πόρνη (Πολιτικό Καφενείο)

Έρνεστ Χεμινγουέη - Ο ήλιος ανατέλλει ξανά


Έρνεστ Χεμινγουέη - Ο ήλιος ανατέλλει ξανά

ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ


ρόσωπα δυστυχισμένα, εκπατρισμένα, ανέστια, χωρίς ή με διαλυμένες οικογένειες, ρεμάλια, αφημένα στη μανιακή κυριαρχία του σεξ - μιλούν αντί να εργάζονται - μπεκροπίνουν ολημερίς στα μπαρ, στις ταβέρνες, στο ταξίδι - δέρνονται από ζηλοτυπία -ξαναφιλιώνουν - η αηδία, το βουβό δράμα, το τέλμα… Και οι ταυρομαχίες, ένας ολάκερος λαός - ένας όχλος που παραληρεί σε μια εφταήμερη ξέφρενη φιέστα, μεθυσμένος αδιάκοπα από το κρασί και το πάθος - άνθρωποι που ποδοπατιούνται και ξεκοιλιάζονται από τους μελλοθάνατους ταύρους, καθώς τους συνοδεύουν κοπαδιαστά στις αρένες, με αποκορύφωμα τη σαδιστικά τελετουργική θανάτωση του ζώου από τον ταυρομάχο σ ένα συγκλονιστικό και αποτροπιαστικό παιχνίδι του θανάτου...





Έρνεστ Χεμινγουέη - Ο ήλιος ανατέλλει ξανά






Έρνεστ Χεμινγουέη: Ο ήλιος ανατέλλει ξανά – Διαβάστε το
 




Ο Αμερικανός συγγραφέας Ernest Hemingway ήταν γιος γιατρού με πνευματικά ενδιαφέροντα. Πέρασε τα παιδικά και νεανικά του χρόνια στα περίχωρα του Σικάγου, με αλησμόνητες διακοπές στα δάση του Μίτσιγκαν, όπου κατοικούσαν ακόμη Ερυθρόδερμοι. Ξεκίνησε σαν δημοσιογράφος. Πολέμησε στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο και ήταν ανταποκριτής οτον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο. Ταξίδεψε πολύ, ιδίως στην Αφρική. Αυτοκτόνησε, αφήνοντας πολύ μεγάλο έργο για το οποίο τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ. Μερικά έργα του: «Ανοιξιάτικοι χείμαρροι», «Ο ήλιος ανατέλλει ξανά», «Αποχαιρετισμός στα όπλα». «Για ποιον χτυπά η καμπάνα». «Τα χιόνια του Κιλιμάντζαρο» κλπ.

Το βιβλίο "Ο ήλιος ανατέλλει ξανά" καθιερώνει τον Hemingway ως αξιόλογο συγγραφέα και μας εισάγει στο κλασσικό, απέριττο ύφος του. Μέσα από τις σελίδες του ζωντανεύουν στιγμές από τη ζωή μιας παρέας "αυτοεξόριστων" στο Παρίσι, καθώς και προσωπικά βιώματα πάνω στα έργα και τις μέρες της γενιάς του, της "χαμένης γενιάς", όπως χαρακτηρίστηκε. Οι ήρωες του έργου, οι οποίοι έχουν βγει από το σφαγείο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου παραπαίουν ανάμεσα σε μνήμες, απωθημένα, διαψεύσεις ελπίδων, ζήλιες, αδιέξοδα. Μέσα σε ένα κλίμα φαινομενικής ανεμελιάς και ελευθερίας, ουσιαστικά ασφυκτιούν και αναζητούν διέξοδο στην κραιπάλη και στο ποτό...

Γιώργος Σουρής: Κυβέρνα / Τράπεζαι - Ισθμοί


Γιώργος Σουρής: Κυβέρνα / Τράπεζαι - Ισθμοί

Κυβέρνα
του Γεωργίου Σουρή (1853-1919)


Και τέλος πάντων την αρχή εσκέφθη να αφήσει
ο καπετάν Αλέξανδρος, κι επήγε στο Παλάτι,
μα έτυχε ο Βασιλεύς ολίγο ν΄ αρρωστήσει,
και νάναι για την τύχη του τρεις μέρες στο κρεβάτι.
Και έτσι ο Αλέξανδρος, απ΄ τα ψηλά πεσμένος,
χωρίς να θέλει κυβερνά με το στανιό το γένος.

Κυβέρνα το Ρωμαίικο και ώρα μην τ΄ αφήνεις!
αν έπεσαν επάνω σου σαν λυσσασμένοι σκύλοι,
κι ο Ξενουδάκης χάθηκε και ο Μωραϊτίνης,
ακόμη ας χαμογελούν τα όμορφά σου χείλη.
Ας μη σκεπάσουν σύννεφα πυκνά το κούτελό σου,
και η μαυρίλα ξαστεριά ας φαίνεται εμπρός σου.

Κι ο Βάλτος πάει, χάθηκε, μα και γι΄ αυτό μη σκάνεις,
η λύπη και το σοβαρό σε σένα δεν πηγαίνει,
εσύ ποτέ αγέλαστος στον κόσμο δεν εφάνης,
για σε ειρήνη, πόλεμος, το ίδιο δεν σημαίνει;
Μόνο με γέλιο κυβερνάς ως σήμερα το γένος,
και πάντα δείχνεις με αυτό πως είσαι χορτασμένος.
Σε άφησαν οι Θεσσαλοί κι οι Μπέηδες ακόμα..
Συ μόνος τους εχάρισες ελευθεριάς αέρα,
και όμως οι αχάριστοι πηγαίνουν μ΄ άλλο κόμμα,
και ξένη για γινάτι σου σηκώνουμε παντιέρα.
Σε τούτη την περίσταση εσάστισε ο νους σου,
και έχασες τα νούμερα και τους λογαριασμούς σου.

Αλλ΄ όμως αν σε άφησαν εις του λουτρού τα κρύα,
το ξάστερό σου κούτελο στιγμή ας μη θολώσει,
γιατί και η παγκόσμιος μας λέγει ιστορία,
πως έπαθαν χειρότερα της γης φωστήρες τόσοι.
Πόσοι και πόσοι τρόπαια δεν έκαμαν μεγάλα!
και όμως για ευχαριστώ τους έδωσαν κρεμάλα.

Τι κόσμος ασυνείδητος, αχάριστος και πλάνος!
Οι βασιλιάδες έξαφνα πεθαίνουν πεινασμένοι,
μια νύκτα ψαλιδίζεται αγέρωχος Σουλτάνος,
και μόνο με τον Κότταρη ο Κουμουνδούρος μένει.
Τέτοιος ο κόσμος πάντοτε θα είναι, όπως ήτο,
εκεί που σε πετροβολεί, σε παίρνει με τα ζήτω.

Κυβέρνα το Ρωμαίικο, Αλέξανδρε, ακόμα,
και ας μην έχεις σύμμαχο και φίλο ούτε ένα,
κι ας μένει για χατήρι σου κι ο βασιλιάς στο στρώμα.
Τόσα και τόσα χάσαμε, να χάσουμε και σένα;
Κάτου στου Βάλτου τα χωριά, τα πέντε βιλαέτια
φάτε και πιέτε, βρε παιδιά, πριν λείψουν τα ρουσφέτια.-

Από το περιοδικό Μη χάνεσαι, τόμος 3, αριθμός 257 (1882), σ. 5
********************************************
Τράπεζαι - Ισθμοί
του Γεωργίου Σουρή (1853-1919)


Εδώ Ισθμοί και Τράπεζαι εκεί Προνομιούχοι,
ιδού καινούρια δόκανα για την καημένη φτώχια!
εις το κυνήγι βγήκανε οι κλεφτοπαραδούχοι,
να μπλέξουν απονήρευτους στα μαγικά των βρόχια.
Κι εις όλους μας υπόσχονται χρυσούς αιώνας πάλι,
δουλειές με φούντες, πρόοδο, παρά με το τσουβάλι.

Μακριά οι απονήρευτοι από τους τραπεζίτας,
κάνουν πως τάχα μετοχές δεν θέλουν να σας δώσουν,
κι έπειτα λεν κρυφά κρυφά στους δούλους των μεσίτας
στο κλεφτο-Χαβιαρόχανο τα φόντα να υψώσουν.
Είναι τεχνίται έμπειροι εις το επάγγελμά των,
κι αν κλέβουν, μην πειράζεσθε, το έχει η δουλειά των.

Πώς θα κερδίσουν και αυτοί να περπατούν χορτάτοι,
νάχουν λακέδες, άλογα, αμάξια με κουδούνια,
να μπαίνει η κυρία των κι η κόρη στο Παλάτι;
πρέπει διπλά στα είκοσι να πάρουν μιλιούνια.
Και αν κλεψιά το κέρδος των ο άπειρος το κρίνει,
αλλά για κέρδος έντιμον το θεωρούν εκείνοι.
Μπορείς να είσαι έμπορος, χωρίς λεπτό να κλέβεις;
μπορείς να δώσεις χρήματα και τόκο να μην πάρεις;
μπορείς σε ζήτημα παρά το δίκιο να γυρεύεις;
θέλεις δεν θέλεις, γίνεσαι ολίγο κατεργάρης.
Έτσι κι αυτοί, αν κάμποσα πουγγιά δεν ελαφρύνουν,
πρέπει ν΄ αλλάξουνε δουλειά, ή ποιηταί να γίνουν.

Αμμέ αυτός ο στρατηγός, που ήλθε εδώ πέρα
για να μας κόψει τον Ισθμό, αλλά με χέρια άδεια,
και όλη μας η υψηλή τον υπεδέχθη σφαίρα
με γέλια, με συμπόσια, χορούς, προπόσεις, χάδια;
Και τούτος δεν σας φαίνεται πως ξέρει τη δουλειά του
καλύτερα και απ΄ αυτούς, που τρέχουνε κοντά του;

Ε! τι να κάμει και ο Τουρ! θέλει κι αυτός να φάγει,
κι αφού με τη στρατηγική δεν μπόρεσε να ζήσει,
μες στης Κορίνθου βούτηξε τα γαλανά πελάγη
με την ελπίδα βέβαια πως κάτι θα κολλήσει.
Και τώρα να του λύσετε, φωνάζει, τα πουγγιά σας,
αλλιώς μονάχος δεν μπορεί να σμίξει τας θαλάσσας.

Λοιπόν σφικτά κρατήσετε την έρημή σας τσέπη,
και έχετε να κάμετε μ΄ ανθρώπους ένα κι ένα,
που τη δουλειά τους έμαθαν να κάνουν όπως πρέπει,
και σαν και σας δεν παίζουνε στης τύχης τα γραμμένα.
Ας βρουν κλειστή την κλειδαριά της φτωχικής σας κάσας,
να δουν και σεις πως ξέρετε λιγάκι τη δουλειά σας.-

Από το περιοδικό Μη χάνεσαι, τόμος 3, αριθμός 286 (1882), σ. 7.

Γιώργος Σουρής: Εκλογείς και υποψήφιοι


Γιώργος Σουρής: Εκλογείς και υποψήφιοι


του Γεωργίου Σουρή (1853-1919)


Ανοίγει ένα κι άλλο βουλευτικό παλάτι,
και τόσων δεσποινίδων χεράκια τρυφερά
την λερωμένη σφίγγουν χερούκλα του χωριάτη,
και στο χαλί πατούνε ποδάρια βρομερά.
Μην κάθεσθε απ΄ έξω, στη σάλα μας ορίστε,
μη στέκεσθε ολόρθος, στον καναπέ καθίστε.

Τι κάνει ο κουμπάρος; ρωτούνε στα σαλόνια,
μα έξαφνα τους λένε οι φίλοι του χωριάτες
πως ο πτωχός κουμπάρος εδώ και τρία χρόνια
τον ύπνον των δικαίων στα μνήματα κοιμάται.
Καλέ αλήθεια λέτε πως πέθαν΄ ο καημένος;
Μα τι χρυσός κουμπάρος, και νάναι πεθαμένος!

Τι κάνει η κουμπάρα; ο ψυχογιός τι κάνει;
κι ο Κωνσταντής ο βλάμης δουλεύει με το κάρρο;
― Αμμί κι αυτός ο μαύρος κοντεύει ν΄ αποθάνει,
και γρήγορα θα πάει να εύρει τον κουμπάρο!

― Μωρέ κι αυτός πεθαίνει; μου έρχεται να σκάσω...
ακούς εκεί δυο ψήφους εις το χωριό να χάσω!

Οι υποψήφιοί μας με τόση προθυμία
για μας τους εκλογείς τους φροντίζουνε να μάθουν·
πω! πω! και αν ερχόταν καμιά επιδημία,
τι συμφορά μεγάλη ηθέλανε να πάθουν!
Να χάσουν τόσους ψήφους σε τούτη τη στιγμή;
τι θάνατος για τούτους και πόσοι στεναγμοί!

Φθάνει να είσαι μόνο δημότης περασμένος,
και αν πεθάνεις δίχως κανένας να σε κλάψει,
ο υποψήφιός σου θα κλάψει ο καημένος,
και μια νεκρολογία ίσως για σένα γράψει.
Και τι τιμή μεγάλη και ύψος μεγαλείου
τα δάκρυα να έχεις ενός υποψηφίου!

Ω εκλογείς δημόται, αν θέλετε τωόντι
μεγάλη να ιδείτε την κλασική σας γη,
μη σας πονέσει τώρα ούτ΄ ένα μόνο δόντι
προτού να τελειώσει η νέα εκλογή.
Φορέσετε φανέλλες και μάλλινα τσουράπια,
και τρώγετε ακόμη και του σιδήρου χάπια.

Με γούνες και ταμπάρα στους δρόμους περπατείτε,
για τη ζωή σας τώρα μεγάλη προσοχή,
σόμπες, φωτιές στα σπίτια ωσότου να καείτε,
μακριά από το κρύο, τη λάσπη, τη βροχή.
Φαγί, κρασί και γλέντι, αυτά τα τρία μόνο,
και ο Μπουρδούσης τώρα αξίζει ένα θρόνο.

Και άμα βασιλέψει της εκλογής η μέρα,
και δούμε τους καινούργιους αντιπροσώπους, τότε
πηγαίνετε, αν θέτε, στα Θυμαράκια πέρα,
ν΄ αναπαυθείτε λίγο, καλοί μου συνδημόται.
Ούτε λεπτό πια ένα θ΄ αξίζει η ζωή σας,
και ούτε θα σας κλαίει ο νέος βουλευτής σας.

Στους τάφους σας μονάχα η δόξα θα κατέβει,
τις νίκες μας να ψάλλει, την Πούντα και την Πόλη,
και γύρω σας μαρούλια και σκόρδα θα φυτεύει,
να τρώτε κάπου κάπου σ΄ αυτό το περιβόλι.
Και ίσως σας τρομάξει καμιά φορά στο μνήμα
ο λόγος του Δε Κάστρου απ΄ της βουλής το βήμα.-


Από το περιοδικό Μη χάνεσαι, τόμος 2, αριθμός 229 (1881), σ. 5.

Γιώργος Σουρής: Φασουλής και Περικλέτος, ο καθένας νέτος σκέτος


Γιώργος Σουρής: Φασουλής και Περικλέτος, ο καθένας νέτος σκέτος

του Γεωργίου Σουρή (1853-1919)

Φ. – Εδόξασα τον Θοδωρή, τον γέρο παππουλάκο,
που δέκατό του βάπτισε τον κύριο Κυριάκο.
Πάλιν εμεγαλύνθησαν τα κατορθώματά του
σαν έβαλε τον Λυγινό στη θέση του δεκάτου.
Συνδυασμοί συνδυασμών... ψυχρός μη μένεις λίθος,
Λεβίδης και Κορδόναρος παλεύουν στήθος στήθος.
Λεβίδης και Κορδόναρος... μην κάθεσαι στο στρώμα,
ο Θοδωρής τον έκανε κι ο Νικολής ακόμα.

Λάμπουν τα χιόνια στα βουνά,
καθένας τουρτουρίζει,
κι ο Νικολής, τεμπελχανά,
κι εδώ κι εκεί γυρίζει.

Φτερώνουν τις πατούνες των χορεύτριες τσακίστρες,
λάμπουν τα χιόνια στα βουνά και βγάζομε χιονίστρες,
κι ακούραστος ο Νικολής,
πρώην του γέρου προσφιλής,
γυρνά στις έξω τις μεριές
και δώστου κάνει κουμπαριές.

Τ΄ απόσκι΄ απόσκια περπατεί,
τ΄ απόζερβα πηγαίνει,
ψήφους κουμπάρων του ζητεί,
σε σπίτια μπαινοβγαίνει.

Καλώς τον Νικολάκη μας, καλώς τον Νικολή μας,
που πάλι καταδέχεται να μπει μες στην αυλή μας.
Πώς ήταν τούτο το καλό κι επήρες παγανιά
τις περασμένες κουμπαριές μ΄ αυτήν την παγωνιά;

Κάτσε και θα τους κόψομε, κυρ Νικολή, τον βήχα,
κάτσε και για την όρεξη να πιεις καμιά μαστίχα,
και στις μπαρμπέτες του παππού να μην αφήσεις τρίχα.

Φαντάσου, φίλε μασκαρά,
να πέφτ΄ η κόρη του Βορρά,
και συ να τρέχεις – πω! πω! πω!
στο Σάλεσι, στον Ωρωπό,
στα Σπάτα, στο Μενίδι...
χαρά στον τον Λεβίδη.

Έρχεται κι ο Καρνάβαλος να δώσει και να πάρει,
συνδυασμών συνδυασμοί,
παροξυσμών παροξυσμοί,
κουμπάρες και κουμπάροι.

Δόξα σ΄ εκείνους, πούκαναν τον Ντεληγιαννικό,
σ΄ εκείνους, που θα κάνουνε τον Θεοτοκικό,
σ΄ εμάς, που θα ψηφίσομε και τρίτο λαϊκό.

Π. – Τι κάθεσαι και τσαμπουνάς και τον καιρό σου χάνεις;...
σκάσε, δεν είσαι ποιητής... το γράφει κι ο κυρ Γιάννης,
που στέλλει, δόλιε Φασουλή, μέσ’ από τα Παρίσια
σε συμμορίες μαλλιαρών διπλώματα περίσσια
γλωσσολογίας, κριτικής, σοφίας και ποιήσεως,
και γλωσσολόγος έγινε και κριτικός εκ φύσεως.

Δεν ξέρεις πώς εχάρηκα σαν είδα, μπεχλιβάνη,
την ρομπατσίνα την γερή του Γάλλου του κυρ Γιάννη.
Και ποιος αλήθεια με χαρά και γέλια δεν θ΄ ακούσει
πως βάλθηκε κι ο Γιαννακός πατόκορφα να λούσει
τον Φασουλή τον μασκαρά, το πρόστυχο μυαλό,
του κάρρου το περίτριμμα, τον τρελλο-Νικολό;
Δεν ξέρεις πώς εχάρηκα γι΄ αυτήν την ρομπατσίνα.

Φ. – Αλήθεια πώς δεν έπεισε κι ο Κόντες τον Ρετσίνα
συνδυασμό, βρε Περικλή, στον Πειραιά να κάνει;

Π. – Δεν ξέρεις πώς μ΄ ελάφρωσαν τα λόγια του κυρ Γιάννη.

Φ. – Και πάλι με τας εκλογάς ο Κόντες μας δεν φλέγεται

κι ούτε καρφί του καίγεται.
Στων εκλογών την κάμινον
νομίζει πάντων άμεινον
να κάθεται σπιτάκι του,
να δένει το μπατζάκι του,
και να κοιτά το τζάκι του.

Σήκω, Κορφιάτη τσελεπή,
και κοίτα τον Λεβίδη
πώς πάει μες στο Κορωπί,
πώς πάει στο Μενίδι.

Πάλι μας τόστρωσες βαριά,
σήκω μες στην αντάρα
να κάνεις έξω στα χωριά
και συ καμιά κουμπάρα.

Π. – Σκάσε, δεν είσαι ποιητής, προστυχομαθημένε,
κι ο κυρ Γιαννάκης τόγραψε, κι οι μαλλιαροί το λένε.
Χίλιες φορές σου τόλεγα στον καφενέ, τεμπέλη,
για το καλό σου να γενείς του μαλλιαρού κοπέλι.
Χίλιες φορές σου φώναξα στου βίου τον αγώνα
για το καλό σου Παρθενό να λες τον Παρθενώνα,
κι ο Βασιλιάς πως έπρεπε να γίνει Βασιλές,
μα και την υπερέτρια ΄περέτρα να την λες.

Χίλιες φορές σου τάλεγα, κι αν άκουγες εμένα
σαν φρόνιμος αληθινός,
ο Γιάννος ο Παρισινός
με δίπλωμα ποιητικό θα τύλιγε και σένα,
και σ΄ όποια πάγκα πήγαινες το δίπλωμα να δείξεις
μπορούσες όσες ήθελες χιλιάδες να τραβήξεις.

Εκείνο του το δίπλωμα θάταν ως είδος τσέκι,
μα συ ποτέ δεν άκουσες τα λόγια μου, ζευζέκη.
Δεν βλέπεις, βρε, τους μαλλιαρούς πώς πλούτισαν και τούτοι
μόνο με τα διπλώματα του Πάπα των, τσιφούτη;

Γι΄ αυτό δεν καταδέχονται στα βιβλιοπωλεία
να πουληθούν της μαλλιαρής μαλάκας τα βιβλία,
και χρήσις των δεν γίνεται μήτε στ΄ αφοδευτήρια,
κι ούτε του πλήθους δέχονται κοινά συγχαρητήρια.

Εδώ στον τόπο των Ρωμηών, που μπρος σε κάθε μάνδρα
κοιτάζεις κι έναν κριτικό και γλωσσολόγον άνδρα,
που με γλωσσολογήματα κάθε μυαλό γανώνεται,
κι ως γλωσσολόγος εμβριθής δικαίως στεφανώνεται
καθένας μπαμπακόσπορος και φραγκολεβαντίνος,
δεν μπόρεσες ν΄ ανυψωθείς μονάχα συ το κτήνος.

Φ. –
Ξύπνα, Κόντε, ρόλο παίξε,
σήκω δράσε, σήκω τρέξε.
Μες στην κοσμοχαλασιά
συ γυρεύεις ζεστασιά,
κορτετζάρεις την θερμάστρα,
κι ο Λεβίδης, σεβνταλή,
για το κόμμα πιλαλεί
με τον ήλιο και με τ΄ άστρα.

Άκου των φίλων την κραυγή
και ξύπνα, χασομέρη,
πριν πάρ΄ η δόλια χαραυγή,
το δόλιο μεσημέρι.

Κουνήσου τούτη τη φορά κι άκουσε τι σου λένε,
τουλάχιστον στον Πειραιά να ξαναπάς, καημένε.
Μην είσαι τόσο ντροπαλός, μην κάνεις σαν κορίτσι,
και με σκεπάσματα πολλά
σύρε να βρεις τον Δαμαλά,
να βρεις και τον Σκυλίτση.

Π. – Τι καλά που σου τα λέει κι ο κυρ Ζαν ο φαλακρός,
μέσα στους μεγάλους νούδες νους απέμεινες μικρός.
Κι όπως γράφει κι ο κυρ Γιάννης έχεις μιαν αναμελιά
και ζωώδη τεμπελιά,
που σου πρέπει, βρε τσολιά,
μία περικεφαλιά.

Σούπα: τους ρυθμούς παραίτα των πεζών των αναπαίστων
και τον Μυστικό τον Δείπνο Μυστικό Τσουμπούσι πες τον,
κι άιντε τόκα, κυρ Ιούδα, κι άιντε το κρασί να τρέξει,
και σπληνάντερο να φάμε κι ωχ! αμάν, Χριστέ, κι ας φέξει.

Συ δεν δίνεις μια πεντάρα
για της γλώσσας την αντάρα,
κι ενώ βλέπεις τον κυρ Γιάννη στο Παρί ν΄ αγκομαχά
με τη γλώσσα, δεν σε μέλει,
και φροντίζεις μοναχά πώς να βγάζεις το καρβέλι.

Φ. –
Κορφιάτη μου, μην το κουνείς,
και φίλος ας μη βγει κανείς.
Κοιμήσου, χαϊδεμένε μου, κι η μοίρα σου δουλεύει,
κι υποψηφίους βουλευτάς ο Νικολής χαλεύει.

Ο κύριος Πρωθυπουργός, ο γίγας των γιγάντων,
μετά πολλά τον δέκατον τον βρήκε τέλος πάντων,
και τώρ΄ ακούς εδώ κι εκεί
να σκούζουν οι Κορδονικοί
πως ο Λεβίδης ο πιστός, ο Σύμβουλος ο τέως,
θα μείνει στον συνδυασμό πρώτος και τελευταίος.

Ροδίζει στην Ανατολή,
στην Πίνδο ξημερώνει,
και μ΄ έν΄ αντάμειψε φιλί
του κόμματος τον Νικολή,
που θαύματα σκαρώνει.

Π. – Των μαλλιαρών η γλώσσα δεν σε γεμίζει πάθος,
εσύ δεν έχεις ύψος, εσύ δεν έχεις βάθος.
Συ μόνο με τον όχλο πηγαίνεις πλάι πλάι,
δεν ξέρεις την Μιράντα, μήτε την Λορελάυ,
τ’ ανάερα μαγνάδια,
τα σύγκρυα σκοτάδια,
και τ΄ άλλο, βρε μαγκούφη,
που δεν τα νιώθουν μπούφοι.

Συ Πήγασο δεν έχεις με σέλα και καπίστρι,
μήτε φτερό για πένα,
κι ανάερης μουλάρας δεν σε κεντρίζουν οίστροι,
που κάνουν τον καθένα
μεγάλο γλωσσολόγο και ποιητή τρανό
σαν τον Μυριανθούση και τον Μελαχρινό.

Εσύ τις αναγούλες δεν ψάλλεις τις ψηλές,
μόνο τις χαμηλές.
Εσένα, βρε, σε νιώθει κι ο γύφτος κι ο μανάβης,
μα τούτοι προστυχιάζουν όταν τους καταλάβεις.

Εσύ δεν είσαι ποιητής ασύλληφτης ιδέας,
είσαι το κατακάθισμα της φάρας της χυδαίας.
Δεν είσαι Μούσας γέννημα λεφτό και ντιλικάτο
κι η Μούσα με το μούσι σου βρωμίζει και μολύνεται,
δεν είσαι σαν τους μαλλιαρούς πηγάδι δίχως πάτο,
σκουληκομυρμηγκότρυπα και γρίφος που δεν λύνεται.

Φ. – Ο χορός των Ανιάτων τι περίφημος τωόντι,
Περικλέτο μπαγαμπόντη.
Με θερμάς ευχαριστήσεις απονέμω και μυρίας
προς τας ευγενείς κυρίας,
που για τ΄ Άσυλα φροντίζουν με πολλήν επιμελειά
και για τέτοια βάζουν πάντα στους μεγάλους τα γυαλιά.

Τι να κόψω, τι να ράψω;
πώς να σου τον περιγράψω;
Ήταν κι η κυρία Χι,
Περικλέτο δυστυχή,
κι ήταν κι η κυρία Χε,
λίαν μαλλιαρή, φτωχέ.

Κι είδα τριγύρω μερικούς, που πάσχουν για το κράτος,
την νόσον της ρητορικής νοσούντας ανιάτως.
Κι είδα να πάσχουν μερικοί στην δράσιν της νεότητος
την νόσον την ανίατον της υποψηφιότητος.

Κι είδα μπροστά σακάτηδες και τόσους αναπήρους,
κι υποψηφίους βουλευτάς με λόγους διαπύρους
να προφητεύουν όλοι των ανίατον υγείαν
εις των Ρωμηών την μέλλουσαν νεφελοκοκκυγίαν.

Είδα και πάλιν απαθώς τα πάθη των ανθρώπων,
που καταντούν ανίατα μες στων Ρωμηών τον τόπον,
κι άκουσα ψόφον, Περικλή, πασχόντων υποχθόνιον,
μα και το παραλήρημα των μαλλιαρών το χρόνιον.

Π. – Κλείνει μπρος σου της σοφίας ο μυστηριώδης οίκος...
μη σιμώνεις εκεί πέρα, μην κτυπάς την πόρτ΄ αγροίκως.
Ο μεγάλος δάσκαλός μας, ο κυρ Γιάννης, είναι μέσα,
πούμαθε τα γλωσσικά
και τα κορακιστικά,
καθώς γράφει μοναχός του, πρώτα πρώτα στην Οντέσσα,
και κατόπις, Φασουλή, μες στην Πόλη με δυο δούλες,
την Σοφιά, την Αθηνιά, φαμ ντε λεττρ και νοστιμούλες.

Ο κυρ Γιάννης είναι μέσα, γλωσσολόγος, γλωσσοτρίπτης,
γλωσσοκόπος, γλωσσοτρόφος, γλωσσοτόμος, γλωσσογλύπτης,
γλώσσασπις, γλωσσηματίας, γλωσσογάστωρ, γλωσσοπλάστης,
γλωσσοδαίδαλος, γλωσσώδης, γλωσσοκλώστης, γλωσσοκλάστης.

Μη στων Μουσών το τέμενος κτυπάς, ντεληφυσέκη,
κι ο Γιάννης μέσα στέκει,
Γιάννης ο γλωσσοκάτοχος, ο γλωσσοβαρυμπόμπης,
Γιάννης γλωσσοπυρσόμορφος και γλωσσοκηλοκόμπης.

Φ. – Ελύσσαξες, παλιάνθρωπε, με τούτον τον κυρ Γιάννη...
στων Ανιάτων τον χορό δεν πήγες; πώς σου φάνη;
Τι κρύες εκλογές κι αυτές!... πού καιομένη βάτος;
μόν΄ ο χορός απέμεινε παρηγοριά στο κράτος.

Μ΄ ευρώστους και με πάσχοντας πήδα λοιπόν, αδρέφι,
και κάτω στην Ανατολή
το κιάλι του μουστακαλή
δεν διακρίνει νέφη.

Μόν΄ ο χορός απέμεινε του κράτους ευθυμία,
κι ο Γουναράκης βεβαιοί πως μέσα στα ταμεία
δεν ήταν τέτοια ποντικών χορευτική πληθώρα
καμιά φορά σαν τώρα.

Π. – Απ΄ το Πανεπιστήμιο περνούσα χθες το βράδυ
κι ο Κοραής εγυάλιζε στης νύκτας το σκοτάδι.
Κι εγώ τον επλησίασα και τούπα: πατριώτη,
ο Γιάννης ο Παρισινός σε λέει βλάκα Χιώτη.

Απέδειξε του Παρισιού το διαβολο-Χιωτάκι
πως ήσουν φούσκα μοναχά κι από μυαλό κουκούτσι,
πως όλες σου τις έγδοσες τις έκανε χαντάκι,
και σένα σε ρεζίλεψε και σ΄ έκανε παπούτσι.
Εσύ για γλώσσα τίποτις δεν σκάμπαζες ποτέ
κι αδίκως σούχουν προτομή μαρμάρινη, κουτέ.

Κι ο Κοραής μ΄ εφώναξε και μούπε: στραβοκάνη,
εκ μέρους μου παρακαλώ να γράψεις του κυρ Γιάννη
να πάρει τα μαγνάδια του και τη γραμματική του
και στη δική μου προτομή να βάλει τη δική του.

Φ. – Πω! πω! τι κρύες εκλογές του ψωροβασιλείου...
πλην εύγε και στον Κόκκινον, τον Δήμαρχον Ναυπλίου,
που μόνος υποψήφιον εκθέτει βουλευτήν
Στάθην τον Γλυμενόπουλον, γενναίον δωρητήν.

Βλέπω παντού συνδυασμούς,
αλλά καμιά προσήλωσις,
κανένας λόγος για θεσμούς,
καμία διαδήλωσις.
Εγώ γι΄ αυτές τις εκλογές χαμπάρι δεν επήρα
κι επιθυμώ να βγάλουνε τον Μάτεση στη Σύρα.

Π. –
Βρε καλέ μας, βρε κακέ μας,
γλωσσοκάμπτη δάσκαλέ μας,
όχτρητα καμιά μην έχεις και μ΄ εμάς τους δύο τώρα,
και τον Φασουλή συχώρα
που σαν χάχας απορεί
πώς σ΄ αρέσ΄ η μαλλιαρή.

Κάνε ποιητή και τούτον σαν τους άλλους ποιητάδες,
κάνε τον και γλωσσολόγο σαν τους δημοτικιστάδες.
Σαν δεν είναι ποιητής πώς θα βγάλει το ψωμί του;
πώς κοντά σου μια φορά θα στηθεί κι η προτομή του;

Δάσκαλε του Παρισιού, που παραγνωρίζεσαι,
λάβε και γι΄ αυτόν πιτιέ, μην τον συνερίζεσαι.
Δώστου, δάσκαλε, δυο κόκκους της δικής σου της σοφιάς,
δώσε και σ΄ αυτόν ορπίδα πως θα γένει συγγραφιάς,
να σε φκαριστώ κι εγώ, γλωσσομάχος Αρλεκίνος,
να σε φκαριστεί κι εκείνος,
κι όλο να παραληρεί
για τη δόλια μαλλιαρή.

Φ. – Θεός σχωρέσ΄ τους μαλλιαρούς... έλα και δώσμου ξύλο...
τι κρύες εκλογές! πω! πω!...
γι΄ αυτές δεν έχω τι να πω,
κι αν έλειπαν κι οι μαλλιαροί δεν θάβγαινε το φύλλο.-

Από την έμμετρη εφημερίδα Ο Ρωμηός, φύλλο 877 (29 Ιανουαρίου 1905), σ. 1-4.

Γεώργιος Σουρής – Πέντε ποιήματα πολιτικού σχολιασμού από το Μη Χάνεσαι
Πριν αρχίσει να γράφει και να εκδίδει ολομόναχος τον Ρωμηό, εγχείρημα μοναδικό στα χρονικά, αφού διάρκεσε 35 χρόνια, ο Γεώργιος Σουρής συνεργαζόταν με άλλα έντυπα και κυρίως την πολιτικοσατιρική εφημερίδα Μη Χάνεσαι, την οποία εξέδιδε ο Βλάσης Γαβριηλίδης (Μετά την 1η Νοεμβρίου 1883, το Μη Χάνεσαι μετονομάστηκε σε Ακρόπολις και έγινε κανονική πολιτική εφημερίδα που άφησε εποχή στον ελληνικό τύπο).
Στα τρία χρόνια κυκλοφορίας του Μη Χάνεσαι, ο Σουρής έδωσε εκατοντάδες συνεργασίες, περίπου μία κάθε δύο τεύχη. Στις περισσότερες, υπογράφει με το διάφανο ψευδώνυμο Souris (λογοπαίγνιο, διότι στα γαλλικά souris είναι το ποντίκι). Μόνο τον τελευταίο χρόνο του Μη Χάνεσαι βρίσκει κανείς και μερικές συνεργασίες με την υπογραφή Σουρής. Βέβαια, από την άνοιξη του 1883 ο Σουρής αρχίζει να εκδίδει τον Ρωμηό.
Από τις 240 περίπου συνεργασίες του Σουρή με το Μη Χάνεσαι, ο φίλτατος Σφραγιδονυχαργοκομήτης διάλεξε πέντε που σας τα παρουσιάζω εδώ:

Τω βασιλεί

του Γεωργίου Σουρή (1853-1919)


Κι εγώ, Μεγαλειότατε, ποσώς δεν αμφιβάλλω,
πως στο ταξίδι σας αυτό περάσατε καλά,
και κρίμα που δεν βρέθηκα κι εγώ εκεί να ψάλλω,
και να φωνάξω Ζήτω μας και τράλαλαλαλά.
Αλλ΄ όμως οι ελεύθεροι εμείς από δω πέρα
με το μυαλό πετούσαμε κοντά σας κάθε μέρα.

Οι νέοι σας Επίτροποι με τόση καλοσύνη
κάθε ημέρα έγραφαν εις τις εφημερίδες,
πού σήμερα ή αύριον ο βασιλεύς θα μείνει,
αν έφαγε με όρεξη και τι λογιών μερίδες.
Σε τίνος μέσα κάθησε Πασά αρχοντικό,
κι αν ύπνο εκοιμήθηκε εκεί βασιλικό.

Με τούτα οι Επίτροποι μας σύχαζαν κομμάτι,
κι εμείς σαν εμαθαίναμε πως είσθε υγιής,
το ρίχναμε εις το φαγί, στον ύπνο, στο ραχάτι,
κι εις κάθε μια απόλαυση λεβέντικης ζωής.
Και μόλις ύπνος ήσυχος μάς έκλεινε τα μάτια,
καβάλα σας εβλέπαμε σε αφρισμένα άτια.

Εβλέπαμε τριγύρω σας Τούρκους, Ρωμιούς, Ραββίνους,
να βγάζουνε στο διάβα σας ως κάτω τα καπέλα,
και καθαρά ακούαμε τους λόγους των εκείνους,
που μέσα εις τον ύπνο μας μάς ήρχετο σαν τρέλα.
Κι εγώ μια νύκτα ξύπνησα κι απ΄ την πολλή χαρά
απ΄ το κρεβάτι πήδησα και φώναξα «Ουρρά»!

Ω! πόσον είναι ευτυχής ο βασιλεύς εκείνος,
που δίχως βόλι γίνεται χωρών κατακτητής,
που με χαρά τον προσφωνεί ακόμη κι ο Ραββίνος,
και ο Χασάν ο Δήμαρχος, κι εγώ ο ποιητής!
Αυτά και άλλα έλεγα μονάχος μες στο νου μου,
κοιτάζοντας το κάντρο σας στον τοίχο του σπιτιού μου.

Κι εγώ, Μεγαλειότατε, σας έχω κρεμασμένο,
κι εγώ πολύ σας αγαπώ... ξέρω πως δεν σας μέλει,
αλλ΄ όμως στην αγάπη μου εγώ θα επιμείνω,
κι αν η Μεγαλειότης σας ακόμη δεν την θέλει.
Και αν εσείς δεν θέλετε και να σας χαιρετώ,
θα χαιρετώ το κάντρο σας, και είναι το αυτό.

Πόσες φορές να ξέρατε μες στη φτωχή μου σάλα
είχα τ΄ ωραίο κάντρο σας για μόνη συντροφιά,
πόσα γι΄ αυτό δεν έκαμα ποιήματα μεγάλα,
πόσες φορές του μίλησα για την αγιά Σοφιά!
Με συγχωρείτε, βασιλεύ, για το πολύ μου θάρρος,
είπα πολλά στο κάντρο σας, αλλ΄ όμως μη προς βάρος.

Ναι μεν, γνωρίζω έγκλημα φρικτόν πως θεωρείται
και με το κάντρο βασιλιά κουβέντα να κρατείς,
αλλά, Μεγαλειότατε, καλά συλλογισθείτε,
πως έχω το δυστύχημα να είμαι ποιητής.
Και ξέρετε, οι ποιηταί μιλούνε νύκτα μέρα
με ουρανούς, με ζωγραφιές, με κύματα, μ΄ αέρα.

Εγώ, Μεγαλειότατε, δεν είμαι δημοκράτης,
εμένα πάντα μ΄ άρεσε ο θρόνος και μ΄ αρέσει,
θέλω να είμαι ευγενής κι εγώ αριστοκράτης,
ή καν να έχω στην Αυλή αρχιμαγείρου θέση.
Δημοκρατίες μοναχά γυρεύουν οι κουτοί,
κι αν στέμμα τους επρόσφεραν, θα τόπαιρναν κι αυτοί.

Ως τώρα δεν εφθόνησα τη δόξα σας ποτέ μου,
και ούτε εις τον θρόνο σας επιθυμώ ν΄ ανέβω,
και θα με συγχωρήσετε, Μεγαλειότατέ μου,
αν κάποτε σαν άνθρωπος τον σκύλο σας ζηλεύω.
Ω! ας μου εχαρίζατε εκείνο το σκυλί,
κι ούτε Αυλάρχης ήθελα να ήμουν στην Αυλή.

Με λύπη μου σας βεβαιώ πως ο καλός σας σκύλος
σας αγαπά καλύτερα απ΄ όλη την Αυλή,
πως είναι ο πιστότερος κι ως σύμμαχος κι ως φίλος,
κι ας μη σας υποκλίνεται κι ας μη σας ομιλεί.
Χωρίς παράσημα φρουρεί ακοίμητος το στέμμα,
κι είναι ο μόνος Αυλικός οπού δεν λέγει ψέμα.

Ω! είθε σεις οι βασιλείς να είχατε συμβούλους
εκ της φυλής της Νέας Γης ή Οτεντόττων σκύλους,
και όχι τόσους κόλακας και παρασίτους δούλους,
που τους θαρρείτε μόνοι σεις του θρόνου σας τους στύλους.
Αλλά γιατί παραλαλώ για θρόνους και σκυλιά;
εγώ θα βάλω τάχα νου σε κάθε βασιλιά;

Και αν τα είπα όλ΄ αυτά, τα είπα για καλό σας,
και θεωρείτε πάντοτε τους στίχους μου αθώους,
και έπειτα δεν είμαι δα κι εγώ υπήκοός σας,
που θα σας κάμω μάλιστα και νέους υπηκόους;
Λοιπόν ωσάν υπήκοος νομίζω πως μπορώ
να εξοδεύω και για σας ολίγο μου καιρό.

Και τώρα πάλιν έρχεσθε στους πρώτους σας θαλάμους,
και πάλι στην πρωτεύουσα πατείτε την κλεινή,
να εορτάσετε εδώ τους ευτυχείς σας γάμους...
ω! τι παράτα, βασιλεύ, καινούργια θα γενεί!
Δεν έχει, θα το κάψουμε εφέτος χωρίς άλλο,
κι εγώ φωτιά στους στίχους μου για χάρη σας θα βάλω.

Αλλά, Μεγαλειότατε, ολόρθος σηκωθείτε,
και αετός δικέφαλος τριγύρω σας πετά·
και με τα δυο τα χέρια σας το στέμμα σας κρατείτε,
κι ο αετός τη λάμψη του αχόρταγα κοιτά.
Προσέξετε μην πέσετε στου αετού το νύχι,
και δεν θα σας γλυτώσουνε χίλιες χιλιάδες στίχοι.

Μη σας κοιμίζουν, βασιλεύ, με Ζήτω και παράτες,
και άμα ένας άξιος φανεί να βασιλεύει,
τότε μ΄ αγάπη άδολη θα βρει καρδιές γεμάτες,
και δημοκράτης να γενεί κανείς δεν θα γυρεύει.
Αυτά σας λέγω, βασιλεύ, και υπογεγραμμένος
μένω πιστός υπήκοος κατενθουσιασμένος.-


Από το περιοδικό Μη χάνεσαι, τόμος 2, αριθμός 204 (1881), σ. 4-5.

Γιώργος Σουρρής: Ο κύριος Πετσωματάς


Γιώργος Σουρρής: Ο κύριος Πετσωματάς

Το ποίημα αυτό του Σουρή ήρθε απρόσμενα στην ιστολογική επικαιρότητα πρόσφατα (Μάρτιος 2008), όταν ο φίλτατος Τιπούκειτος παρέθεσε το εξής έξοχο απόσπασμα από διάλεξη του Κωστή Παλαμά το 1890:
Ο πατριωτισμός είναι το ευγενέστερον των αισθημάτων, αλλά και το προχειρότερον εις εκμετάλλευσιν υπό των φωνασκών, των αγυρτών και των επιτηδείων παντός είδους. Εν τω καθ’ ημέραν βίω ο πατριωτισμός δύναται να χρησιμεύσει ως πρόσχημα προς θεραπείαν και των ιδιοτελεστέρων συμφερόντων· εν τή φιλολογία υπό την αιγίδα του συχνότατα κρύπτεται η στειρότης τού πνεύματος και πάσης φιλολογικής ιδιοφυΐας η έλλειψις. Ιδιαιτέρως παρ’ ημίν αμέσως από της συστάσεως του ελληνικού βασιλείου εδημιουργήθη παραλλήλως προς τους κλεινούς «πετσωματάδες» των επαναστατικών κινημάτων σχολή «πετσωματάδων» της ποιήσεως υπό χείμαρρον μεγαλοκόμπου φιλοπατρίας καλυπτόντων την ισχνότητα τών εννοιών και το χονδροειδές των αισθημάτων. Η φιλοπατρία όχι μόνον δεν προσθέτει τι, αλλά και ασχημίζει τους στίχους, Οσάκις λείπει εξ αυτών η τέχνη και η ποίησις, όπως και τα λόγια, χωρίς τα έργα, καθιστώσιν αφορήτους τούς τιτλοφορουμένους πατριώτας.

Οι «Πετσωματάδες» της ποίησης μού θύμισαν τον κύριο Πετσωματά της σάτιρας του Σουρή. Ωστόσο, δεν είναι ο Σουρής ο εισηγητής του όρου. Όπως πρόσθεσε στο δικό του ιστολόγιο ο Μανώλης Βασιλάκης (με τον οποίο έχω σε πολλά διαφωνήσει αλλά το συγκεκριμένο κείμενό του είναι απόλυτα εύστοχο), «πέτσωμα» ονομάζονταν οι χρηματικές παροχές της ελληνικής κυβέρνησης προς αντάρτικα σώματα στους ακήρυχτους πολέμους κατά της Τουρκίας από το 1867 και μετά, όρος που επεκτάθηκε και έφτασε να σημαίνει την προσφορά δημοσίου χρήματος για την παροχή αμφίβολων υπηρεσιών, κοινώς τον λουφέ. Πετσωματάς λοιπόν, αυτός που παίρνει πέτσωμα ή επιδιώκει να πάρει. (Ευλόγως η λέξη δεν υπάρχει στα σύγχρονα λεξικά).

Ευχαριστώ τον αγαπητό Σφραγιδονυχαργοκομήτη που, ανάμεσα σε χίλια άλλα τόσα, βρήκε χρόνο να ‘χτυπήσει’ το ποίημα. Η ορθογραφία έχει εκσυγχρονιστεί.

Ο κύριος Πετσωματάς

του Γεωργίου Σουρή

Ο κύριος Πετσωματάς, οπλαρχηγός ειρήνης,

στον τελευταίον πόλεμον χαλάσας τρεις καπότες,

φαγών ολίγα χρήματα της Εθνικής Αμύνης,

προ πάντων δε διακριθείς εις το σουφρώνειν κότες,

στους καφενέδες σκυθρωπός και μόνος επλανάτο,

και στα τραπέζια κάποτε ησύχως εκοιμάτο.

Και τότε ωνειρεύετο υπό πλατάνους δείπνα

με κότες δούλων αδελφών, με δάφνας και μυρσίνας,

αλλ΄ όταν εκ του ευτυχούς ληθάργου του εξύπνα,

μετά δακρύων έβλεπε πως είναι εις Αθήνας.

Και δίδων πέντε φάσκελα το έθνος κατηράτο,

και πάλιν εξεθύμωνε και πάλιν εκοιμάτο.

Εδίψα μάχας κι αίματα της εποχής εκείνης,

αλλά το έθνος δυστυχώς μετά μακρούς πολέμους

ετρύγα τους γλυκείς καρπούς της ποθητής ειρήνης,

μοιραίως πελαγοδρομούν στους τέσσαρας ανέμους.

Κι εκείνος εκινδύνευε της πείνας ν΄ αποθάνει,

κι εσκέπτετο νυχθημερόν τι διάβολο να κάνει.

Αλλ΄ ο Θεός, ο πώποτε πεινώντα μη αφίνων

ουδέ αυτά τα πετεινά, ως λέγουν, τ΄ ουρανού,

προ πάντων δε οιστρηλατών τους κλέπτας των Ελλήνων,

και του πτωχου Πετσωματά εφώτισε τον νου·

κι ως μόνην του ενέπνευσε παρήγορον ελπίδα

να βάλει κάλπην βουλευτού κι εκείνος στην πατρίδα.

Αυτό το πράγμα δύσκολον πολύ δεν του εφάνη…

εις την πατρίδα έχαιρεν υπόληψιν μεγάλην,

καθόσον ήτο γέννημα ενός αρχιτσοπάνη,

διακριθέντος άλλοτε στην Τουρκομάχον πάλην.

Αλλά κι αυτός ο ίδιος μετά τοσούτον χρόνον

συνέχισε τα τρόπαια των πατρικών αγώνων.

Λοιπόν;… της Κυβερνήσεως λαβών την συνδρομήν,

τα έξοδα της κάλπης του κι ολίγας παραινέσεις,

απήλθεν εις την πάτριον αναύλως προς τιμήν,

εις όλους υποσχόμενος διορισμούς και θέσεις.

Κι επέτυχεν;… επέτυχε και πρώτος παρ΄ ελπίδα,

και κάθε φίλος έβγαλε γι΄ αυτόν εφημερίδα.

Και από τότε δέχεται, χωρίς να δίδει, δώρα,

ελέγχει αδυσώπητος των υπουργών τας πράξεις,

φορεί και γάντια κάποτε και πάντοτε ως τώρα

εις της συμπολιτεύσεως ευρίσκεται τας τάξεις.

Και όταν πατριώτη του κανένα διορίζει,

το ήμισυ τουλάχιστον εκ του μισθού κερδίζει.

Ουδέ στο βήμα ομιλεί, αλλ΄ ούτ΄ ιδιαιτέρως,

και μόνον όταν πρόκειται γερόν να πέσει ξύλον,

τότε σηκώνετ΄ εν σπουδή κι ευθύς λαμβάνει μέρος,

διά τα δικαιώματα μαχόμενος των φίλων.

Εις πάσαν άλλην ήρεμον περίστασιν χαζεύει,

κι ηδυπαθώς τους ρώθωνας της μύτης του θωπεύει.

Κι εις τους χορούς του Παλατιού ως βουλευτής πηγαίνει,

αλλά τας συνηθείας του δεν λησμονεί τας πρώτας,

και πάντοτε του Παλατιού την σκάλαν κατεβαινει

μ΄ ολίγα κρύα λείψανα καλοψημένης κότας.

Τοιούτος αντιπρόσωπος πολύτιμος εφάνη

ο κύριος Πετσωματάς ο γόνος του τσοπάνη.-

Ημερολόγιον Σκόκου, Τόμος 1 (1886), σ. 39-41

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΓΕΩΡΓΙΟ ΣΟΥΡΗ


ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΓΕΩΡΓΙΟ ΣΟΥΡΗ

Το ΠΚ δημοσιεύει ένα Αφιέρωμα στο Γεώργιο Σουρή (2 Φεβρουαρίου 1853 - 26 Αυγούστου 1919) ο οποίος ήταν ένας από τους σπουδαιότερους σατιρικούς ποιητές της νεότερης Ελλάδας, έχοντας χαρακτηριστεί ως «σύγχρονος Αριστοφάνης». Στις 2 Απριλίου 1883 έβγαλε το πρώτο φύλλο του «Ρωμηού», που ήταν μια έμμετρη εβδομαδιαία σατιρική εφημερίδα. Τον Αύγουστο έδωσε εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο, αλλά κόπηκε «μετά πολλών επαίνων», όπως σατιρίζει, στη μετρική. Ο «Ρωμηός» κυκλοφόρησε ως το 1918, λίγο πριν το θάνατο του Σουρή, για 36 χρόνια και 8 μήνες, σε 1.444 συνολικά τεύχη. Το 1900, στο Δημοτικό Θέατρο των Αθηνών, παρουσιάστηκαν με επιτυχία οι «Νεφέλες» του Αριστοφάνους, σε έμμετρη απόδοσή του. Έγραψε και αρκετές έμμετρες κωμωδίες οι οποίες καυτηρίαζαν τα κακώς κείμενα της εποχής. (1ον ΜΕΡΟΣ)

Βιογραφικό

Γεννήθηκε τη 1η Φλεβάρη 1853 στην Ερμούπολη Σύρου. Τις γυμνασιακές σπουδές του τις τέλειωσε στην Αθήνα. Προοριζόμενος για τον ιερατικό κλάδο αναγκάστηκε να ξενιτευτεί, στα 17 του στο Ταϊγάνι της Ρωσίας, κοντά σ' ένα θείο του σιταρέμπορα για να εντρυφήσει στα μυστικά του ...εμπορίου. Όμως (ευτυχώς) αποδείχτηκεν ακατάλληλος μέσα στο δίμηνο κι επέστρεψεν άρον-άρον στη πρωτεύουσα, που εργάστηκε σαν αντιγραφέας συμβολαίων. Πήρε μέρος και σ' ερασιτεχνικές παραστάσεις, ενώ παράλληλα φοιτούσε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου.

Συνεργάστηκε με ποικίλα πεζά κι έμμετρα, στα τότε περιοδικά της εποχής: "ΡΑΜΠΑΓΑ", "ΑΣΜΟΔΑΙΟ", "ΑΣΤΥ" & "ΜΗ ΧΑΝΕΣΑΙ". Το 1883 εξέδωσε δική του σατιρική εφημερίδα, τον "ΡΩΜΗΟ", που όμως τον σταμάτησε για ένα χρόνο, για να δώσει πτυχιακές εξετάσεις. Η απόρριψη του (επίσης ευτυχώς) απ' αυτές τον έκαμε να εγκαταλείψει οριστικά κάθε βλέψη για πτυχίο και ν' αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στη σάτιρα. Ξανάβγαλε τον "ΡΩΜΗΟ" στις 2 Απρίλη 1883 και τον κυκλοφορούσε τακτικά μέχρι λίγο πριν τον θάνατό του, ως τις 17 Νοέμβρη 1918 -36 χρόνια κι 8 μήνες-, και για 1444 συνολικά τεύχη. Έγραψεν επίσης κι εύθυμα μονόπρακτα, που γνώρισαν μεγάλην επιτυχία.

Το 1873 γνώρισε τη Μαρία Κωνσταντινίδου -από τη Πόλη-, την ερωτεύτηκε και παρά τις αντίξοες -αρχικά- συνθήκες τη παντρεύτηκε το 1881. Ζήσανε μια θαυμάσια οικογενειακή κι ευτυχισμένη ζωή, αποκτήσανε 5 παιδιά, πράγμα που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί, -κι όχι άδικα- ιδεώδες. Τύπος δειλός, μελαγχολικός, αφηρημένος, μετριόφρων, μύωψ, αλλά ευφυέστατος και λογιώτατος, άφησε πίσω του πολλά και θαυμάσια "ανέκδοτα". Παροιμιώδεις ήτανε οι καλλιτεχνικές του συγκεντρώσεις, στο σπίτι του, της Οδού Πινακωτών 15 (σημερινή Χαριλάου Τρικούπη) και πολλάκις οι εφημερίδες της τότε εποχής, κάμανε στην άκρη σημαντικά γεγονότα, για να αφιερώσουνε πεντάστηλα, καλύπτοντας τέτοια ...δρώμενα.

Συμπαθέστατος κι εκτιμώμενος απ' όλους προτάθηκε το 1908, για το βραβείο Νόμπελ, με την πρόθυμη πρωτοβουλία και της Βουλής. Το 1911 τιμήθηκε με τον Χρυσούν Σταυρό Του Σωτήρος. Πέθανε στις 26 Αυγούστου 1919, σ' ηλικία 66 ετών και κηδεύτηκε δημοσία δαπάνη με τιμές στρατηγού παρακαλώ. Η Πολιτεία τονε βράβευσε μετά θάνατον και με τον Ταξιάρχη Του Σωτήρος. Στον τάφο του στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών, στήθηκε προτομή του, έργο του γλύπτη Ν. Γεωργαντή κι άλλη μια στήθηκε στην είσοδο του Ζαππείου, έργο του γλύπτη Γ. Δημητριάδη.

_____________________________________



Λίγο Μελάνι... *



Λίγο μελάνι και χαρτί και λίγοι πάλι στίχοι
είναι το μόνο δώρο μου οπού θα σου χαρίσω...
Καλά που μου 'δωσε κι αυτούς η ακριβή μου τύχη,
γιατί αλλιώς δε θα 'ξερα πως να σε χαιρετήσω.

Ως τώρα άλλο τίποτα απ' το δικό μου χέρι,
παρά πολλούς νερόβραστους και κρύους στίχους είδες.
Αλλά κι οι στίχοι που και που, καμμιά φορά, ποιος ξέρει,
αν έχουν δώρα ζηλευτά και ζωντανές ελπίδες.

Οι ευτυχίες που 'ψαλλα τόσες φορές για σένα
αν έξαφνα φτερούγιζαν με την αυγή μπροστά σου,
θα έβλεπες τι είχανε οι στίχοι μου κρυμένα
κι άλλη χαρά δε θα 'θελε στο κόσμο η καρδιά σου.


* το ποίημα τούτο έκαμε δώρο τη πρωτοχρονιά του 1878, στη μετέπειτα γυναίκα του Μαρία.



Στη Γυναίκα Μου **

Προσφιλές μου ταίρι, δίχως να στο πω,
το καταλαβαίνεις ότι σ' αγαπώ.
Κι αν με σε κακιώνω στη κακή μου ώρα
κι αρχινά μουρμούρα και κακογλωσσιά,
μου αρέσει να 'χω και ολίγη μπόρα,
μου αρέσει λίγη φουσκοθαλασσιά.

Δίχως πείσμ' αγάπη, δίχως λίγη πίκρα,
δεν αξίζει διόλου και δεν έχει γλύκα.
Βάστα μου, γυναίκα, μούτρα σοβαρά
και κλωστή σου κόβω, κάκια σου κρατώ,
επειδή νομίζω πως καμμιά φορά
κι η πολλή μπουνάτσα φέρνει εμετό.

Προσφιλές μου ταίρι, δίχως να στο πω,
το καταλαβαίνεις ότι σ' αγαπώ.
Σ' αγαπώ με γέλια, μα και θυμωμένη
κι αν ποτέ γυρίζω να ιδώ καμμιά,
πάντα όμως κτήμα ιδικό σου μένει
η καρδιά μου όλη και ...η ασχημιά.


** Αξίζει ν' αναφερθεί εδώ το πως γνωρίστηκαν. Η Μαρία με τη μητέρα της έφτασαν από τη Πόλη για να τελειώσει τις εγκύκλιες σπουδές της στην Αθήνα κι έπειτα, -προσυμφωνημένο με τη μητέρα και τον προστάτη τους Εμμ. Ροδοκανάκη-, να μεταβούν στο Μάντσεστερ της Αγγλίας για περαιτέρω σπουδές. Στην Αθήνα μένανε σε κάποιο σπίτι που είχε μια κάμαρη κι ο νεαρός 20άχρονος φοιτητής τότε, Σουρής. Εκείνος ανέλαβε να προγυμνάσει στα μαθήματα, τη μικρή 14χρόνη Μαρία. Γρήγορα μεταξύ τους αναπτύχθηκεν αίσθημα και μια μέρα ο Σουρής έγραψε πάνω σε τετράδιό της: "Σ' αγαπώ", έλαβε από κάτω την απάντησή της: "Κι εγώ"! Ευτυχώς το αίσθημα έχαιρε της εγκρίσεως της μητρός της που συμπαθούσε τον νεαρό. Όταν όμως τέλειωσεν η μικρή το Γυμνάσιο κι έπρεπε να γίνουνε τα προσυμφωνημένα, τα πράματα είχαν αλλάξει κι όταν πληροφορήσανε τον Ευεργέτη, εκείνος θύμωσε κι απέσυρε την αρωγή του. Η μικρή δεν αποκαρδιώθηκε. Παραδίδει μαθήματα γαλλικής κι ελληνικής στα κορίτσια φιλικών σπιτιών, ενώ η μητέρα της διορίζεται προϊσταμένη στο τμήμα πωλήσεων των Απόρων Γυναικών. Ο δειλός Σουρής παρηγορεί την αγαπημένη του λέγοντας: "Μη μου στεναχωριέσαι Μαρί μου" -έτσι την έλεγε πάντα-, "έχε μου εμπιστοσύνη και κάτι θα γίνω κι εγώ μια μέρα". Τελικά παντρευτήκανε μετά λίγα έτη -στις 30 Γενάρη 1881- και μια διαρκής τρυφερότητα, μια βαθύτατη εκτίμηση κι αγάπη, τους συνέδεσε. Εκείνη του στάθηκε πρότυπο αφοσιωμένης συζύγου-συντρόφου, προστάτις και μούσα του. Είχε μεγάλου βαθμού ανεπτυγμένο αίσθημα κοινωνικής και ψυχικής αξιοπρέπειας. Ήταν μητέρα αυστηρή και μαζί στοργική, οικοδέσποινα εκλεκτή προσιτή και συγκαταβατική. Αγαπούσε τον άντρα της σα μεγάλο παιδί -ο Στρατήγης έγραψε κάποτε πως η Μαρί μεγάλωσεν 6 παιδιά- κι ο θάνατός του υπήρξε το μεγαλύτερο πλήγμα της ζωής της. Έζησεν έκτοτε σε μιαν αξιοπρεπή μόνωση. Λιγοστοί άνθρωποι της τέχνης, απο κείνους που άλλοτε φαίδρυναν το φιλολογικό τους σαλόνι, περνούσαν κάποτε να τη δούνε. Η ίδια δε, ζούσε με τις αναμνήσεις της εποχής της, ώσπου πέθανε στις 23 Απρίλη 1934. Ο Παύλος Νιρβάνας έγραψε την επομένη του θανάτου της:

"Ο Σουρής, θα ήτο ως χθες εις τον παράδεισον των ποιητών, ως ένα χαμένο αποπλανημένο παιδί... θα τη ζητούσε διαρκώς 'που είσαι Μαρί, Μαρί μου που είσαι;' όπως κι εις την ζωήν του. Τώρα δεν ξέρει κανείς αν πρέπει να πενθήση δια τον θάνατόν της ή να χαρή δια την ευτυχίαν του ποιητού. Η Μαρί του είναι πάλι κοντά του"!



Οι Ήρωες

Μέσα σε βόλια κι οβίδων κρότους
έπεσαν νιάτα μες στον ανθό τους.
Πάνε λεβέντες, πάνε κορμιά
κι άγνωστα τα 'θαψαν στην ερημιά.

Κανείς δε ξέρει που τα 'χουν θάψει,
κανείς δε πήγε για να τα κλάψει,
κανείς δεν έκαψε γι' αυτά λιβάνι,
κανείς δεν έπλεξε γι' αυτά στεφάνι.

Ανώνυμ' ήρωες, άγνωστοι τάφοι,
κανένας όνομα σ' αυτούς δε γράφει,
μήτε το χώμα τους φιλούνε χείλη,
σταυρό δεν έχουνε μήτε καντήλι.

Μόνο μιας κόρης μαργαριτάρια
κυλούν σε τάφους που κάποια μέρα
θα γίνουν κόσμου προσκυνητάρια
και φάροι Νίκης για μια μητέρα.


Στον Ίσκιο Μου

Βρε ίσκιε μου γιατί μ' ακολουθείς;
Δε μ' αφήνεις μόνο μου να τρέχω;
Βρε ίσκιε μου, δε πας να μου χαθείς,
πρέπει κι εσένα σύντροφο να έχω;

Πότε στραβό σε βλέπω πότε ίσο,
πότε μακρύ σα σούβλα, πότε νάνο,
τη μια πηγαίνεις μπρος, την άλλη πίσω
σε απαντώ εδώ, εκεί σε χάνω.

Χωρίς να βλέπεις, πιάνεις ότι πιάνω,
με οδηγείς αλλά και σ' οδηγώ.
Και τέλος πάντων κάνεις ότι κάνω
και είσαι άλλος, δεύτερος, εγώ.

Βρε ίσκιε μου, γιατί μ' ακολουθείς;
Βρε ίσκιε μου δε πας να μου χαθείς...
Σε απαντώ στο σπίτι και στο δρόμο
και μου γεννάς πολλές φορές τον τρόμο.

Η Ζωγραφιά Μου

Μπόι δυο πήχες,
κόψη κακή,
γένια με τρίχες
εδώ κι εκεί.

Κούτελο θείο,
λίγο πλατύ,
τρανό σημείο
του ποιητή.

Δυο μάτια μαύρα
χωρίς κακία
γεμάτα λαύρα
μα και βλακεία.

Μακρύ ρουθούνι
πολύ σχιστό,
κι ένα πηγούνι
σα το Χριστό.

Πηγάδι στόμα,
μαλλιά χυτά
γεμίζεις στρώμα
μόνο μ' αυτά.

Μούρη αγρία
και ζαρωμένη,
χλωμή και κρύα
σα πεθαμένη.

Κανένα χρώμα
δε της ταιριάζει
και τώρ' ακόμα
βαφές αλλάζει.

Δόντια φαφούτη
όλο σχισμάδες,
ύφος τσιφούτη
για μαστραπάδες.

Ο Ρωμιός Στον Παράδεισο

Θεούλη μου, τι σου 'λθε να μ' αγιάσεις;
νομίζεις πως θα μ' έμελλε καθόλου,
αν ήθελες κι εμένα να κολάσεις
και μ' έστελνες παρέα του διαβόλου;
Μ' αρέσει ο Παράδεισος, αλήθεια,
χωρίς δουλειά σκοτώνω το καιρό
βλέπω αγίους γύρω μου σωρό,
διαβάζω συναξάρια, παραμύθια,
κι ακούω και τραγούδια θεϊκά,
μα, έλα που δεν έχετε συνήθεια,
να λέτε κι ένα δυο πολιτικά!

Συ κυβερνάς για πάντα με γαλήνη
κι ώρα απ' το θρόνο σου δε πέφτεις...
Ας ήταν δυνατόν Θεός να γίνει
και άλλος σαν εσένα, λίγο ψεύτης,
να μοιρασθεί των ουρανών τ' ασκέρι,
να πάνε και μ' εκείνον οι μισοί,
να 'ρχεται αυτός, να πέφτεις συ,
να γίνεται λιγάκι νταραβέρι...
Μα όλα εδώ είναι τακτικά,
ο ουρανός Θεό εσένα ξέρει,
και δε μιλούν πολιτικά!

Εδώ που μ' ησυχία όλοι ζούνε,
για μένα είναι κόλαση μεγάλη,
πολιτικά τ' αυτιά μου ας ακούνε,
κι ας είμαι και στη κόλαση, χαλάλι!
Αν είχες εις το νου να με κολάσεις,
και μ' έφερες κοντά σου για ποινή,
να! κόλαση για 'με αληθινή...
Μα, φθάνει πια, Θεέ μου, μη με σκάσεις,
και διώξε με στο λέω παστρικά,
γιατί αλλιώς στιγμή δε θα 'συχάσεις...
Μονάχος θα μιλώ πολιτικά!

Εις Τα Θεμέλια Του Φρενοκομείου

(Το φρενοκομείο χτίστηκε με κληροδότημα του Χίου φιλάνθρωπου Τζωρτζή Δρομοκαΐτη (που πέθανε το 1880) έξω από την Αθήνα, κοντά στη Μονή Δαφνίου, γι' αυτό πολλοί το λένε και "Δαφνί". Ο Σουρής δεν άφησε την ευκαιρία που του 'δινε το γεγονός και το ...καυτηρίασε δεόντως... Απρίλης 1884)

Ω Εορτή των Εορτών... Ω ευτυχής ημέρα!
Ω! τώρα πρέπει ο καθείς του 'Αστεως πολίτης
να βάλει στο μπαλκόνι του μια κόκκινη παντιέρα
με μια χρυσήν επιγραφή "Ζωρζής Δρομοκαΐτης".
Ναι! τώρα πρέπει στολισμός με δάφνες και μυρσίνες,
ναι! τώρα πρέπουν κανονιές, φανάρια και ρετσίνες.

Φρενοκομείο κτίζεται και στη σοφήν Ελλάδα!
α! ο Θεός εφώτισε τον Χιώτη τον Ζωρζή
και τώρα μέσα στου Δαφνιού τη τόση πρασινάδα
θα βρίσκουμε παρηγοριά κι η μνήμη του θα ζει.
Ω μέγα ευεργέτημα των ευεργετημάτων!
Ω μόνον οικοδόμημα των οικοδομημάτων!

Θέλει λαμπρόν Μαυσώλειον αυτός ο κληροδότης,
παιάνας κι αποθέωσιν εις τρίτους ουρανούς!...
Ευρέθη μες στους Χιώτηδες, με γνώση κι ένας Χιώτης,
κι εσκέφθη ο μεγάλος του και πρακτικός του νους
πως μέσα στην Ελλάδα μας που πλημμυρούν τα φώτα,
Φρενοκομείον έπρεπε να γίνει πρώτα-πρώτα.

Το Παραπαίον Γήρας

Τας τρίχας άσπρης κεφαλής
σκοπόν τας έχουν προσβολής
κι ειν' εμπαιγμός της μοίρας
το παραπαίον γήρας.

Όπου το πόδι μου σταθεί
και όπου περπατήσω
σιγά-σιγά μ' ακολουθεί
ο χάρος από πίσω.

Αυτό το έρημο κορμί
το τριγυρίζουν σκύλοι
και "χόρτασες κι εσύ ψωμί"
μου λεν εχθροί και φίλοι.

Ως φάσμα τρέχω της νυκτός
μακράν του δρώντος κόσμου
και όπου τάφος ανοικτός
μου φαίνεται δικός μου.

Και Όμως!

Και όμως ενώ πλέον
εσάπισα παλαίων
εις της ζωής τη πάλη
το γήρας το μισώ
και θέλω και λυσσώ
να γίνω νέος πάλι.

Τεμπελιά

Δεν έχω κέφι για δουλειά,
πάλι με δέρνει τεμπελιά
και κάθομαι στο στρώμα...
Βρίσκω το σώμα μου βαρύ
και ολ' η γη δε με χωρεί
κι ο ουρανός ακόμα.

Κακά νομίζω τα καλά
και βλέπω μια στα χαμηλά
και μια κοιτώ επάνω...
Σ' αυτό τον κόσμο τον χαζό
ας ημπορούσα να μη ζω
μα ...δίχως να πεθάνω.


Επιγράμματα

(δέστε στο ανάλογο αφιέρωμα στη Διασκέδαση.)

...............................................................................


Aνέκδοτα Από Τη Ζωή Του:



Κάθε μέρα σχεδόν δέχονταν στο σπίτι τους, όλη την αφρόκρεμα του τότε φιλολογικού χώρου. Μέσα λοιπόν σε τούτο το σαλόνι, -αλλά κι αλλού- συχνά συνέβαιναν διάφορα και μερικά εκ των οποίων θα τα μεταφέρω εδώ γιατί πραγματικά πιστεύω πως αξίζουνε τον κόπο.



1). πνευματιστικές συνεδριάσεις: Αφορμή για να ξεκινήσουνε στάθηκε η απώλεια ενός μάρσιπου περιέχοντος επιτραπέζια σκεύη, γεγονός μάλιστα που ο Σουρής τραγούδησε σε στίχους:

Ω τεθλιμένη σύζυγος και τέκνα προσφιλή
του ταλαιπώρου Έλληνος και βλάμη Φασουλή
ο δυστυχής μας μάρσιπος εχάθη δια πάντα
και τόσα επροκάλεσε περίεργα συμβάντα
και τώρα σας πληροφορώ πως από 'δω και πέρα
σερβίτσια πια δε θα 'χωμε να κάνουμε βεγγέρα.
ούτε σαν πριν θα δίνουμε στο σπιτικό μας μπάλους
στα σερκλ-Ανγκλαί, στα ντιστεγκέ και σ' όλους τους μεγάλους.
Αποφάσισε λοιπόν να καταφύγει στις μαντικές επινεύσεις των ...πνευμάτων. Η συντροφιά τοποθετήθηκε γύρω από το μαγικό τραπεζάκι, σκοτεινά κι ακούμπησε τα δάχτυλά της, περιμένοντας το πνεύμα του ...του Βίκτωρος Ουγκώ, που από συναδελφική αλληλεγγύη θ' αποκάλυπτε τον κλέφτη του μάρσιπου. Αλλά ο Γάλλος ρομαντικός -πιθανώς γιατί ο Σουρής δεν ήτο κατάλληλα προετοιμασμένος και καθαρμένος-, δε φάνηκεν αντάξιος των ... προσδοκιών.

................................. αρχίζω να βογγώ
κι εξαίφνης εμφανίζεται ο ποιητής Ουγκώ.
Περί μαρσίπου τον ρωτώ εν πάσει ψυχραιμία,
αλλ' ου φωνή κι ακρόασις κι απάντηση καμμία.
Τον ερωτώ και δεύτερον με βλέμμα σκυθρωπόν
κι εκείνος αλά Γαλλικά το στρίβει σιωπών.
Ξαναβογγώ λοιπόν κι εγώ και να σου ο Σαιξπήρος,
μου λέγει δε, πως ένδοξος ως ποιητής θα γίνω,
και μετά θάνατον κι εγώ αθάνατος θα μείνω
κι ουδέ να χάνομαι ποσώς για μία παλιοτσάντα,
αφού θα στήσει κι εις εμέ το Έθνος ανδριάντα.
Αλλ' ο Σουρής επέμενε για τα χαμένα μαχαιροπήρουνα κι ο μεγάλος δραματουργός ερεθίστηκε και ...

Δίχως καν μια λέξη να προφέρει
σηκώνει κατεπάνω μου το φοβερό του χέρι
κι ενώ αργά εσήμαινε το εκκρεμές τρισήμισυ,
μου έδωσ' ένα φάσκελο να το 'χω για ενθύμηση.
Το "τραπεζάκι" έγινεν από τότε η τακτική τους απασχόληση. Προσπάθησαν μάλιστα να επαναλάβουνε τα πειράματά τους και με το ...μεγάλο τραπέζι της κουζίνας. Οι κρότοι ήτανε τόσο δυνατοί που ακουγόντανε στο δρόμο. Η γειτονιά είχεν αναστατωθεί κι ονόμασε το σπίτι, "σπίτι των φαντασμάτων"!

Μια φορά, το πνεύμα του ...Τολστόϊ τους ανήγγειλε πως σε ορισμένο σπίτι της οδού Καποδιστρίου, πέθαινε κείνη την ώρα, Ρώσος ιερέας, που 'χεν ανάγκη βοηθείας. Μερικοί τρέξαν εκεί κι όντως εξακρίβωσαν πως υπήρχε Ρώσος παπάς, που όμως ήτο θαυμάσια στην υγεία του και μάλιστα τους κυνήγησεν άσχημα, γιατί του χαλάσανε τον ύπνο.

Ο Κωνσταντίνος Μάνος, καλούσεν επί πολλήν ώρα τα πνεύματα των συγγενών του, Φαναριωτών. Αλλά κι ο Στρατήγης ανυπομονούσε να μάθει για κάποιο θείο του Σωτήρη, που πνίγηκε και θυμωμένος από την ανυπομονησία, στράφηκε στον Μάνο με τραχύτητα:

-"Εξαντλήσατε, τέλος πάντων, το γενεαλογικόν σας δένδρον για να ρωτήσουμε κι εμείς τους συγγενείς μας"; Αν δεν παρέμβαινε ο Δαμβέργης, μ' ένα λογοπαίγνιο που 'φερε γέλια, θα μπορούσανε και να 'χανε μαλώσει σοβαρά.

'Αλλοι πίστευαν με φανατισμό κι άλλοι, όπως ο Σουρής, απλά διασκέδαζαν και φυσικά, γινόντουσαν πολλές πλάκες σκηνοθετημένες και μη. Πάντως η φήμη των συγκεντρώσεων αυτών ήτανε τέτοια, που κάποτε, ήρθε ειδικώς από τη Κόρινθο κι ένας δικολάβος που 'χε τη μονομανία ν' αναζητά χαμένους θησαυρούς. Το "τραπεζάκι" του υπέδειξεν ένα υπόγειο στα Γαυγάμηλα της ...Ασσυρίας.

Τελικά είχανε πάρει τέτοιαν έκταση που όπως προείπα, οι εφημερίδες παρέκαμπταν τα κοσμικά, για να καταγράφουνε τα δρώμενα στο σαλόνι του Σουρή. Το ...κακό σταμάτησεν αργότερα, όταν με τη παρέμβαση γιατρών τρομάξανε πως θα καταλήξουνε στο Δρομοκαΐτειο.

2). ανέκδοτά του: Η μυωπία του ήταν μια από τις αιτίες της φυσικής του δειλίας. Δε τολμούσε να μπει σε καφενείο με κόσμο, δίσταζε να διασχίσει τον δρόμο, τρόμαζε να περάσει ανάμεσα από καρέκλες και πάγκους. Στο στρατό απαλλάχτηκε, γιατί κάνοντας μεταβολή, λίγον έλειψε να βγάλει το μάτι του αξιωματικού του με τη ξιφολόγχη. Συχνά χαιρετούσε στ' ανοιχτά παράθυρα, αιγινήτικα κανάτια, που τα νόμιζε για γειτόνισσές του.

Κάποτε τονε γρατζούνισεν άσχημα η γάτα του, κοιμισμένη στον καναπέ, γιατί τηνε πέρασε για ...εφημερίδα και την άρπαξε να τη ...διαβάσει. Εξ ίσου συχνά νόμιζε τους ρασοφόρους σπουδαστές της Ριζαρείου, για μαυροφορεμένα κορίτσια του Αμαλιείου Ορφανοτροφείου κι έψαχνε κάτω από το ράσο με τα μάτια του να δει λιγάκι γάμπα, που ήταν η αδυναμία του.

Στη γιορτή του, αγαπούσε να δέχεται για δώρα, γλυκά, αντίθετα τον εκνεύριζε να του στέλνουνε λουλούδια:

-"Για πριμαντόνα με περάσανε" θύμωνε!

Κάποτε αποφάσισε να πάει για λουτρά στη Κυλλήνη. Κουβάλησεν ένα τεράστιο μπαούλο, στο οποίον όμως είχε βάλει μέσα μόνον ένα νυχτικό και μια ...τσατσάρα. Στο γυρισμό μάλιστα, ξέχασε το νυχτικό και επέστρεψε κουβαλώντας τη ...μπαουλάρα με τη τσατσάρα μόνο μέσα της!

Κάποτε ο Σκουλούδης είπε στον Σουρή, έχοντας υπ' όψη του την ευρύτατη κυκλοφορία του "ΡΩΜΗΟΥ" που όμως πουλιότανε φτηνά:

-"Αν είχατε γεννηθεί Γάλλος, θα ήσαστε εκατομμυριούχος".

Κι ο Σουρής απάντησεν ετοιμόλογα:

-"Καλύτερα θα ήταν αν οι Γάλλοι είχανε γεννηθεί ...Έλληνες".

ΝΕΦΕΛΕΣ

ΠΡΟΣΩΠΑ

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
ΘΕΡΑΠΩΝ ΣΤΡΕΨΙΑΔΟΥ
ΜΑΘΗΤΗΣ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ
ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ
ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ
ΠΑΣΙΑΣ ΔΑΝΕΙΣΤΗΣ
ΑΜΥΝΙΑΣ ΔΑΝΕΙΣΤΗΣ
ΜΑΡΤΥΣ
ΧΑΙΡΕΦΩΝ

ΝΕΦΕΛΑΙ

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ, ΥΠΗΡΕΤΗΣ, ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
(Οικία Στρεψιάδου).

Στρεψιάδης

Πω! Πω! τι νύκτ’ ατέλειωτη, Ζευ των θεών πατέρα,
μη δεν θα φέξ’ ημέρα;
Τον πετεινό τον άκουσα εδώ και τόσην ώρα,
κι οι δούλοι το ’στρωσαν βαριά και ρουχαλίζουν τώρα,
ενώ δεν ήξευραν προτού
την γλύκα του ροχαλητού.
Ανάθεμά σε, πόλεμε, για χίλια δυο κακά,
που δεν μπορώ να τιμωρώ μηδέ τα δουλικά,
και τούτο το καλό παιδί κοιμάται νάνι νάνι
κι εις πέντε μαλακές προβιές κουβαριασμένο κλάνει.
Λοιπόν ας ρουχαλίζομε κατακουκουλωμένοι,
μα δεν μπορώ να κοιμηθώ κι ύπνος δεν κατεβαίνει.

Τ’ άλογα με δαγκάνουνε, των στάβλων η δαπάνη,
και τ’ άλλα χρέη τα πολλά, που ’χω για τούτον κάνει,
κι αυτός με μακριά μαλλιά
έχει μονάχη του δουλειά
τις άμαξες και τ’ άλογα και τις ιπποδρομίες,
κι εγώ παθαίνω, χάνομαι για τούτες τις ζημίες,
κοιτάζοντας τις είκοσι πως τρέχει το φεγγάρι
κι οι τόκοι παραπλήθυναν κι έχουνε δρόμο πάρει.

Παιδί, τον λύχνον άναψε και φέρε το τεφτέρι
και δος μου το στο χέρι,
να ’δώ σε ποιους και τι χρωστώ κι οι τόκοι πώς πηγαίνουν
κι ως τώρα πόσοι βγαίνουν.
Μνας στον Πασία δώδεκα… μα πώς; για ποιαν αιτία;
τότε που ’πήρα τ’ άλογο… ναι, ναι, τον Κοππατία.
Τι συμφορά! δεν μου ’χυναν καλύτερα το μάτι.

Φειδιππίδης (ονειρευόμενος)

Πήγαινε, Φίλων, μ’ αδικείς, τον δρόμο σου περπάτει.

Στρεψιάδης

Νά το κακό που μ’ έφαγε, κι ακόμη σαν κοιμάται
τους δίφρους ονειρεύεται και τ’ άλογα θυμάται.

Φειδιππίδης (ονειρευόμενος)

Τι δρόμους τα πολεμικά θα τρέξουν;

Στρεψιάδης

Για χατίρι σου
τρέχει πολλούς ο κύρης σου.
Ας δούμε κι άλλα χρέη μας ύστερ’ απ’ τον Πασία…
για καροτσάκι και τροχούς τρεις μνας στον Αμυνία.

Φειδιππίδης (ονειρευόμενος)

Ξετίναξέ μου τ’ άλογα κι απέξω φέρε μού τα.

Στρεψιάδης

Συ, γυιέ μου, τον πατέρα σου ξετίναξες με τούτα
τότε που για χατίρι σου μπερδεύτηκα με δίκες,
κι ενέχυρα μου γύρευαν να δώσω κι υποθήκες.

Φειδιππίδης (εξυπνών)

Τι στρέφεσαι κι αγκομαχάς και νύστα δεν σε πιάνει.

Στρεψιάδης

Δημοτικός εισπράκτορας στο στρώμα με δαγκάνει.

Φειδιππίδης

Μην κάνεις έτσι κι άφησε να κοιμηθώ…

Στρεψιάδης

Κοιμήσου,
μα θα ξεσπάσουν όλ’ αυτά κατά της κεφαλής σου.
Η προξενήτρ’ ανάθεμα, κακό ψυχρό της φλάρο,
που μου’ κανε τις προξενιές τη μάννα σου να πάρω.
Εζούσα πρώτα ξένοιαστα κι απλά χωρίς στολίδια
γεμάτος από μέλισσες και τσίπουρα και γίδια,
μα πήγα κι επαντρεύτηκα χωριατομαθημένος
ανεψιά του Μεγακλή, των Μεγακλήδων γένος,
μέσ’ από την πρωτεύουσα τρανή και κορδωμένη,
που σαν Κοισύρα φούσκωνε στολίδια φορτωμένη.
Και σαν γλυκοκοιμότανε την νύκτα στο κρεβάτι
μ’ εμένα τον χωριάτη,
εγώ τρυγιές εμύριζα, σύκα, μαλλί, τραγίλα,
και τόση βαρβατίλα,
κι εκείνη πάλι μύριζε κρόκους και μύρα τόσα,
παιχνίδια και φιλήματα, που κάνουν με την γλώσσα,
και γυναικίλα κι έρωτα και γκάστρωμα και γέννα
κι έξοδα πεταμένα,
κι ούτε καθόταν άεργη, μα δώσ’ του και καμώματα,
ραψίματα, ξηλώματα,
κι αυτό το ρούχο δείχνοντας για πρόφασι «κυρά,
πολύ το παραξήλωσες» της έλεγα ξερά.

Υπηρέτης

Το λάδι μας εσώθηκε και το λυχνάρι σβήνει.

Στρεψιάδης

Πάλι τον λύχνο μ’ άναψες, που τόσο λάδι πίνει.
Έλα κοντά μου γρήγορα να πάρεις δυο σφοντύλια.

Υπηρέτης

Γιατί;

Στρεψιάδης

Και πάλι τα παχιά μού κάθισες φυτίλια.
Ύστερα σαν γεννήσαμε τον γιο τον κανακάρη
εμάλωνα για τ’ όνομα μαζί με το ζευγάρι.
Αυτή βαστούσε σαν τρανή τη μύτη της ψηλά
κι ίππον ζητούσε στ’ όνομα να βάλει και καλά,
ωσάν να λέμε Ξάνθιππο, Χάριππο, Καλιππίδη,
κι εγώ σαν του παππούλη μου το’ θελα Φειδωνίδη.
Μετά πολλά μαλώματα μια συμφωνία κάναμε
και Φειδιππίδη το παιδί κοντολογίς το βγάναμε.
Κι αυτή συχνά τον έπαιρνε τον γιο της με καμάρι
και του’ λεγε χαϊδευτικά: «σαν γίνεις παλικάρι
και τρέχεις μέσ’ στις άμαξες με κόκκινη πορφύρα
ωσάν τον θειο σου Μεγακλή…» κι εγώ τον λόγο πήρα:
«από τη στάνη στη βοσκή σαν βγάζεις τα κατσίκια,
ντυμένος σαν τον κύρη σου προβιά χωρίς μανίκια»…
όμως αυτός δεν μ’ άκουγε, και τότε – συμφορά μου!
κακές αρρώστιες ιππικές ρημάξαν τον παρά μου.
Μα τώρα, που στριφογυρνώ και ξαγρυπνώ με κόπο,
ευρήκα τέχνη θαυμαστή και κάποιο νέο τρόπο,
κι αν καταφέρω το παιδί τα χρέη θα γλιστρήσω…
μα πρώτα πρέπει σιγαλά να τον γλυκοξυπνήσω.
Γυιε μου, Φειδιππιδάκη μου…

Φειδιππίδης

Τι θέλεις; άφησέ με…

Στρεψιάδης

Δώσ’ μου το χέρι το δεξί και γλυκοφίλησέ με.

Φειδιππίδης

Νάτο.

Στρεψιάδης

Για πες μου μ’ αγαπάς;

Φειδιππίδης

Και με το παραπάνω,
κι όρκο γι’ αυτό στον ιππικό τον Ποσειδώνα πιάνω.

Στρεψιάδης

Μη, μη σ’ αυτόν τον ιππικό, στους άλλους όρκο κάνε,
εκείνος μ’ εχαντάκωσε, που ξορκισμένος να ’ναι,
Αλλ’ αν αλήθεια μ’ αγαπάς, στου κύρη σου τα λόγια
υπάκουσε σαν φρόνιμος και δέσ’ τα κομπολόγια.

Φειδιππίδης

Σε τι ν’ ακούσω;

Στρεψιάδης

Τους κακούς τους τρόπους να ξεχάσεις
κι όσα σου πω, παιδάκι μου, να πας να τα σπουδάσεις.

Φειδιππίδης

Λέγε…

Στρεψιάδης

Θ’ ακούσεις ό,τι πώ;

Φειδιππίδης

Σ’ ορκίζομαι, πατέρα.

Στρεψιάδης

Βλέπεις την θύρα την μικρή και το σπιτάκι πέρα;

Φειδιππίδης

Το ’δα, μα πες μου τ’ είν’ εκεί;

Στρεψιάδης

Σοφών σχολή μεγάλη,
κι εις τούτο μέσα κάθονται φιλόσοφοι δασκάλοι,
που λένε για τον ουρανό πως είναι σαν καμίνι
κι εμείς τριγύρω κάρβουνα, κι όποιος λεπτά τούς δίνει
με λόγια δίκια κι άδικα νικά και καταφέρνει
τους άλλους ν’ αποπαίρνει.

Φειδιππίδης

Και ποιοι ’ναι τούτοι;

Στρεψιάδης

Πώς τους λεν δεν ξέρω και καλά,
λαμπροί δασκάλοι κι αγαθοί με γράμματα πολλά.

Φειδιππίδης

Α! α! ’κατάλαβα ποιους λες… τους κακομοιριασμένους,
τους παλιοψεύτες, τους χλωμούς, τους ξεπαπουτσωμένους,
τον Χαιρεφώντα τον φτωχό κι εκείνον τον Σωκράτη.

Στρεψιάδης

Μη λόγια λες μωρού παιδιού, φρονίμεψε κομμάτι,
κι αν του σπιτιού σου το καλό πρώτη σου σκέψις είναι
φασκέλωσε την ιππική και μαθητής των γίνε.

Φειδιππίδης

Ποτέ μα τον Διόνυσον, κι αν όλα μού χαρίσεις
του Λεωγόρα τα πουλιά…

Στρεψιάδης

Παιδάκι μου να ζήσεις
έλα να πας εις τους σοφούς…

Φειδιππίδης

Και τι μ’ αυτούς θα βγάλω;

Στρεψιάδης

Έχουν δυο λόγους, τον μικρό καθώς και τον μεγάλο,
κι ο πιο μικρός από τους δυο κερδίζει περισσότερα
σαν λέει τ’ αδικότερα.
Τούτον αν μάθεις, απ’ αυτά, που χρεωστώ για σένα,
ούδ’ οβολό τρεχούμενο θα δώσω σε κανένα.

Φειδιππίδης

Παν του κακού τα λόγια σου, δεν θα με παρασύρεις…
Πώς θα φανώ μπρος στους ιππείς χλωμός και κακομοίρης;

Στρεψιάδης

Αλλ’ όμως μα την Δήμητρα δεν θα ταΐζω τώρα
και σένα και τον Ζύγιο και τον παληο–Σαμφόρα…
Φεύγ’ απ’ εδώ ’στους κόρακας…

Φειδιππίδης

Ποτέ δεν θα μ’ αφήσει
ο θειος μου δίχως άλογα, τούτος θα με φροντίσει.
Φεύγω λοιπόν, δεν σε ψηφώ καθόλου για πατέρα.

(φεύγει)

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ ΚΑΙ ΜΑΘΗΤΗΣ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ

Μαθητής (έσωθεν)

Στους κόρακας να πας…
ποιος είσαι συ, που πρόστυχα την θύραν μας κτυπάς;

Στρεψιάδης

Ο Στρεψιάδης Φείδωνος και Κικυννεύς δημότης.

Μαθητής

Αγράμματος μα τους θεούς κι αγροίκος είσαι πρώτης,
αφού με τόσην δύναμιν εκλώτσησες χυδαίαν,
που μ’ έκαμες κι απέβαλα μίαν σοφήν ιδέαν.

Στρεψιάδης

Εις τα χωράφια κάθομαι και να με συμπαθήσεις,
μα πες μου την ιδέα σου κι εμένα να φωτίσεις,
αυτήν, που τώρ’ απέβαλες…

Μαθητής

Μη τέτοια μού ζητάς,
σ’ άλλους αυτά δεν λέγονται παρά στους μαθητάς.

Στρεψιάδης

Πες την με θάρρος, μυστικά σ’ εμένα μην κρατείς,
κι εγώ κοντά σας έρχομαι να γίνω μαθητής.

Μαθητής

Θα σου τα πω, πλην όλ’ αυτά να τα θαρρείς χρηστήρια
κι απόκρυφα μυστήρια.
Τον Χαιρεφώντα ρώτησε Σωκράτης τούτο δα,
ο ψύλλος απ’ τα πόδια του σαν πόσα να πηδά,
γιατί στο φρύδι δάγκασε τον Χαιρεφώντα ψύλλος
και στου Σωκράτη πέταξε την κεφαλήν ο φίλος.

Στρεψιάδης

Κι εκείνος πώς εμέτρησε;

Μαθητής

Σοφότατα, και κρίνον.
Ευθύς ανέλυσε κερί, και συλλαβών εκείνον
εσκέφθη μέσα στο κερί τα πόδια να του βάλει,
κι όταν ο ψύλλος πάγωσε κι απέμεινε κρυστάλλι,
ξεφύτρωσαν στα πόδια του παπούτσια Περσικά,
λοιπόν εκείνα τα’ λυσε κατόπιν τεχνικά,
κι επακριβώς εμέτρησε και περιεσκεμμένως.

Στρεψιάδης

Ζευ βασιλιά, τι νους βαθύς και λεπτοκαμωμένος!

Μαθητής

Μα τι θαυμαστικά θα πεις, αν μάθεις τώρα κάτι,
εύρημα του Σωκράτη.

Στρεψιάδης

Παρακαλώ σε, και μ’ αυτό την κεφαλή μου φώτισε.

Μαθητής

Ο Χαιρεφών ο Σφήττιος για τα κουνούπια ρώτησε
αν με το στόμα τραγουδούν ή με τον πισινό.

Στρεψιάδης

Κι εκείνος τ’ είπε;

Μαθητής

Τ’ άντερο πως το’ χουνε στενό,
και της πνοής το φύσημα τραβά και πάει κάτω,
λοιπόν στενό κωλάντερο κοντά σε κοίλο πάτο
σπρώχνει σ’ αυτόν το φύσημα, κι ηχεί με βίαν όλος.

Στρεψιάδης

Μοιάζει λοιπόν με σάλπιγγα των κουνουπιών ο κώλος.
Ω! τρεις φορές μακάριος για τέτοιες εφευρέσεις,
που κάνει σε λεπτόλογες αντεροϋποθέσεις.
Εύκολα σαν ενάγεται τις δίκες θα κερδίζει
αφού βαθιά και τ’ άντερα των κουνουπιών γνωρίζει.

Μαθητής

Μια σκέψις τώρα προ μικρού του ξέφυγε μεγάλη
με κάποια σαύρα…

Στρεψιάδης

Λέγε μου πώς ήταν τούτο πάλι;

Μαθητής

Εγύρευε του φεγγαριού περιστροφάς και δρόμους,
κι ενώ μονάχος έχασκε με τους απάνω δόμους,
μια σαύρ’ από την οροφή
του ’χεσε νύχια και κορφή.

Στρεψιάδης

Η σαύρα μ’ ευχαρίστησε, που ’χεσε τον Σωκράτη.

Μαθητής

Εχθές το δείλι για φαγί γριλώσαμε το μάτι.

Στρεψιάδης

Και τι σοφίστηκε γι’ αυτό μια τέτοια κεφαλή;

Μαθητής

Να! την παλαίστρα ράντισε με πάσπαλη ψιλή,
κι ελύγισ’ έναν οβελό, κι επήρε διαβήτη,
και λύσεις γεωμετρικού προβλήματος εζήτει,
κι ενώ σ’ εκείνο πρόσεχαν – τι θαυμαστή φενάκη!
απ’ το τραπέζι των σφακτών εσούφρωσ’ έν’ αρνάκι.

Στρεψιάδης

Τι τον Θαλή θαυμάζομε; την θύρα να μ’ ανοίξεις
κι αυτόν τον τετραπέρατο Σωκράτη να μου δείξεις.
Θέλω να γίνω μαθητής…

(ο μαθητής ανοίγει)

Ποια τούτα τα θηρία,

των Αθανάτων Ηρακλή;

Μαθητής

Πώς χάσκεις μ’ απορία;
με τι τα βρίσκεις όμοια;

Στρεψιάδης

Τα βρίσκω σαν κι εκείνα
της Πύλου τα λαγωνικά, που ψόφησαν στην πείνα.
Κι αυτοί που βλέπουν μές στη γη τι τάχατε χαλεύουν;

Μαθητής

Αυτοί ζητούν τα κάτω γης.

Στρεψιάδης

Βολβούς λοιπόν γυρεύουν.
Για τούτους μη σκοτίζετε καθόλου το κεφάλι
κι εγώ γνωρίζω πού καλοί φυτρώνουν και μεγάλοι.
Κι αυτοί που τόσο σκύβουνε τι κάνουν, τι ζητούν;

Μαθητής

Το σκότος το Ταρτάρειον σκυμμένοι μελετούν.

Στρεψιάδης

Κι ο πισινός των στα ψηλά τι τάχατε κοιτάζει;

Μαθητής

Αστρονομίαν υψηλήν μονάχος του σπουδάζει.

(προς τους Μαθητάς)

Μα σύρτε μέσα μη σας δει…

Στρεψιάδης

Προσμείνατε κομμάτι
για τη δική μου τη δουλειά να σας ρωτήσω κάτι.

Μαθητής

Δεν επιτρέπεται πολύ να μένουν στον αέρα.

Στρεψιάδης

Μα τ’ είν’ αυτά για τους Θεούς κι η μία κι άλλη σφαίρα;

Μαθητής

Αστρονομία μεν αυτή.

Στρεψιάδης

Κι αυτό;

Μαθητής

Γεωμετρία.

Στρεψιάδης

Και δεν μου λες, παρακαλώ, σε τι σας είναι χρεία;

Μαθητής

Μετρά την γην.

Στρεψιάδης

Την κληρωτήν;

Μαθητής

Όλην.

Στρεψιάδης

Τι λες, παιδί μου;
συμφέρει τέτοιο μάθημα για το καλό του Δήμου.

Μαθητής

Ιδού κι ο χάρτης κάθε γης… εντεύθεν μεν Αθήναι.

Στρεψιάδης

Αμ δε; κανένας δικαστής παρών εδώ δεν είναι.

Μαθητής

Να και χωριό των Αθηνών.

Στρεψιάδης

Και πού ’ναι Κικυννείς;
από τους συνδημότας μου δεν φαίνεται κανείς.

Μαθητής

Νά τους εδώ κι οι χωρικοί…
μα κοίταξε μακράν εκεί
φαρδιά πλατιά την Εύβοια, τι μήκος και τι πλάτος!…

Στρεψιάδης

Ο Περικλής μαζί με σας την πήγε κατά κράτος.
Κι η Λακεδαίμων;

Μαθητής

Νάτην να…

Στρεψιάδης

Πόσο κοντά μας στέκει!
φροντίστε να την πάτε σεις μίλια πολλά παρέκει…

Μαθητής

Αυτό δεν είναι δυνατόν.

Στρεψιάδης

Κακή ψυχρή σας μέρα.
Μα πες μου τώρα ποιος αυτός, που κρέμετ’ εκεί πέρα;

Μαθητής

Εκείνος.

Στρεψιάδης

Ποιος;

Μαθητής

Ο δάσκαλος Σωκράτης.

Στρεψιάδης

Ε! Σωκράτη…
έλα και φώναξέ μου τον με μια φωνή γεμάτη.

Μαθητής

Κράξε τον συ… δεν ευκαιρώ και μη μ’ απασχολείς.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ – ΣΩΚΡΑΤΗΣ

Στρεψιάδης

Σωκράτη, Σωκρατάκη μου…

Σωκράτης

Θνητέ, τι με καλείς;

Στρεψιάδης

Και πρώτα σε παρακαλώ τι κάνεις αυτού πέρα;

Σωκράτης

Παρατηρώ τον ήλιον και τρέχω στον αέρα.

Στρεψιάδης

Πώς δεν τον βλέπεις απ’ τη γη, μα μέσ’ απ’ το καλάθι;

Σωκράτης

Πρεπόντως τα μετέωρα δεν ήθελα τα μάθει,
αν κρεμαστόν δεν άφηνα τον νουν μου στον αιθέρα
σμίγων την σκέψιν την λεπτήν με τον λεπτόν αέρα.
Αν δ’ εκ των κάτω τ’ άνωθεν ο νους περιεσκόπει
θ’ απέβαιναν ανωφελείς των ερευνών οι κόποι,
διότ’ η γη τραβά χαμαί με βίαν τον χυμόν
της σκέψεως ημών.
Τοιούτον και στα κάρδαμα παρόμοιον συμβαίνει

Στρεψιάδης

Πώς; ο χυμός της σκέψεως στα κάρδαμα πηγαίνει;
Αλλά κατέβα γρήγορα, Σωκράτη, να σε δω
να με φωτίσεις και γι’ αυτά, που μ’ έφεραν εδώ.

Σωκράτης

Τι θέλεις κι ήλθες στην Σχολήν;

Στρεψιάδης

Την γλώσσα να τροχίσω.
Για τόκους δανεισταί στρυφνοί με παίρνουν μπρος και πίσω
και μ’ αφαιρούν το πράμα μου…

Σωκράτης

Πώς σου’ λθε να το πάθεις;

Στρεψιάδης

Με τ’ άλογ’ αφανίστηκα, μα τώρα να με μάθεις
τον έν’ από τους λόγους σου, το πώς να μην πληρώσω,
κι ό,τι ζητείς μα τους Θεούς ευθύς θα σου το δώσω.

Σωκράτης

Σε ποιους θεούς ορκίζεσαι; για ποιους θεούς λαλείς
στους μύστας της Σχολής;
Τέτοιες μονέδες από μας κανείς δεν παραδέχεται.

Στρεψιάδης

Τι; μήπως των Βυζαντινών τις σιδερένιες έχετε;

Σωκράτης

Θέλεις τα θεία πράγματα να τα κατανοήσεις;

Στρεψιάδης

Ακούς εκεί!

Σωκράτης

Και με θεάς δικάς μας να μιλήσεις,
με τας Νεφέλας;

Στρεψιάδης

Μάλιστα.

Σωκράτης

Σε προσκαλώ λοιπόν
στην έδραν μας την ιεράν ν’ ανέβεις σιωπών.

Στρεψιάδης

Ιδού με.

Σωκράτης

Τώρα φόρεσε και τούτο το στεφάνι.

Στρεψιάδης

Τρέμω σαν τον Αθάμαντα θυσία μη με κάνει.

Σωκράτης

Αυτά προς όλους γίνονται τους μύστας της Σχολής.

Στρεψιάδης

Και τι θα βγάλω μ’ όλ’ αυτά;

Σωκράτης

Θα μάθεις να μιλείς,
θα φαίνεσαι πολύξερος και θα διδάσκεις τόσα
λεπτόνους όπως πάσπαλη και σαν ροδάνι γλώσσα.
Μα μη γυρνάς εδώ κι εκεί.

Στρεψιάδης

Καθώς το λες θα γίνω,
μ’ αυτά τα πασπαλίσματα μια πάσπαλη θα μείνω.

Σωκράτης

Ευφήμει και την δέησιν ν’ ακούσεις με σιγήν.
Αήρ αμέτρητε, κρατών μετέωρον την γην,
αιθήρ λαμπρέ, και σεις, Θεαί Νεφέλαι, που βροντάτε,
πηδήσετε μετέωροι και στον σοφόν πετάτε.

Στρεψιάδης

Μην τις φωνάξεις, δάσκαλε, προτού να τυλιχθώ
με τούτο μου το φόρεμα να μην καταβρεχθώ.
Ξέχασα και την σκούφια μου μαζί μου να την φέρω,
αλλά πού να το ξέρω.

Σωκράτης

Νεφέλαι πολυτίμητοι, φανείτε τώρα πλέον
σ’ αυτόν τον γηραλέον,
καν χιονώδεις κορυφάς Ολύμπων κατοικείτε
και βράχους ιερούς,
καν στου πατρός Ωκεανού τους κήπους συγκροτείτε
μετά Νυμφών χορούς,
καν εις τον Νείλον με χρυσάς υδρεύεσθε λαγήνους,
καν στους σκοπέλους κάθεσθε του Μίμαντος εκείνους,
όστις χιονοσκέπαστος εις πάσαν ώραν φαίνεται,
καν πέραν στην Μαιώτιδα την λίμνην παραμένετε,
δεχθείτε την θυσίαν μου, την δέησιν αυτήν,
κι εμφανισθείτε χαίρουσαι στον νέον μαθητήν.

ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ, ΣΩΚΡΑΤΗΣ, ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

Χορός

Νεφέλαι σεις αιώνιαι, με την γοργήν μας πτήσιν
ας φέρομεν την δροσεράν κι ευκίνητόν μας φύσιν
εκ του πατρός Ωκεανού, των πόντων των ευρέων,
στας δενδροφύτους κορυφάς των υψηλών ορέων,
τ’ από μακράν φαινόμενα να θεωρώμεν μέρη,
και γην οπού παχύνεται, καρπούς δ’ αφθόνους φέρει,
και ποταμών κελάδημα μεγάλων κι ιερών
και πόντον ηχηρόν.
Λάμπει δ’ ο Φοίβος άγρυπνος παντού το φως του χύνων
δια χρυσών ακτίνων.
Μα τώρ’ ας αποσείσωμεν το νέφος, που σκεπάζει
την άφθαρτόν μας φύσιν,
κι ας ίδωμεν δι’ οφθαλμού, που τα μακράν κοιτάζει,
όλην την γύρω κτίσιν.

Σωκράτης

Ως σεις θεαί σεμνόταται, Νεφέλαι τ’ ουρανού,
ηκούσατε την δέησιν ικέτου ταπεινού.
Ήκουσες τώρα την φωνήν και την βροντήν συγχρόνως
που μούγγρισμα θεόσεπτον αφήκε βροντοφώνως;

Στρεψιάδης

Κι εγώ, Νεφέλες, σας τιμώ, και θέλω να βροντήσω,
και στις δικές σας τις βροντές με πόρδους ν’ απαντήσω,
αλλά πολύ τις σκιάζομαι και τις φοβούμαι τόσο,
που τώρα τούτη τη στιγμή
κι αν επιτρέπετε και μη
μπροστά σας θα κενώσω.

Σωκράτης

Μην περιπαίξεις αναιδώς, μη σκώψεις, αλλά σίγα,
μην είσαι σαν τους ποιητάς, που χρίονται με τρύγα.
Ευφήμει… πλήθος προς εδώ θεών ωραιοτάτων
κινείται μετ’ ασμάτων.

Χορός

Κόραι, που φέρετε βροχήν,
με δρόμον έλθωμεν ταχύν
στην γην αυτήν την εύφορον της χώρας της Παλλάδος
ευάνδρου δε κι ερατεινής του Κέκροπος κοιλάδος,
όπου το σέβας ιερών αφράστων κι απορρήτων,
κι εις παναγίας τελετάς
προς μυουμένους λατρευτάς
ανοίγεται το τέμενος των μυστικών αδύτων,
όπου θεών χαρίσματα
και τόσα καλλωπίσματα,
αγάλματα περιφανή, λαμπροί ναοί μαρμάρων,
πομπαί και καλλιστέφανοι θυσίαι των μακάρων
και τέρψεις πανηγύρεων εις διαφόρους ώρας,
όταν δε πάλιν ο καιρός γελάσει της οπώρας,
τότε τα Διονύσια με κλήματ’ αμπελώνων,
τότε διαγωνίσματα χορών λιγυροφώνων,
και των αυλών η Μούσα
βαρύτονος ηχούσα.

Στρεψιάδης

Σωκράτη σε παρακαλώ, πες μου ποιες είν’ εκείνες;
απ’ όσα λεν μου φαίνονται σαν κάποιες ηρωΐνες.

Σωκράτης

Είν’ αι Νεφέλαι, των αργών θεότητες μεγάλαι,
που σήμερα και πάλαι
μας δίδουν νουν και φρόνησιν κι ευφράδειαν γοργήν,
και το παραλογίζεσθαι και το ψευδολογείν,
και τρόπον ν’ ανευρίσκομεν μ’ εντέχνους περιφράσεις
τον τόνον τον ανάλογον κατά τας περιστάσεις.

Στρεψιάδης

Για τούτο μόλις άκουσα τα λόγια των ανάσανα
κι εξέχασα τα βάσανα,
και θέλω να ψιλολογώ για τον καπνό και γι’ άλλα
ζητήματα μεγάλα,
γνώμη με γνώμη να κεντώ,
λόγια σε λόγια ν’ απαντώ,
κι αν δεν τους είναι δύσκολο να τις παρακαλέσεις
να ’λθουν εμπρός μου φανερά να πιάσω κάπως σχέσεις.

Σωκράτης

Κοίταξ’ εκεί στον Πάρνηθα πώς ήσυχα πηγαίνουν.

Στρεψιάδης

Δείξε μου πού ’ναι;

Σωκράτης

Νάτες να! Πολλαί πολλαί προβαίνουν
μέσ’ από δάση και κρημνούς, κι εκ των πλαγίων άλλαι.

Στρεψιάδης

Πώς δεν μπορώ να τις ιδώ;

Σωκράτης

Τα δυνατά σου βάλε
κι εκεί παρά την είσοδον προσήλωσε το μάτι.

Στρεψιάδης

Θαρρώ πως μόλις άρχισα να διακρίνω κάτι.

Σωκράτης

Μα τώρα καθώς φαίνονται θα τις ιδείς αλήθεια,
εκτός αν έχεις, άνθρωπε, τσίμπλες σαν κολοκύθια.

Στρεψιάδης

Ναι, ναι, τις βλέπω, σκέπασαν όλους τους γύρω τόπους.

Σωκράτης

Και συ δεν ήξευρες θεαί πως είναι στους ανθρώπους;

Στρεψιάδης

Εγώ τις νόμιζα καπνό, δροσιά και πάχνη μόνο.

Σωκράτης

Αλλ’ ήξευρε μα τους θεούς κι εγώ σε βεβαιώνω
πως τρέφουν σοφιστάς αυταί πολλά σοφιζομένους,
πολυτεχνίτας ιατρούς, προφήτας εμπνευσμένους,
και μακρομάλληδες αργούς, που χάσκουν με στολίδια,
κι ακόμη και τα νύχια των φορτώνουν δακτυλίδια,
χορών κυκλίων χορευτάς
και διθυράμβων ποιητάς,
που με στροφών τσακίσματα τους ύμνους των στολίζουν,
κι όσους με τα μετέωρα το πλήθος φενακίζουν.
Εκείναι τρέφουν τους αργούς και πάντα τους συντρέχουν
διότι τας θεοποιούν και Μούσας των τας έχουν.

Στρεψιάδης

Για τούτο τραγουδούν πολλαίς
μπουμπουνισμένες κεφαλές.
«Ω! των υγρών των Νεφελών, όπου τον ήλιο σκιάζει
τ’ ορμητικό των τρέξιμο κι ο κόσμος συννεφιάζει.
Ω! του Τυφώνος του φρικτού τρομακτικά πλεξίδια,
που ’χει κεφάλες εκατό γεμάτες από φίδια.
Ω! τρικυμίες άγριες τρελλοφυσομανούσες,
ω! σεις αέρινες, υγρές, αεροκολυμπούσες,
όρνια με νύχια σουβλερά,
νεροποντές και δροσερά
δροσάτων Νεφελών νερά».
Γι’ αυτές τις μούρλες που’ λεγαν περιδρομιάζαν μ’ άλλους
τσίχλες, παχιά πουλερικά, σπαρταριστούς κεφάλους.

Σωκράτης

Και τάχα δεν τους άξιζε;

Στρεψιάδης

Κι αν τούτες που με σκιάζουν
Νεφέλες είναι, δάσκαλε, πώς με γυναίκες μοιάζουν;

Σωκράτης

Πές μου σαν τι σου φαίνονται;

Στρεψιάδης

Δεν ξέρω και καλά,
θαρρώ πως είναι πούπουλα, που ξεπετούν ψηλά,
μα διόλου δεν μου φαίνονται γυναίκες σαν τις άλλες,
αυτές και μύτες έχουνε μια πιθαμή μεγάλες.

Σωκράτης

Εις ό,τι τώρα σ’ ερωτώ ν’ αποκριθείς…

Στρεψιάδης

Τι θέλεις;

Σωκράτης

Δεν έτυχε ποτέ να δεις σχηματισμόν νεφέλης
ως κένταυρον, ως πάρδαλιν, καν λύκον, καν και βόδι,
καν άλλα θηριώδη;

Στρεψιάδης

Και τι με τούτο;… δώσε μου καλά να καταλάβω,
γιατί δεν πήρα κάβο.

Σωκράτης

Ό,τι κι αν θέλουν γίνονται και παίρνουν όψιν άλλην…
κι αν μεν ιδούν παιδεραστήν δασύν και μακρομάλλην,
καθώς εκείνο δηλαδή
του Ξενοφάντου το παιδί,
σαρκάζουν την ασέλγειαν των εραστών των λάβρων
κι αμέσως τότε φαίνονται με την μορφήν κενταύρων.

Στρεψιάδης

Αλλ’ όταν κάποιον απαντούν με χέρια καθαρά,
που χώνει στα δημόσια τα δυο του τα ξερά,
σαν τον γνώστόν τον Σίμωνα, τότε γι’ αυτόν τι κάνουν;

Σωκράτης

Τότε του Σίμωνος αυτού την φύσιν προσλαμβάνουν,
κι αμέσως λύκου πρόσωπον μας δείχνουν ειδεχθές.

Στρεψιάδης

Για τούτο τον Κλεώνυμον σαν είδαν χθες προχθές,
που την ασπίδα πέταξε κι εδούλεψε ποδάρι,
ευθύς ελάφια γίνηκαν γι’ αυτόν τον φοβιτσάρη.

Σωκράτης

Τώρα γυναίκες έγιναν γιατ’ είδαν τον Κλεισθένη.

Στρεψιάδης

Χαίρετε, παμβασίλισσες, κι ει δυνατόν να γένει,
βγάλτε για μένα μια τρανή,
μιαν ουρανόφθαστη φωνή.

Χορός

Χαίρε, χαίρε, γεροντάκι της αρχαίας εποχής,
όπου λόγους φιλομούσους κυνηγάς και νουνεχείς,
χαίρε, λειτουργέ και συ λεπτοτάτης φλυαρίας
και πειθούσης ρητορείας,
που τοσούτον μας τιμάς…
πες τι θέλεις από μας;…
Άλλον εκ των σοφιστών δεν ακούομεν κανένα,
ή τον Πρόδικον και σένα,
τούτον μεν, ότι κοσμείται με σοφίας αρετήν
και με φρένα συνετήν,
συ δε πάλιν ότι βαίνεις αγερώχως εν οδώ,
και τα μάτια σου τα στρέφεις πότ’ εκεί και πότ’ εδώ,
σοβαρεύεσαι για μας, κι εις πολλά κακά και κόπους
υποβάλλεσαι γυμνόπους.

Στρεψιάδης

Ω Γη, τι λόγος ιερός, σεμνός, φρικτός, τρομάρα.

Σωκράτης

Αυταί και μόνον αι Θεαί, παν άλλο κουταμάρα.

Στρεψιάδης

Και πώς; Τον Δία, δάσκαλε, Θεόν δεν τον νομίζεις;

Σωκράτης

Τι Ζευς και Ζευς; δεν είναι Ζευς, και μη τσιλιμπουρδίζεις.

Στρεψιάδης

Τότε ποιος βρέχει, δάσκαλε;… τούτο για πες μου πρώτα.

Σωκράτης

Αυταί, και τούτο γρήγορα προς σε τον κεχηνότα
θα τ’ αποδείξω μ’ εύκολα σημεία και τρανά…
τον είδες τον Ολύμπιον να βρέχει πουθενά
χωρίς εκείναι στην βροχήν να φαίνονται παρούσαι;
αλλέως, αν αυτός ο Ζευς μονάχος ημπορούσε
να στέλλει κάτω τας βροχάς, των όμβρων τας θυέλλας,
τότε συχνά θα βλέπαμε βροχήν χωρίς νεφέλας.

Στρεψιάδης

Μα τον Θεόν Απόλλωνα, τα ’πες πολύ καλά
με λόγια στρογγυλά.
Κι εγώ θαρρούσα πως ο Ζευς, που τους κακούς βαρεί,
μέσ’ από κάποιο κόσκινο τον κόσμο κατουρεί.
Μα ποιος εκείνος, που βροντά στους ουρανούς απάνω;
τούτο με κάνει, δάσκαλε, να τρέμω, να τα χάνω.

Σωκράτης

Αυταί με κατρακύλημα μουγγρίζουν τρομεραί.

Στρεψιάδης

Μα πώς; εξήγησέ μου το, Σωκράτη τολμηρέ.

Σωκράτης

Οπόταν με πολύ νερό γεμίσουν κρεμασμέναι
κι αναγκασθούν να κινηθούν με τούτο φορτωμέναι,
βαρείαι συγκρουόμεναι τας μεν αι δε σκουντούν
και σπάζουν και βροντούν.

Στρεψιάδης

Ο Ζευς δεν κάνει να κυλούν με βρόντο δυνατό;

Σωκράτης

Ο Σίφουνας.

Στρεψιάδης

Ο Σίφουνας; δεν το ’ ξερα κι αυτό
πως για Θεός ο γερο-Ζευς σαν πρώτα δεν περνά,
κι ο Σίφουνας τον έδιωξε και τούτος κυβερνά.
Όμως δεν μου ’πες τίποτα για την βροντή, σοφέ.

Σωκράτης

Και πώς λοιπόν; δεν άκουσες σαν έλεγα, κουφέ,
πως φορτωμέναι με νερό τας μεν αι δε σκουντούν,
κι ένεκα της πυκνότητος με πάταγον βροντούν;

Στρεψιάδης

Μα πώς; απόδειξέ μου το φως φανερά να ξέρω.

Σωκράτης

Εις τούτο σε τον ίδιον απόδειξιν θα φέρω.
Όταν ’στα Παναθήναια μετ’ απληστίας τόσης
από ζουμί φουσκώσεις,
μέσ’ στην κοιλιά σου χαλασμός δεν γίνεται μεγάλος
και δυνατών γουργουρητών δεν την σαλεύει σάλος;

Στρεψιάδης

Πολλά μα τον Απόλλωνα παθαίνω στη στιγμή,
και με ταράζει και βροντά και σκούζει το ζουμί,
παξ στην αρχή σιγά σιγά, διπλό παππάξ αργότερα,
κι ύστερα πάλι παπαππάξ ακόμη δυνατότερα,
κι όταν κατόπιν, δάσκαλε, το χεζουριό με πιάνει
Τωόντι παπαππάξ παππάξ σαν τις Νεφέλες κάνει.

Σωκράτης

Σκέψου λοιπόν τι γίνεται κι ο νους σου να το κρίνει,
αν μια κοιλίτσα τόση δα τέτοιες πορδές αφήνει,
δεν είναι φυσικότατον ο γύρω μας αέρας,
οπού δεν έχει πέρας,
με τόσον γδούπον να βροντά καθ’ όλα του τα μέρη;…
για τούτ’ ο πόρδος της βροντής ποσώς δεν διαφέρει.

Στρεψιάδης

Κι ο κεραυνός πώς γίνεται, που ’ναι φωτιά μονάχη,
και κατακαίει μονομιάς όποιον εμπρός του λάχει,
και τσουρουφλούν τους ζωντανούς τα φλογερά του βέλη;
τούτον ο Ζευς φως φανερά στους επιόρκους στέλλει.

Σωκράτης

Και πώς, μωρέ, κρονόληρε, και χρόνων παμπαλαίων
κουφάρι γηραλέον,
τους επιόρκους αν κτυπά με φλόγ’ ανελεήμονα,
πώς Θέωρον δεν έκαυσε, Κλεώνυμον και Σίμωνα,
αφού κι οι τρεις εδείχθησαν επίορκοι μεγάλοι,
μα τους ιδίους του ναούς, το Σούνιον προσβάλλει,
κι όλας τας δρυς τας υψηλάς;… τι του ’ρχεται, κουτέ,
αφού και δρυς επίορκος δεν γίνεται ποτέ;

Στρεψιάδης

Ξέρω κι εγώ… μου φαίνεται πως ομιλείς με νου,
μα δίδαξέ με, δάσκαλε, περί του κεραυνού.

Σωκράτης

Όταν εις ταύτας άνεμος ξηρός κατακλεισθεί
σαν φούσκα μέσα τας φυσά, κι οπόταν πιεσθεί
τας σπάζει συμπυκνούμενος και λάβρος έξω χύνεται,
κι εκ του τριγμού και της ορμής πυρ μοναχός του γίνεται.

Στρεψιάδης

Εις τα Διάσια κι εγώ την έπαθα, Σωκράτη…
έψηνα τότε μια κοιλιά με κοπριές γεμάτη,
μα να την σχίσω ξέχασα, κι εκείν’ η σιχαμένη
φυσούσε φουσκωμένη,
ως που με κρότο ξέσπασε κι εγίνηκε κομμάτια
και μου ’καψε κι ετσίρλισε και πρόσωπο και μάτια.

Χορός

Άνθρωπε, που τόσον θέλεις κι αληθώς επιθυμείς
την σοφίαν την μεγάλην να σου μάθωμεν ημείς,
πόσον θα γενείς ευδαίμων εν τω μέσω των Ελλήνων
και των Αθηναίων όλων, αν κρατείς των ανθρωπίνων,
αν καθόλου μήτε στάσις μήτε δρόμος σε κουράζει,
μήτε ψύχος σε πειράζει,
αν πολύ φαγάς δεν είσαι
κι εις φαγί λιτόν αρκείσαι,
αν επιμελώς απέχεις οίνου, μέθης, γυμνασίων,
και μωρών αφροδισίων,
κι αν ως κάλλιστον νομίζεις τούτο, που φρονεί καθείς
δεξιός ανήρ κι ευθύς,
με την σκέψιν και την πράξιν να νικάς τους αντιπάλους,
και την γλώσσαν έχων όπλον να τους καταντάς αλάλους.

Στρεψιάδης

Όσο γι’ ακούραστη ψυχή και σκέψεις και φροντίδες,
που δεν αφήνουν εύκολα ν’ απλώνεις τις αρίδες,
όσο για δύστυχη κοιλιά, που να βαστά στον πόνο
και φτωχικά να τρέφεται με λάχανα και μόνο,
σας δίνω το κουφάρι μου να μου το βασανίσετε
και σαν αμόνι γύφτικο να μου το κοπανίσετε.

Σωκράτης

Λοιπόν ομνύεις πως Θεόν δεν προσκυνείς κανένα,
εκτός εκείνων, που σ’ εμάς χαρίζουν νουν και φρένα;
να! τας Νεφέλας δηλαδή, το χάος και την γλώσσαν,
αυτά τα τρία μοναχά, τριάδα κυβερνώσαν;

Στρεψιάδης

Ω! ναι, στους άλλους τους Θεούς ποτέ δεν θα μιλήσω
κι αν μπρος τους απαντήσω,
κάθε θυσία και σπονδή για τούτους θα την πάψω,
μήτε λιβάνι σαν και πριν στη χάρι των θα κάψω.

Χορός

Και τι γυρεύεις; λέγε μας… ευδαίμων θα φανείς
αν θέλεις να ’σαι λόγιος κι ημάς αν προσκυνείς.

Στρεψιάδης

Εκατό σταδίους μόνο σας παρακαλώ, Νεφέλες,
τους λογάδες της Ελλάδος να περνώ στις παπαρδέλες.

Χορός

Θα σου κάμωμεν προθύμως ό,τι ταπεινώς ζητείς,
κι από σήμερα με γνώμας δεν θα βγαίνει νικητής
κανείς άλλος εις τον Δήμον
σαν και σένα πανδαήμων.

Στρεψιάδης

Όχι, γνώμες μη μου λέτε, δεν χρειάζονται σ’ εμένα,
εγώ θέλω μόνον ένα,
πώς να τα στρεψοδικήσω
και τα χρέη να γλιστρήσω.

Χορός

Ό,τι θέλεις θα σου γίνει, πόθους δεν ποθείς μεγάλους,
πλην με θάρρος παραδώσου στους δικούς μας τους δασκάλους.

Στρεψιάδης

Αφού τώρα σας πιστεύω και πολύ σας εκτιμώ,
υπακούω στην ανάγκη, που μου σφίγγει το λαιμό
εξ αιτίας των αλόγων και των δίφρων και του γάμου,
που με τούτον έχω χάσει και τα μαλλοκέφαλά μου.
Ας με κάνουν ό,τι θέλουν, το κορμί μου τους αφήνω,
κι ας βουρλίζονται μ’ εκείνο,
ας μου γδάρουν το τομάρι και καθείς ας το κτυπά,
ας με δέρνει πείνα, δίψα, κρύο, ζέστη, και λοιπά,
μια τα χρέη να ξεφύγω κι ας φανώ πομπή των δρόμων,
πρωτοψεύστης δίχως τσίπα, κινητό βιβλίο νόμων,
πρωτομάστορης σε λόγια, δικογνώστης, κατεργάρης,
τολμηρός, γλωσσοκοπάνα, μαλαγάνα, καυχησιάρης,
βρωμολέρα, περιπαίκτης, φόρτωμα, φρικτός, λιμάρης,
γλιστερός, καλπομονέδα, και πολύγνωμος σαλιάρης.
Όταν μ’ απαντούν μπροστά των ας με λούζουν δυνατά
με χειρότερ’ απ’ αυτά,
μα την Δήμητρα, σαν θέλουν, ας με κάνουν έτσι κι έτσι,
κι ας προσφέρουν στους δασκάλους τ’ άντερά μου κοκορέτσι.

Χορός

Φρόνημα γενναίον έχεις, μα και πρόθυμον συγχρόνως,
κι αποφαίνεσαι σωφρόνως.
Κι όταν όλ’ αυτά τα μάθεις παρ’ ημών επιμελώς,
τούτο γνώριζε καλώς
πως λαμπράς θα τύχεις δόξης…

Στρεψιάδης

Τι θα πάθω;

Χορός

Δι’ αυτών
θ’ αποκτήσεις ένα βίον διά πάντα ζηλευτόν.

Στρεψιάδης

Τάχα θα το δω ποτέ μου;

Χορός

Θαυμαστός θα γίνεις τότε,
που στας θύρας σου θα τρέχουν οι των λόγων θιασώται,
και θα θέλουν άρον άρον μετά σου να συζητούν
κι εις πολλά θα σ’ ερωτούν,
συσκεπτόμενοι μαζί σου τόσας δίκας τιμαλφείς
με την πείραν και την γνώσιν της φρενός σου της σοφής.
Όμως άρχισε, πρεσβύτα, που θεοποιείς ημάς,
να διδάσκεις τον πρεσβύτην και να κάμεις δοκιμάς,
και τον νουν του να κεντήσεις με τον πόθον της σπουδής
και την γνώμην του να δεις.

Σωκράτης

Λέγε λοιπόν τους τρόπους σου να μάθω τους ποικίλους,
και τότε νέας μηχανάς να φέρω καταλλήλους.

Στρεψιάδης

Τι σκέπτεσαι για τους Θεούς; θα βάλω τις φωνές…
μη φρούριο μ’ ενόμισες και θέλεις μηχανές
να στήσεις κατεπάνω μου;


Σωκράτης

Μη φλυαρείς, βουβάσου,
θέλω να μάθω κατ’ αρχάς καμπόσα φυσικά σου.
Έχεις καλόν μνημονικόν;

Στρεψιάδης

Διπλό και παραπάνω,
δεν λησμονώ σαν μου χρωστούν, μα σαν χρωστώ ξεχάνω.

Σωκράτης

Στο λέγειν δεν αισθάνεσαι ροπήν, ελεεινέ;

Στρεψιάδης

Στο λέγειν όχι, δάσκαλε, στο μη πληρώνειν ναι.

Σωκράτης

Και πώς θα μάθεις;

Στρεψιάδης

Έννοια σου και δεν θα λυπηθείς.

Σωκράτης

Λοιπόν τον νου σου, πρόσεχε ν’ αρπάξεις παρευθύς
ό,τι για τα μετέωρα, καν και για τίποτ’ άλλο,
σοφόν θα σου προβάλω.

Στρεψιάδης

Πως; την σοφία, δάσκαλε, θ’ αρπάξω σαν σκυλί;

Σωκράτης

Άνθρωπος είσαι βάρβαρος κι αγράμματος πολύ,
και βλέπω ξυλοφόρτωμα πως θέλεις, κακομοίρη…
πλην έλα τώρα να μου πεις, όταν κανείς σε δείρει,
τι κάνεις τότε;

Στρεψιάδης

Δέρνομαι κι ύστερ’ από το ξύλο
αμέσως μάρτυρας καλώ για να τον καταγγείλω,
κι ύστερα πάλι, δάσκαλε, με μια παρουσιάζομαι
μπροστά στο Δικαστήριο κι αυθημερόν δικάζομαι.

Σωκράτης

Έλα, χωρίς ν’ αργοπορείς το φόρεμά σου βγάλε.

Στρεψιάδης

Έκανα τίποτα κακό, φιλόσοφε μεγάλε;

Σωκράτης

Όχι, πλην όσοι της Σχολής μανθάνουν το μυστήριον
εισέρχονται κατ’ έθιμον γυμνοί στο φροντιστήριον.

Στρεψιάδης

Όμως εγώ δεν έρχομαι να ψάξω…

Σωκράτης

Μη φλυάρει,
μα βγάλ’ ευθύς το φόρεμα και γδύσου, ξεκουτιάρη.

Στρεψιάδης

Αν όμως είμ’ επιμελής και πρόθυμος μαθαίνω
με ποιον από τους μαθητάς παρόμοιος θα γένω;

Σωκράτης

Του Χαιρεφώντος όμοιος θα γίνεις…

Στρεψιάδης

Συφορέλια μου!
θα φαίνομαι του Θανατά και θα λυγούν τα σκέλια μου.

Σωκράτης

Σιώπα, κάνε γρήγορα και πίσω μου περπάτει.

Στρεψιάδης

Μα δος μου πρώτα να κρατώ μελόπιτα, Σωκράτη,
και σκιάζομαι να κατεβώ σε τούτο το κατώγι
σαν να ’ναι το Τροφώνιον…

Σωκράτης

Σκασμός, αρκούν οι λόγοι,
και μη σκυφτός χρονοτριβείς και βλέπεις γύρω γύρω,
προχώρει μη σε δείρω.

Χορός Α’.

Πήγαινε λοιπόν, ω γέρων,
αγαλλόμενος και χαίρων
δι’ αυτήν σου την ανδρείαν, κι ευτυχής ας είναι μόνος
όστις όταν εις το γήρας πλησιάσει το βαθύ,
με τα πράγματα τα νέα συμμορφώνεται συγχρόνως
και παιδεύεται κι ασκείται με σοφίαν αληθή.
Τον Διόνυσον ομνύω, που μ’ ανέθρεψε ποτέ,
πώς με θάρρος κι ελευθέρως θα λαλήσω, θεαταί,
κι είθε να φανώ σοφός, νικητής στους αντιπάλους,
όπως θεατάς κι εγώ σας νομίζω φιλοκάλους,
κι ενωτίσθητε σεις πρώτοι, θεαταί γραμματισμένοι,
την παρούσαν κωμωδίαν, που ’ναι τέλεια γραμμένη,
πλην μ’ επότισε πικρίας κι είχα φύγει χολωμένος
ένεκα κριτών αδίκων παρ’ αξίαν νικημένος.
Δι’ αυτά παραπονούμαι προς σας όλους τους εγκρίτους,
που προς χάριν σας αγώνας ηγωνίσθην πολυτρύτους,
μα ποτέ δεν θα προδώσω τους σοφούς μου κριτικούς
και δεν θα τους πω κακούς,
κι από τότε, που κριταί κι άνδρες λόγου και σπουδών
έκριναν τον Σώφρονά μου,
και τον Καταπύγωνά μου
μετ’ επαίνων αφειδών,
επειδή δε νέος ήμουν και παρθένος τρυφερά
και δεν έπρεπε να κάμω τοκετόν στα φανερά,
τους εξέθεσα σαν νόθα, πλην κατ’ εύνοιαν της μοίρας
σ’ άλλης κόρης ήλθαν χείρας,
και σεις πάντες ως αρίστους τους εκρίνατε στην πάλην·
από τότε πίστιν τρέφω προς την κρίσιν σας μεγάλην.
Τώρα δε σαν την Ηλέκτραν η παρούσα κωμωδία
ήλθε θεατάς ν’ ανεύρει σοφωτάτους εν παιδεία,
κι αληθώς εντός του πλήθους θα τους εύρει του σοφού
αν ιδεί σαν την Ηλέκτραν τους βοστρύχους αδελφού.
Και σκεφθείτε πόσον είναι στα σεμνά συνηθισμένη,
που δεν ήλθε με το πέος το δερμάτινον ζωσμένη,
παχύ, κόκκινον εις τ’ άκρα, να το βλέπουν παιδαρέλια
να λιγώνονται στα γέλια,
μήτε κόρδακα δεν σύρει, μήτε σκώπτει φαλακρούς
να φαιδρύνει τους μικρούς,
μήτε και κανένας γέρος, όταν στίχους τραγουδεί,
τον πλησίον του παρόντα δεν ξυλίζει με ραβδί
να σκεπάσει με το ξύλο σιχαμένα χωρατά,
μήτε δάδας δεν βαστάζει, μήτε σκούζει δυνατά,
μόνον δε στον εαυτόν της και στους στίχους της θαρρεί
και θαρρούσα προχωρεί.
Κι αν τοιούτος ποιητής δεν φουσκώνω δι’ αυτό,
μήτε σας, ω θεαταί, ν’ απατήσω δεν ζητώ,
μήτε τας αυτάς ιδέας δεν εισάγω κατά κόρον,
άλλ’ ευρίσκω πλούτον νέων, δεξιών και διαφόρων.
Και τον Κλέωνα, σαν είχε την ισχύν του την μεγάλην,
τον μαστίγωσ’ άνευ οίκτου
δια γλώσσης αμειλίκτου,
πλην αυτόν αποθανόντα δεν εκτύπησα και πάλιν.
Εν τοσούτω, θεαταί,
άλλοι πλείστοι ποιηταί
τον Υπέρβολον πατούν, τον κλωτσούν εις την γαστέρα,
του κτυπούν και την μητέρα,
μόλις έδωσε κι εκείνος αφορμήν κατηγορίας
ένεκα λαθροχειρίας.
Ο μεν Εύπολις αχρείως δίχως κόκκον εντροποής
καταστρέψας και στρεβλώσας τους δικούς μας τους Ιππής
πρώτον πρώτον στην σκηνήν έφερε τον Μαρικά,
και μέσ’ στ’ άλλα κωμικά
έβαλε γριά μεθύστρα μόνον χάριν του χορού,
μα κι ο Φρύνιχος την είχε σ’ ένα δράμα προ καιρού
και καθώς την Ανδρομέδα την κατάπινε το ψάρι…
τον Υπέρβολον ως θέμα κι Έρμιππος τον είχε πάρει,
κι άλλοι συγγραφείς δραμάτων
τούτον έχουν στήριγμά των,
και μιμούνται τας εικόνας, που ’χα κάμει με τα χέλια.
Όστις το λοιπόν με τούτους ξεκαρδίζεται στα γέλια
αυτός τέρψιν ας μη βρίσκει παντελώς στα σκώμματά μου,
αν δ’ ευφραίνεσθε μ’ εμένα και με τα ποιήματά μου,
εις το μέλλον θα φανείτε
πως ορθότατα φρονείτε.

Χορός Β’.

Σύρω χορόν μεγάλον,
εξ όλων δε των άλλων
πρώτα καλώ τον Ζήνα, μόνον Θεών δεσπότην,
των ουρανών οικούντα την κορυφήν την πρώτην,
μα και τον Ποσειδώνα τον τόσον κρατερόν,
φύλακα της τριαίνης,
όστις της οικουμένης
αναμοχλεύ’ ηπείρους και πόντον αλμυρόν.

Χορός Α’.

Και τον μεγαλόδοξον και σεμνόν αέρα,
όντως ζωοπάροχον και πνοής πατέρα,
και κατόπιν του φωτός τον θεόν εκείνον,
που της γης κρατεί με φως χρυσαυγών ακτίνων
έκλαμπρος ηνιοχών ίππους ακαμάτους,
θεός μέγας στους θνητούς και στους αθανάτους
Θεαταί μεστοί σοφίας να προσέξετε καλά,
και προς σας παράπονά μας θ’ αναφέρωμεν πολλά.
Αν κι εμείς σας συντηρούμεν, πλην σκληρώς μας αδικείτε,
κι αν αυτήν εδώ την πόλιν, την οποίαν κατοικείτε,
περισσότερον εξ όλων ωφελούμεν των Θεών,
ημάς μόνον αναξίας θεωρείτε θυσιών.
Όταν κάμνετ’ εκστρατείας όπως όπως δίχως νου,
ψιχαλίζομεν, βροντώμεν ηχηρώς εξ ουρανού,
κι όταν τον θεομισή Παφλαγόνα βυρσοδέψην
εξελέξατε ποτέ στρατηγόν σας δίχως σκέψιν,
εσκοτίσθη παρευθύς η των ουρανών αιθρία,
κι άλλα, θεαταί, δεινά σάς εφέραμεν μυρία,
κι έτριξε μετ’ αστραπής μια βροντή, μα κι η Σελήνη
δρόμον άλλαξε κι εκείνη,
ο δε Φοίβος ο μαρμαίρων, ο δεσπότης του φωτός,
τα μεγάλα του φιτίλια τα συμμάζεψε κι αυτός,
κι είπε πως δεν θα φωτίσει
αν ο Κλέων στρατηγήσει.
Όμως πρώτος εξελέγη μεταξύ των στρατηγών
ο μεγάλος Παφλαγών,
επειδή και τρέχει φήμη πως δεν έχετε μυαλό
κι οι θεοί τα σφάλματά σας πως τα βγάζουν σε καλό.

Θα σας δείξωμεν δ’ ευκόλως πόσον θα κερδίσ’ η χώρα
όταν τούτο γίνει τώρα.
Αν τον Κλέωνα τον γλάρον
συλλαβόντες άρον άρον
ένεκα των διαφόρων
λαθροχειριών και δώρων,
δέσετε σφικτά στο ξύλον τον λαιμόν του τον σκληρόν,
κι αν ποτέ κανένα σφάλμα διεπράξατε μωρόν,
τούτο πάλιν εις την πόλιν όπως πρώτα θα συντείνει
μέγα τι καλόν να γίνει.

Άναξ της Δήλου Φοίβε, πάλιν ελθέ προς ύμνους,
οπού της Κύνθου ράχεις κρατείς υψηλοκρήμνους,
και συ, που της Εφέσου κατέχεις τον ναόν,
τον πάγχρυσον εκείνον, τον όντως αγλαόν,
και σε τιμούν αξίως αι της Λυδίας κόραι,
και συ, Θεά δική μας, παρθέν’ αιγιδοφόρε,
εσύ της χώρας ταύτης προστάτις Αθηνά,
που πάντοτε την σώζεις απ’ όλα τα δεινά,
και συ, μεγάλε Βάκχε, που μαίνεσαι φρενήρης
με τρελλοπανηγύρεις,
κι εξέχων αναμέσον των Δελφικών Μαινάδων
στον Παρνασσόν αστράπτεις με φως πυρσών και δάδων.

Όταν προς αυτήν την πόλιν ο χορός μας εξεκίνει
μας ευρήκε κατά τύχην εις τον δρόμον η Σελήνη
και παρήγγει λε α πούμε χαιρετίσματα πολλά
και προς σας και τους συμμάχους, κι όλοι να ’σαστε καλά.
Κι έπειτα μας είπεν ότι την θυμώνετε πολύ,
αν και μ’ έργα κι όχι λόγια φανερά σάς ωφελεί.
Πρώτα σε δαδί τον μήνα μια δραχμή κερδίζετε,
όπως το γνωρίζετε,
κι όταν βγαίνετε το βράδυ, τότε λέτε στο παιδί:
«το φεγγάρι μάς φωτίζει, μην ξοδεύεις για δαδί».

Φέρει κι άλλας ωφελείας, όμως σεις την σκάνετε,
και των ημερών την τάξιν άνω κάτω κάνετε,
κι οι Θεοί σας κάθε τόσο την Σελήνην φοβερίζουν,
όταν νηστικοί γυρίζουν,
και δεν φεύγουν χορτασμένοι με θυσίαν λιπαράν
σύμφωνα με τας ημέρας και την πρέπουσαν σειράν.
Κι όταν θέλωμεν θυσίας, σεις δεν θυσιάζετε,
μα στρεβλώς δικάζετε,
όταν δε τον Σαρπηδόνα και τον Μέμνονα πενθούμεν
και νηστεύομεν απ’ όλα δι’ εκείνους κι ασιτούμεν,
σεις προσφέρετε θυσίας κι η καρδούλα σας ανοίγει…
δι’ αυτά σαν είχε λάχει στον Υπέρβολον να φύγει
φετεινός Ιερομνήμων, ανηρπάγη παρ’ ημών
εξ αυτής της κεφαλής του το στεφάνι με θυμόν,
επειδή μ’ αυτόν τον τρόπον αναγκαίον θα νομίσει
με την τάξιν της Σελήνης την ζωήν να κανονίσει.

Σωκράτης

Μα τον Αέρα, την Πνοήν, το Χάος, την Τριάδα,
τοιούτον άνδρα βάναυσον ποτέ μου δεν ξανάδα,
κι απαίδευτον κι ανόητον, που τόσον να ξεχάνει,
και μόλις πράγματα μικρά κι ασήμαντα μανθάνει,
προτού τα μάθει τα ξεχνά… Μα τώρ’ ας τον φωνάξω
εκτός της θύρας εις το φως να βγει να τον διδάξω.
Ε! Στρεψιάδη, σε καλώ να βγεις με το κρεβάτι.

Στρεψιάδης

Μα δεν μ’ αφήνουν, το κρατούν οι κόρυζες, Σωκράτη.

Σωκράτης

Βάλε το κάτω γρήγορα κι άκου με προσοχή.

Στρεψιάδης

Ιδού με.

Σωκράτης

Λέγε τι ποθείς να μάθεις στην αρχή
απ’ όσα δεν σ’ εδίδαξα κι απ’ όσα συ κανένα
δεν έχεις μαθημένα.
Καν έπη θέλεις, καν ρυθμούς, καν μέτρα; πες μια γνώμη

Στρεψιάδης
Ναι για τα μέτρα μάθε με, γιατί προχθές ακόμη
δυο χοίνικας μου σούφρωσε κάποιος κλεφτοψωμάς.
Σωκράτης

Όμως εγώ σ’ ερώτησα τι μέτρον προτιμάς;
τρίμετρον ή τετράμετρον;

Στρεψιάδης

Το πιο καλό για ’μένα
είναι των έξη το μισό…

Σωκράτης

Λόγια μιλάς χαμένα.

Στρεψιάδης

Μαζί μου τώρα, δάσκαλε, συμφώνησε και κρίνε
αυτό των έξη το μισό τετράμετρο πως είναι.

Σωκράτης

Πόσον αγροίκος φαίνεσαι και δυσκολομαθής!
έτσι θα μάθεις τους ρυθμούς; άιντε να μου χαθείς.


Στρεψιάδης
Μα δεν μου λες, για το ψωμί
θα μ’ ωφελήσουν οι ρυθμοί

Σωκράτης
Πρώτον θα φαίνεσαι κομψός κι εντύπωσιν θα κάνης
εν μέσω συναναστροφών,ssp;
από τους τρέχοντας ρυθμούς σαν να’ σαι μουσικό
ποίος ο κατά δάκτυλον, τις ο πολεμικός.

Στρεψιάδης

Ποίος ο κατά δάκτυλον;

Σωκράτης
Ναι, μα τον Δία.

Στρεψιάδης

Ξέρω

Σωκράτης
Πες μου.

Στρεψιάδης
Ποιος άλλος απ’ αυτόν τον δάκτυλό μου, γέρο;
αλλά σαν ήμουνα παιδί τούτος εδώ που βλέπεις.

Σωκράτης
Είσ’ επιπόλαιος πολύ και προς τ’ αχρεία ρέπεις

Στρεψιάδης
Δεν θέλω τίποτ’ απ’ αυτά, γέρο συφοριασμένε.
Σωκράτης
Αμέ τι θέλεις το λοιπόν;
Στρεψιάδης

Εκείνο πώς τον λένε,
θέλω τον λόγον να μου πεις, αυτόν τον αδικότατον.

Σωκράτης

Μα πριν εκείνου χρήσιμον θαρρώ κι αναγκαιότατον
ποια τ’ άρρενα τετράποδα να μάθεις κατά βάθος.

Στρεψιάδης

Αν το μυαλό δεν μου’ φυγε τα ξέρω δίχως λάθος,
ταύρος και τράγος και κριός κι αλεκτρυών και σκύλος.

Σωκράτης

Βλέπεις τι λάθος, άνθρωπε, διέπραξες προδήλως;
Αλεκτρυόνα γενικώς αποκαλείς αμφότερα
κι αρσενικόν και θηλυκόν.

Στρεψιάδης

Πώς; μίλα καθαρώτερα.

Σωκράτης

Αλεκτρυών κι αλεκτρυών.

Στρεψιάδης;

Ναι μα τον Ποσειδώνα.

Πώς πρέπει τάχα να το ’πώ;
Σωκράτης
Ποσώς αλεκτρυόνα.
Εκείνην αλεκτρύαιναν κι αλέκτορα τον άλλον.

Στρεψιάδης
Τρις εύγε σου μα την πνοήν, ω πρώτε των δασκάλων.
Μόνον γι’ αυτό το μάθημα μ’ αλεύρι θα γεμίσω
την αδειανή σου Κάρδοπο για να σ’ ευχαριστήσω.

Σωκράτης

Ορίστε, προς τοις άλλοις
και κατά τούτο σφάλλεις.
Την Κάρδοπον την θηλυκήν
εσύ την λες αρσενικήν.

Στρεψιάδης
Πώς δηλαδή την Κάρδοπον αρσενικήν καλώ;

Σωκράτης

Να, σαν να λες Κλεώνυμος.

Στρεψιάδης

Μα πώς, βαθύ μυαλό;

Σωκράτης

Κλεώνυμος και Κάρδοπος σημαίνουν ένα γένος.

Στρεψιάδης

Αλλ’ όμως ο Κλεώνυμος ο κακομοιριασμένος
ποτέ δεν είχε Κάρδοπον να πούμε δηλαδή,
μα τα ψωμιά του ζύμωνε σε στρογγυλό γουδί.
Λοιπόν πώς πρέπει του λοιπού να την καλώ, Σωκράτη;

Σωκράτης

Ιδού Καρδόπην λέγε την ωσάν να λες Σωστράτη.

Στρεψιάδης

Λοιπόν Καρδόπην;

Σωκράτης

Μάλιστα, την λέγεις θηλυκήν
κατά την λογικήν.

Στρεψιάδης

Έτσι θα ’ναι, Κλεωνύμη και Καρδόπη…

Σωκράτης

Περιπλέον
κι εκ των άλλων ονομάτων των αρρένων και θηλέων
είν’ επάναγκες να μάθεις ποία μεν τ’ αρσενικά,
ποία δε τα θηλυκά.

Στρεψιάδης

Αμ’ τα ξέρω και τα ξέρεις… από θηλυκά σωρεία…
Λύσιλλα και Κλειταγόρα, Φίλιννα και Δημητρία.

Σωκράτης

Αμ’ αρσενικά;

Στρεψιάδης

Χιλιάδες, ο Φιλόξενος, και τ’ άλλα,
Μελησίας, Αμυνίας…

Σωκράτης

Πλην, μωρέ χοντροκέφαλα,
τούτ’ αρσενικά δεν είναι…


Στρεψιάδης

Σε σας τέτοια δεν περνούν;

Σωκράτης

Ως τοιαύτα στην Σχολήν μας μηδαμώς δεν τα φρονούν,
επειδή τον Αμυνίαν καθ’ οδόν αν συναντήσεις
πώς αυτόν θα προσφωνήσεις;

Στρεψιάδης

Πώς; να πώς… έλ’ Αμυνία, που σε θέλω…

Σωκράτης

Τι λαλείς;
βλέπεις πως την Αμυνίαν την γυναίκα προσκαλείς;

Στρεψιάδης

Και δικαίως, δάσκαλέ μου,
όταν σε καιρούς πολέμου
δεν πηγαίνει στρατιώτης… πλην αυτά τι να τα κάνω,
που νερό τα ξέρουν όλοι;… τον καιρό μου μόνο χάνω.

Σωκράτης

Τίποτα κανείς δεν ξέρει• τώρα πέσε και σκεπάσου
στο κρεβάτι…

Στρεψιάδης

Τι να κάνω;

Σωκράτης

Να σκεφθείς για τα δικά σου

Στρεψιάδης
Μα θα σε παρακαλέσω
στο κρεβάτι να μην πέσω,
αλλ’ αν πρέπει να ξαπλώσω, να μ’ αφήσεις εδώ χάμω
κάθε σκέψι μου να κάμω.

Σωκράτης

Όπως είπα και θα γίνει…

Στρεψιάδης

Τι θα πάθ’ ο δυστυχής
σήμερα με τους κορέους…

Χορός Β’.

Σκέπτου μετά προσοχής,
και δοκίμαζε και βλέπε
κι εις πολλά τον νουν σου τρέπε,
κι όλον να τον συγκεντρώσεις επιμόνως σ’ ένα μέρος
κι απ’ εδώ κι απ’ εκεί πέρα να τον στρέφεις ελευθέρως,
κι όταν λύσιν δεν ευρίσκεις, ευθύς σ’ άλλην σκέψιν πήδα,
γλυκύς ύπνος μη σε πάρει, κι έχε μάτια σαν γαρίδα.

Στρεψιάδης

Ποπώ, ποπώ, ποπώ, ποπώ!…

Χορός Β’.

Τι τόσον σε ταράττει;

Στρεψιάδης

Ο δυστυχής εχάθηκα… μέσ’ από το κρεβάτι
σιγά σιγά Κορίνθιοι κορέοι ξετρυπώνουν
κι αλύπητα δαγκώνουν.
Μια στιγμή δεν μ’ αφήνουν,
δώσ’ του κι αίμα μού πίνουν,
κομματιάζουν παγίδια,
μου τραβούνε τ’ αρχίδια,
και τον κώλο τρυπάνε,
και ζητούν να με φάνε.


Χορός Β’.

Τόσον βαρέως μην αλγείς.

Στρεψιάδης

Και πώς, Θεές κυράδες,
που’ χασα κι αίμα και πετσί, παπούτσια και παράδες,
και μέσα στ’ άλλα κάθομαι σαν φύλακας εδώ
και γλυκοτραγουδώ,
κι ακόμη λίγο χάνομαι
κι απ’ τα μαλλιά μου πιάνομαι;

Σωκράτης

Τι κάνεις συ; δεν σκέπτεσαι;

Στρεψιάδης

Ναι μα τον Ποσειδώνα.

Σωκράτης

Και ποίαν σκέψιν έκαμες;

Στρεψιάδης

Αν μέσ’ στον κορεώνα
θα μ’ απομείνει τίποτα με τους κορέους…

Σωκράτης

Χάσου.

Στρεψιάδης

Τι να χαθώ που χάθηκα, Σωκράτη μου…

Σωκράτης

Σκεπάσου,
μη σε χαυνώνουν, άνθρωπε, λιμώττοντες κορέοι,
σφίξου να βρεις μια πονηριά για ν’ αρνηθείς τα χρέη.

Στρεψιάδης

Αλίμονο, Σωκράτη μου… ποιος μέσ’ σ’ αυτό το χάλι
απάνω μου θα βάλει
αρνιού πυκνόμαλλη προβιά για να κουκουλωθώ
Και να ’βρω κάποια μέθοδο τα χρέη ν’ αρνηθώ;

Σωκράτης

Τώρ’ ας τον ιδώ τι κάνει
κι αν την ώρα του δεν χάνει.
Ε! κοιμάσαι, μαθητά μου;

Στρεψιάδης

Διόλου, κόρυζες σαρώνω.

Σωκράτης

Βρήκες τίποτα;

Στρεψιάδης

Τι να ’βρω;

Σωκράτης

Τίποτα;

Στρεψιάδης

Σε βεβαιώνω.
Την ξερή μου μοναχά μέσα στο δεξί κρατώ,
τίποτ’ άλλο παρ’ αυτό.

Σωκράτης

Έλα γρήγορα σκεπάσου να μπορέσεις να σκεφθείς.

Στρεψιάδης

Μα για ποιο; συ τούτο πες μου για ν’ αρχίσω παρευθύς.

Σωκράτης

Λέγε πρώτος συ τι θέλεις…

Στρεψιάδης

Χίλιες δυο φορές σου το ’πα,
ήγουν πώς να μην πληρώσω σε κανένα τόκους…

Σωκράτης

Σώπα,
και σκεπάσου τώρα πάλιν και λεπτόν τον νουν ν’ αφήσεις
κι έν προς έν τα πράγματά σου βαθμηδόν ν’ ανερευνήσεις.

Στρεψιάδης

Ωχ! ο δόλιος τι παθαίνω!…

Σωκράτης

Παντελώς μην ανησύχει,
κι αν εις σκέψιν σου καμίαν κάποια δυσκολία τύχει,
άφηνέ την, και κατόπιν εις εκείνην ξαναπέτα,
και τα πράγματα ζυγίζων ακριβώς συνάρμοζέ τα.

Στρεψιάδης

Σωκρατάκη, Σωκρατάκη.

Σωκράτης

Τι με θέλεις, γεροντάκι;

Στρεψιάδης

Για να μη πληρώσω τόκους βρήκα λύσι δυνατή.

Σωκράτης

Λέγε μού την.

Στρεψιάδης

Θα την μάθεις, μα για πες μου πρώτα…

Σωκράτης

Τι;

Στρεψιάδης

Αν που λες της Θεσσαλίας καμιά μάγισσ’ αγοράσω
και την νύκτα με τα μάγια το φεγγάρι κατεβάσω,
και καλά κλεισμένο το ’χω σε μια θήκη στρογγυλή
μέρα νύκτα σαν καθρέφτη…

Σωκράτης

Πλην αυτό τι σ’ ωφελεί;

Στρεψιάδης

Όταν πουθενά δεν βγαίνει σαν και πρώτα το φεγγάρι
κανείς τόκους δεν θα πάρει.

Σωκράτης

Μα γιατί;

Στρεψιάδης

Γιατί ζητούνται κατά μήνα τακτικά
τόκοι για τα δανεικά.

Σωκράτης

Εύγε σου• πλην πάλιν άλλο
δεξιόν θα σου προβάλω.
Αν κανένας, Στρεψιάδη, σ’ εναγάγει να του δώσεις
οφειλήν ταλάντων πέντε, πώς την δίκην θα γλυτώσεις;

Στρεψιάδης

Πώς; δεν ξέρω… στάσου λίγο
να σκεφθώ πώς θα ξεφύγω.

Σωκράτης

Διαρκώς τον νουν προς σε μη τον στρέφεις κοπιώδη,
αλλ’ η σκέψις ελευθέρα
να πηγαίνει στον αέρα
σαν χρυσόμυγα δεμένη με κλωστήν από το πόδι.

Στρεψιάδης

Βρήκα μια σπουδαία λύσι να ξεφύγω μ’ ευκολία,
που και συ θα συμφωνήσεις… Μέσ’ στα φαρμακοπωλεία
έτυχε να δεις την πέτρα την γυαλιστερή, Σωκράτη,
που μ’ αυτήν το φως ανάβουν;

Σωκράτης

Το γυαλί μού λες;

Στρεψιάδης

Σπολλάτη,
Αν λοιπόν μια τέτοια πάρω, κι όταν ο Γραμματικός
γράφη την δική μου δίκη, τότ’ εγώ προσεκτικός
μακρυά του κι εδώ πέρα προς τον ήλιο σταματήσω,
και τα γράμματα της δίκης τού τα λιώσω, του τα σβήσω;

Σωκράτης

Μα τας Χάριτας ωραίον.

Στρεψιάδης

Τι χαρά! Δεν ξέρεις πόσο
χαίρομαι κι αναγαλλιάζω που τα πέντε θα γλιτώσω.

Σωκράτης

Γρήγορ’ άρπαξε και τούτο.

Στρεψιάδης

Ποιο, μεγάλη κεφαλή;

Σωκράτης

Όταν μέλλουσα βεβαία καταδίκη σ’ απειλεί,
πώς ευγλώττως αντιλέγων θα μπορέσεις να σωθείς
δίχως μάρτυρας παρόντας;

Στρεψιάδης

Ευκολότατα κι ευθύς.
Αν ενώ δικάζουν άλλους, πριν να δικασθώ κι εγώ,
με τα τέσσερά μου τρέξω στην κρεμάλα και πνιγώ;

Σωκράτης

Τίποτα δεν λες…

Στρεψιάδης

Πώς όχι; Ποιος ποτέ, σοφή καυκάλα,
θα μπορεί να με δικάσει πεθαμένο στην κρεμάλα;

Σωκράτης

Φλυαρείς, μακράν μου φύγε, παύω πια να σε μαθαίνω.

Στρεψιάδης
Μη για τους Θεούς, Σωκράτη, μη μ’ αφήσεις τον καημένο.

Σωκράτης
Ό,τι μάθεις το ξεχάνεις και πηγαίνει στα χαμένα.
Πες τι πρώτον εδιδάχθης;

Στρεψιάδης

Ωχ! αλλοίμονον σ’ εμένα!
Ποιο το πρώτο; ποιο το πρώτο;… πώς ξεχάνω στη στιγμή…
στάσου, πώς το λεν εκείνο, που ζυμώνουν το ψωμί;

Σωκράτης

Ξεκουμπίσου, ξεχανιάρη
και σκαιότατον κουφάρι.

Στρεψιάδης

Ωχ! ο μαύρος τι θα πάθω! θα χαθώ, θα τα ’βρω σκούρα,
αν την γλώσσα μου δεν μάθω να την στρέφω σαν την σβούρα.
Όμως σεις, Θεές Νεφέλες, δώσετέ μου μια καλή
και σπουδαία συμβουλή.

Χορός Α’.

Σε προτρέπομεν ασμένως, γέρον ζήλου περισσού,
αν υιόν κανένα τρέφεις, να τον φέρεις αντί σου.

Στρεψιάδης

Έχω γυιο, Θεές Νεφέλες, και καλό και προκομμένο,
μα δεν θέλει να σπουδάσει… τι να κάνω; τι να γένω;

Χορός Α’.

Αλλά συ πώς τον αφήνεις;

Στρεψιάδης

Έχει δυνατό κορμί,
κι είναι τώρα στον καιρό του και στην πρώτη την ορμή,
κι απ’ το σόι της Κοισύρας το περήφανο βαστιέται
και λυγιέται και κουνιέται.
Όμως πάω να τον φέρω, κι αν δεν θέλει δίχως άλλο
απ’ το σπίτι θα τον βγάλω.
Πρόσμενέ με και γυρίζω.

Χορός Β’.

Τάχα βλέπεις τι πολλά
θα σου φέρομεν καλά; ;
μόν’ εμείς εκ των Θεών; Ό,τι κι αν ειπείς, Σωκράτη
τούτος πρόθυμος το πράττει,
κι αφού γνώρισες τον άνδρα, που ’ναι και μπουμπουνισμένος
και για σε ξετρελλαμένος,
αδηφάγως να του πέσεις
να του φας ό,τι μπορέσεις,
επειδή πολύ ταχέως οι τοιούτοι των εξάλλων
αγαπούν ν’ αλλάζουν γνώμας και να παίρνουν δρόμον άλλον.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ – ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ

Στρεψιάδης

Μα την Ομίχλην, τώρα πια στο σπίτι δεν θα μένεις,
μα πήγαινε του Μεγακλή κολώνες να χορταίνεις.

Φειδιππίδης

Πατέρα, τι σου κάπνισε; πώς πας από μυαλά;
μα Δία τον Ολύμπιον δεν φαίνεσαι καλά.

Στρεψιάδης

Τον Δία τον Ολύμπιον… ακούς εκεί βλακεία
να τον νομίζεις για Θεό σ’ αυτή την ηλικία.

Φειδιππίδης

Αλήθεια γιατί γέλασες;

Στρεψιάδης

Να μη γελά κανείς;
είσαι μικρόν παιδάριον κι αρχαϊκά φρονείς.
Πλην έλα τώρα πιο πολλά να δεις και να γνωρίσεις,
και κάποιο πράγμα θα σου πω σπουδαίο ν’ απορήσεις,
κι αμέσως άνδρας θα γενείς με δυνατό κεφάλι,
μα φύλαξέ το μυστικά να μην το μάθουν κι άλλοι.

Φειδιππίδης

Τι τρέχει;

Στρεψιάδης

Στον Ολύμπιον ωρκίσθης σαν παιδί.

Φειδιππίδης

Μάλιστα.

Στρεψιάδης

Βλέπεις το λοιπόν τι κάνει κι η σπουδή;
Δεν είναι, Φειδιππίδη, Ζεύς.

Φειδιππίδης

Και ποιος μας διαφεντεύει;

Στρεψιάδης

Ο Σίφουνας τον έδιωξε και τούτος βασιλεύει.

Φειδιππίδης

Ε! ε! τι λόγια φλυαρείς; δεν είσαι στα μυαλά σου.

Στρεψιάδης

Τούτο να ξέρεις για σωστό κι έλα στα συγκαλά σου.

Φειδιππίδης

Και ποιος τα λέει τούτα;

Στρεψιάδης

Ποιος; ο πρώτος των σοφών,
ο Μήλιος Σωκράτης μας, καθώς κι ο Χαιρεφών,
που στα ψυλλοπηδήματα κανένας δεν του βγαίνει.

Φειδιππίδης

Και τόσο σ’ εξετρέλλαναν εκείν’ οι φρενιασμένοι
κι επίστεψες εις όλ’ αυτά;

Στρεψιάδης

Βάστα σφικτά την γλώσσα,
Μη βρίζεις άνδρας αγαθούς, που τα ’χουν τετρακόσα,
και τόσον οικονομικά περνούνε και πορεύονται,
που διόλου δεν λαδώνονται, μήτε ποτέ κουρεύονται,
μήτε πηγαίνουν σε λουτρό. Μα συ σαν προκομμένος
το βιος μου το κατάφαγες, λες κι ήμουν πεθαμένος,
και στα λουτρά το σκόρπισες και στας διασκεδάσεις,
αλλ’ όμως έλα γρήγορα για μένα να σπουδάσεις.

Φειδιππίδης

Και τι καλόν θα διδαχθώ;

αν μαθητής καταταχθώ;

Στρεψιάδης

Αλήθεια;… τούτα που περνούν σπουδαία, και θα νοιώσης
πως είσαι ξύλο κούτσουρο και πως σου λείπει γνώσις.
Μα στάσου λίγο κι έρχομαι.

Φειδιππίδης

Και τώρα τι να φτιάσω,
που του πατέρα του’ στριψε; να τον παρουσιάσω
για παλαβό στους δικαστάς, ή την πολλή του τρέλλα
να πω σ’ αυτούς, που θάβουνε τους πεθαμένους;

Στρεψιάδης

Έλα

Και πες μου τούτον πώς τον λες.

Φειδιππίδης

Αλεκτρυόνα.

Στρεψιάδης

Ναι.

Κι αυτήν;

Φειδιππίδης

Αλεκτρυόνα.

Στρεψιάδης

Πώς, γελοίε και κοινέ;
Αλεκτρυών και για τα δυο;… πλην μάθε τα σωσε
αλέκτωρ κι αλεκτρύαινα να λες ξεχωριστά.

Φειδιππίδης

Τέτοια σοφά σ’ εσπούδασαν οι θεομάχοι τούτοι;

Στρεψιάδης

Κι άλλα πολλά, μα μ’ έκαναν τα γηρατειά κουρκούτι,
κι ελησμονούσα παρευθύς εκείνο που ’χα μάθει.

Φειδιππίδης

Για τούτο και το ρούχο σου με τις σπουδές εχάθη;

Στρεψιάδης

Δεν το ’χασα, το σπούδασα μέσ’ στο σχολειό, καλέ.

Φειδιππίδης

Αμή και τα παπούτσια σου πού τα ’φαγες, τρελέ;

Στρεψιάδης

Κι εγώ καθώς τον Περικλή δεν τα ’χασα του κάκου,
μα πάμε τώρα, τράβα μπρος, σ’ εμέ προθύμως άκου,
κι απότυχε και λάθεψε, για τούτο μη σε μέλει…
κι εγώ που λες σαν ψεύδιζες έξη χρονών μουρέλι,
μόλις τα πρώτα μου ’δωσαν του δικαστού λεφτά
καρότσι στα Διάσια σ’ αγόρασα μ’ αυτά.

Φειδιππίδης

Θάλθει καιρός να λυπηθείς για της σπουδής την ψώρα.

Στρεψιάδης

Τρις εύγε σου, που μ’ άκουσες… έβγα, Σωκράτη, τώρα…
σου φέρνω τούτον μου τον γυιο, που δίχως να το θέλει,
εγώ τον εκατάφερα…

ΣΩΚΡΑΤΗΣ, ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ, ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ

Σωκράτης

Μα τέτοιο παιδαρέλι
πώς θα μπορέσει να τριφθεί στων κρεμαστρών τα ρήματα;

Φειδιππίδης

Αν σ’ εκρεμούσανε ποτέ, συ θα γενόσουν τρίμματα.

Στρεψιάδης

Περίδρομος… τον δάσκαλο πώς βλαστημάς αχρεία;

Σωκράτης

Αν σ’ εκρεμούσαν!… τι κουτά το πρόφερε και κρύα
και με τα χείλη χάσκοντα. Πώς με τοιαύτην φύσιν
θα μάθει δίκης εκφυγήν και μαρτυρίας κλήσιν,
κι απάτην καταπείθουσαν, που κέρδος θ’ αποφέρει;
Κι εν τούτοις τον Υπέρβολον τον έκαμα ξεφτέρι
μ’ ενός ταλάντου πληρωμήν…

Στρεψιάδης

Δασκάλευε καλά,
κι απ’ την κοιλιά της μάνας του γεννήθη με μυαλά,
κι ακόμη τόσο δα παιδί καθένας το καμάρωνε
κι έπλαθε σπίτια με πηλό και καραβάκια σκάρωνε,
και καροτσίτσες έφτιανε με δέρματα πολλές
κι από τα φλούδια των ροδιών βατράχους… ε! τι λες;
Επιμελήσου τον λοιπόν να μάθη τον τρανότερο
από τους δυο τους λόγους σου, κι εκείνον τον κατώτερο,
που με τα λόγια τ’ άδικα τον πιο τρανό γνωρίζει
ν’ αναποδογυρίζει.
Κι αν δεν μπορέσει και στους δυο να δείξει πολυμάθεια
να μάθη καν τον άδικο με καθεμιά προσπάθεια.

Σωκράτης

Οι λόγοι το καλύτερον θα τον διδάξουν μόνοι.

Στρεψιάδης

Εγώ πηγαίνω, πλην αυτό και τώρα μη λησμόνει
πώς θα μπορέσει το παιδί τα δίκια να νικά
με λόγια τεχνικά.

ΧΟΡΟΣ, ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ, ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ, ΣΩΚΡΑΤΗΣ,
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ, ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ

Δίκαιος

Πρόβαλ’ εμπρός στο Θέατρον, τους θεατάς θεώρει,
κι αν και θρασύς προχώρει.

Άδικος

Όπου κι αν θέλεις πήγαινε… ποσώς δεν θα τρομάξω,
πολύ δε περισσότερον θα σε καταρημάξω
λαλών εμπρός εις τους πολλούς…

Δίκαιος

Εσύ, πομπή του κόσμου;
Ποιος είσαι;

Άδικος

Λόγος.

Δίκαιος

Αληθώς, αλλά μικρότερός μου.

Άδικος

Εν τούτοις καταβάλλω σε, που λες πως είσαι κρείττων.

Δίκαιος

Με ποίας πράξεις σου σοφάς;

Άδικος

Γνώμας καινάς κηρύττων.

Δίκαιος

Αυταί σε τούτους τους μωρούς ακμάζουν και περνούν.

Άδικος

Όχι, μωρούς παντάπασιν, αλλά σοφούς με νουν.

Δίκαιος

Θα σ’ αφανίσω…

Άδικος

Λέγε πώς;

Δίκαιος

Τα δίκαια διδάσκων.

Άδικος

Πλην θ’ ανατρέψω πάντ’ αυτά πρεπόντως αντιφάσκων.
Λέγω πως δεν υφίσταται ποσώς δικαιοσύνη.

Δίκαιος

Δεν είναι λέγεις;

Άδικος

Μάλιστα. Δείξε μου πούν’ εκείνη;

Δίκαιος

Εις τους Θεούς.

Άδικος

Και πώς λοιπόν, εάν υπάρχει κρίσις,
δεν έπαθε κακόν ο Ζευς, όταν με τας αλύσεις
έδεσε τον πατέρα του;

Δίκαιος

Μπα! Το κακόν αυξάνει
και γίνεται χειρότερον… ας μου δοθεί λεκάνη.

Άδικος

Είσ’ ένα ξαναμώραμα και γέρος αηδής.

Δίκαιος

Αρσενοκοίτης είσαι συ και μέγας αναιδής

Άδικος

Σαν ρόδ’ αυτά μου φαίνονται.

Δίκαιος

Πλην κι ασεβής και λέρα.

Άδικος

Με κρίνους στεφανώνεις με.

Δίκαιος

Και δέρνεις τον πατέρα.

Άδικος

Με πασπαλίζεις με χρυσόν τόσους επαίνους λέγων.

Δίκαιος

Όμως δεν ήσαν πριν χρυσός, αλλά μολύβι φλέγον.

Άδικος

Αλλ’ είναι τώρα δι’ εμέ πολύτιμος στολή.

Δίκαιος

Είσαι τα μάλιστα θρασύς.

Άδικος

Είσαι μωρός πολύ.

Δίκαιος

Για σε κοντά μου δεν φοιτά κανείς από τους νέους,
όμως θα γίνει κάποτε γνωστόν στους Αθηναίους
ποία διδάσκεις τους μωρούς

Άδικος

Βρωμάς με πείνας χνώτα.

Δίκαιος

Μα συ σε τούτους τους καιρούς περνάς ζωή και κότα,
αν κι ήσουν άλλοτ’ έρμαιον της πείνας και της βρώμας,
κι έλεγες τότε περισσώς
πως είσαι Τήλεφος Μυσός,
κι έτρωγες μέσ’ από σακί του Πανδελέτου γνώμας.

Άδικος

Ω! σοφίας υψηλής!

Δίκαιος

Ω! της τρέλλας της πολλής!

Άδικος

Της δικής σου…

Δίκαιος

Της δικής σου και της πόλεως, που τρέφει
λυμεώνα σαν και σένα, που τους νέους καταστρέφει.

Άδικος

Τούτον συ δεν θα τον πάρεις
ο μωρός, ο ξεκουτιάρης.

Δίκαιος

Ναι, μαζί μου θάλθει τούτος, αν ανάγκη να σωθεί,
κι όχι μόνον εις τους λόγους ανοήτως ν’ ασκηθεί.

Άδικος

Έλα κι άφησ’ τον η τρέλα να τον δέρνει στα γερά.


Δίκαιος

Αν μονάχα τον εγγίξεις θα σου γίνει συμφορά.

Χορός

Όμως ας παύσ’ η μάχη, των ψόγων η θωπεία,
και λέγε μας συ ποία
εδίδασκες εκείνην την πλάσιν των προγόνων,
ειπέ και συ την νέαν παιδείαν των συγχρόνων,
κι εκείνος σαν ακούσει τα λόγια σας αυτά
θα κρίνει μοναχός του πού πρέπει να φοιτά.

Δίκαιος

Τούτο θέλω.

Άδικος

Κι εγώ θέλω.

Χορός Α’.

Ποιος θ’ αρχίσει;

Άδικος

Τούτος πρώτος,
κι εκ των λόγων του κατόπιν οδηγούμενος, ευγλώττως
θα κατατοξεύσω τούτον δια νέων φρασιδίων
και συλλογισμών ιδίων.
Και ’στο τέλος αν τολμήσει
ένα γρυ να ξεστομίσει,
με τας γνώμας ως με κέντρον μελισσών θα κεντρισθεί
και στο μούτρο και στα μάτια, και κακώς θ’ αφανισθεί.

Χορός

Εις σκέψεις στηριζόμενοι κι εις λόγους ικανούς
κι όσας εννοίας έμπειρος αποτυπώνει νους,
δείξετε ποίος από σας εις λόγους θα νικήσει
και γέρας θα κερδίσει.
Ο της σοφίας κίνδυνος εμπρός μας όλος κείται
και μεταξύ των φίλων μας δεινός αγών τελείται.
Συ δ’ όστις εστεφάνωσες την πλάσιν των προγόνων
με τόσην αρετήν ηθών, στον αρεστόν σου τόνον
μεγαλοφώνως λάλησε, και δείξε μας ηπίως
ο χαρακτήρ σου ποίος.

Δίκαιος

Τώρα θα σας πώ πώς ήτον η παιδεία των προγόνων,
όταν δίκαια διδάσκων έθαλλον εγώ και μόνον,
σωφροσύνη δε παντού κατεδέσποζε κι αιδώς…
Πρώτον μεν μήτ’ ένα γρυ δεν ηκούετο παιδός,
και στους δρόμους μ’ ευταξίαν συνεβάδιζαν πολλήν
σαν επήγαιναν να μάθουν εις κιθαριστού Σχολήν
με το σώμα των γυμνόν όλ’ οι γείτονες συγχρόνως,
τας νιφάδας τας πυκνάς αψηφούντες της χιόνος.
Κι επρομάνθαναν κρατούντες τους μηρούς των ανοικτά
υψηλών ασμάτων Μούσαν,
ή την τρομεράν Παλλάδα, που τας πόλεις κατακτά,
ή βοήν μακράν ηχούσαν,
αποδίδοντες εντόνως την πατρώαν αρμονίαν,
κι αν κανείς εβωμολόχει κι έκαμνε παραφωνίαν,
όπως τραγουδούν οι τώρα κατά τρόπον νέον όλως
τας ωδάς τας κατά Φρύνιν, που λυγίζονται δυσκόλως,
εμαστίζετ’ ο τοιούτος διά πλήθους ραβδισμών
ως τας Μούσας αφανίζων και προς ταύτας ακοσμών.
Και συχνάζοντες ευκόσμως στον διδάσκαλον της πάλης,
μετά προσοχής μεγάλης
ώφειλαν οι παίδες τότε να προβάλουν τον μηρόν
τίποτε προς τους απέξω να μη δείξουν πονηρόν•
μόλις δ’ από κάτω πάλιν εσηκώνοντο κι ευθύς
ανακάτευαν την άμμον, και προσείχεν ο καθείς
ίχνος τι να μην αφήσει του νεανικού του κάλλους
εις παιδεραστάς εξάλλους.
Καθόλου δεν ηλείφοντο των ομφαλών των κάτω
και χνους επήνθει μαλακός και δρόσος επλανάτο
επάνω των αιδοίων των καθώς επί των μήλων•
μήτε κανείς επήγαινε στον εραστήν τον φίλον
πλάττων ηδονικώτερον της λαλιάς τον τόνον,
ούδ’ εμαστρώπευ’ εαυτόν τα μάτια του λιγώνων.
Εις δε τα δείπνα ρεπανιού δεν έπαιρναν κεφάλι
κι οι παίδες σαν μεγάλοι,
μήτ’ έπρεπε μ’ εδέσματα και τσίχλες να λιμάζουν,
ή πρεσβυτέρων άνηθον και σέλινον ν’ αρπάζουν,
ή το ’να στ’ άλλο πόδι των να βγάζουν εναλλάξ.

Άδικος

Καιρούς μυρίζεις παλαιούς ωσάν αρχαίος βλαξ,
Κηκείδην, Διϊπόλια, και Βουφονίων κνίσσαν,
που τα τζιτζίκια στολισμοί των Αθηναίων ήσαν.

Δίκαιος

Μ’ αυτά κι αυτά τους άλλοτε παιδαγωγών εμφρόνως
εξέθρεψ’ άνδρας μαχητάς με νίκας Μαραθώνος.
Εσύ δ’ ευθύς της σήμερον νεότητος τα θρέμματα
διδάσκεις να τυλίγονται με περιττά φορέματα,
ώστε να πνίγομαι μ’ αυτήν την παίδευσιν των νέων
όταν χορούς εις εορτάς τελούν Παναθηναίων,
και την ασπίδα των κρατούν εμπρός προ των μηρών
και της Παλλάδος αμελούν τον ένοπλον χορόν.
Εις όλα ταύτα πεποιθώς, ω νέε μου θερμέ,
τον λόγον τον ανώτερον προτίμησον εμέ,
θα φεύγεις δε την αγοράν μεστός αποστροφής,
θ’ απέχεις δε μ’ εγκράτειαν από λουτρά τρυφής,
εις παν αισχρόν μ’ ερύθημα την όψιν σου θα βάπτεις,
αν σε σαρκάζει δε κανείς από θυμόν θ’ ανάπτεις,
κι οπόταν οι πρεσβύτεροι προσέρχονται σιμά σου
θα προσηκώνεσ’ ευλαβώς από το κάθισμά σου,
ούτε θα γίνεσαι ποτέ κακός προς τους γονείς,
ούτε των άλλων των αισχρών εργάτης θα γενείς,
που βόρβορον αισχρότητος θα ρίψουν αφειδούς
στ’ άγαλμα της Αιδούς.
Θα μάθεις να μην εισπηδάς εις χορευτρίας δώμα,
μήπως εκεί που στέκεσαι με παραχάσκον στόμα
από κανέν πορνίδιον με μήλον κτυπηθείς
κι εκπέσεις εκ της φήμης σου της πρώτης και χαθείς•
μήτε στους λόγους τού πατρός θα φέρεις αντιστάσεις,
μήτε μωρόν Ιαπετόν θα τον επομονάσεις,
οργίζων εναντίον σου την γραίαν ηλικίαν,
που σ’ έθρεψεν ως νεοσσόν.

Άδικος

Εάν από βλακείαν
πεισθείς μ’ αυτά, μειράκιον, εις τούτον τον ευήθη,
τότε μα τον Διόνυσον, στων ευφυών τα πλήθη
σαν Ιπποκράτους όμοιον θα φαίνεσαι παιδί,
δικαίως δε θα σε καλούν βλακώδη κι αηδή.

Δίκαιος

Πλην αλειμμένος κι εύρωστος και μ’ όψιν ανθηράν
εις τας παλαίστρας θα φοιτάς, χωρίς στην αγοράν
με τ’ αγοραία χωρατά να φλυαρής δεινώς
ωσάν σημερινός,
μήτε μικροζητήματα θα σε τραβούν αργίας
που προκαλούν ως ευτελή κοινάς αντιλογίας.
Κάτω στην Ακαδήμειαν, εκεί στην πρασινάδα,
μαζί με συνομήλικα και σωφρονούντα φίλον
θα τρέχεις υπό την πυκνήν των ελαιών σκιάδα
φορών ως στέφανον απλούν λευκού καλάμου ξύλον,
και θα μυρίζεις βότανα και βίον αφελή
και λεύκην μυριόφυλλον, θα χαίρεις δε πολύ
οπόταν έαρ φαίνεται με ρόδα καταφθάνον,
και πτελεών ψιθυρισμούς θ’ ακούεις και πλατάνων.
Αν τους λόγους ακούσεις, που τώρα λαλώ,
κι αν εις τούτους καρφώσεις καλά το μυαλό,
θα ’χεις πάντα το στήθος ευρύ κι ανδρικόν,
θα’ χεις ώμους μεγάλους και χρώμα λευκόν,
την δε γλώσσαν βραχείαν κι εγκρατή στο λαλείν,
τους γλουτούς σου μεγάλους και μικράν την ψωλήν.
Αλλ’ αν έργα μετέλθεις αυτών των αισχρών
πρώτα πρώτα το χρώμα θα το’ χεις ωχρόν,
λεπτόν στήθος, μικρούς ώμους, τ’ αποπίσω σου μικρά,
και μεγάλην γλώσσαν λάλον,
και το πέος σου μεγάλον
σαν ψηφίσματα μακρά.
Κι ως καλόν θα πεισθείς κάθ’ αισχρόν να νομίσεις,
το δ’ αισχρόν ως καλόν, κι ενταυτώ θα γεμίσεις
Αντιμάχου λαγνείαν
κι υπέρ φύσιν πορνείαν.

Χορός Α’.

Ω διδάσκαλε σοφίας κλεινοτάτης κι υψηλής,
τι γλυκύ και σώφρον άνθος εις τους λόγους που λαλείς.
Ευτυχείς οι ζώντες τότε στων προγόνων τον καιρόν…
Συ δε τώρα με την Μούσαν την κομψήν των πονηρών
πρέπει να’ βρεις νέους λόγους ν’ απαντήσεις δυνατός,
επειδή στην λογοπάλην ηυδοκίμησεν αυτός.
Πρέπει δε ν’ αντεπεξέλθεις με σοφίσματα δεινά,
σαν ποθείς ανώτερός του να φανείς αληθινά
και γελοίος να μη γίνεις…

Άδικος

Έχω σκάσει προ πολλού,
κι επεθύμουν ν’ ανατρέψω κάθε γνώμην τού τρελού
μ’ άλλας γνώμας εναντίας• δι’ αυτό δε τούτο μόνον
ήττων λόγος ωνομάσθην μεταξύ των ειδημόνων,
επειδή κι εσκέφθην πρώτος εκ των άλλων ν’ αντιλέγω
και στους νόμους και στας δίκας, και τα δίκαια να ψέγω.
Και μυρίων δε στατήρων και πολύ περισσοτέρων
άξιον εγώ νομίζω
δια λόγων μικροτέρων
να νικώ και να κερδίζω.
Κοίτα τώρα την παιδείαν που πιστεύει πως θ’ αρχίσω
να του την εξονυχίσω.
Πρώτον μεν δεν θα σ’ αφήσει να λουσθείς με τα θερμά
και τα κρύα προτιμά.
Όμως πες μου τις ο λόγος κι έτσι τα κατηγορείς;

Δίκαιος

Κάμνουν κάκιστον τον άνδρα και δειλόν.

Άδικος

Μην προχωρείς.
Ασφαλές ευρήκα μέσον, και ’στα χέρια μου μ’ αυτό
τώρ’ αμέσως σε κρατώ.
Από τους παίδας του Διός ποιον κρίνεις ανδρειότερον
και τίν’ ανδραγαθήσαντα νομίζεις περισσότερον;

Δίκαιος

Τον Ηρακλήν, καλύτερον δεν θεωρώ κανένα.

Άδικος

Και πού λοιπόν είδες ποτέ, καν έχεις ακουσμένα,
Ηράκλεια ψυχρά λουτρά; κι εν τούτοις της ανδρείας
τις άλλος ήτο καύχημα;

Δίκαιος

Μ’ αυτάς τας φλυαρίας
ολημερίς και συνεχώς οι νέοι σαλιαρίζουν
και τας παλαίστρας εκκενούν, και τα λουτρά γεμίζουν.

Άδικος

Κατόπιν την εν αγορά διατριβήν υβρίζεις,
εγ’ όμως επαινών αυτήν σ’ αφήνω να σφυρίζεις.
Αν όντως ενομίζετο κακή και βλαβερά,
τότε κι ο μέγας Όμηρος, ω κεφαλή μωρά,
δεν θα ’κανε τον Νέστορα δεινόν αγορητήν,
ούδ’ άλλον από τους σοφούς, τρανόν εις αρετήν.
Ας ελθώ ξανά στην γλώσσαν… αυτός μεν μας κοπανίζει
πως την γλώσσαν του δεν πρέπει κανείς νέος ν’ ακονίζει,
πλην εγώ θερμώς συστήνω
στην νεότητα κι εκείνο.
Έπειτα την σωφροσύνην συμβουλεύει τακτικά,
δύο μέγιστα κακά.
Όμως είδες συ ποτέ τίποτε καλόν να γίνει
σε κανένα, που περνά την ζωήν εν σωφροσύνη;
Έλεγξέ με φανερά κι αποκρίσου, σ’ ερωτώ.

Δίκαιος

Εις πολλούς. Ο μεν Πηλεύς πήρε μάχαιραν γι’ αυτό.

Άδικος

Μάχαιραν; αστείον κέρδος έλαβεν ο δυστυχής.
Ο δ’ Υπέρβολος εκείνος σαν ξυπνός της εποχής
έβαλε με τα λυχνάρια τόσα τάλαντα στο χέρι
μόνο με την πονηριά του, μα δεν πήρε και μαχαίρι.

Δίκαιος

Και την Θέτιν ο Πηλεύς ενυμφεύθη την κλεινήν
δι’ αυτό το σωφρονείν.

Άδικος

Κι έπειτ’ αυτή τον άφησε κι έφυγε μια χαρά
γιατί δεν εγλυκόπαιζε μαζί με την κυρά
ολονυκτίς στα στρώματα σαν φλογερός καυλιάρης…
θέλ’ η γυναίκα πλάκωμα κι εσύ ’σαι ξεκουτιάρης.
Σκέψου λοιπόν, μειράκιον, τα κατά σωφροσύνην
και πόσας μέλλεις ηδονάς να στερηθείς μ’ εκείνην,
παιδιά, κοττάβους, θηλυκά, γέλια, φαγιά, πιοτά…
και τι την θέλεις την ζωή σαν χάσεις όλ’ αυτά;
Ας είναι• τώρ’ ας έλθωμεν εις χρείας μερικάς
κι ανάγκας φυσικάς.
Ημάρτησες, ηγάπησες, κεράτωσες κανένα•
σε συλλαμβάνουν έπειτα; πηγαίνεις ’στα χαμένα
γιατί δεν ξέρεις να μιλείς… Αλλά μαζί μου πήδα,
γέλα χωρίς φροντίδα,
ουδέν μην κρίνεις ως κακόν
και πέρνα βίον φυσικόν.
Κι αν κερατώνων συλληφθής, μ’ ευφράδειαν αυτά
να πεις ορθά κοφτά,
πως διόλου δεν τον έβλαψες κι ο Ζευς πως πταίει πρώτον
που δούλος γίνεται κι αυτός και γυναικών κι ερώτων,
και πώς μπορείς εσύ θνητός εκ μάζας ανθρωπίνης
μείζων Θεού να γίνεις;

Δίκαιος

Κι αν τον νέον παραπείσεις κι όσα συμβουλεύεις κάνει,
κι αν τον πιάσουν και του χώσουν απ’ οπίσω του ρεπάνι
και με στάκτην μαδηθεί, τι θα πει και περί τούτου;
πως ρεπάνι δεν χωρεί μέσ’ στην τρύπα του πρωκτού του;

Άδικος

Μα κι αν είναι ξεκωλιάρης τι κακόν θα πάθει;

Δίκαιος

Φτου!
Και μπορεί ποτέ να γίνει μεγαλύτερον αυτού;

Άδικος

Εάν όμως και σε τούτο φανερά σε καταβάλω,
τι θα μ’ απαντήσεις τότε;

Δίκαιος

Θα σιγήσω, θέλεις άλλο;

Άδικος

Ποιοι ρητορεύουν; λέγε μου…

Δίκαιος

Ξεκωλιασμένοι.

Άδικος

Μάλιστα.
Κι οι ποιηταί τραγωδιών;

Δίκαιος

Ξεκωλιασμένοι.

Άδικος

Κάλλιστα.
Αμέ και ποιοι δημαγωγούν;

Δίκαιος

Ξεκωλιασμένοι.

Άδικος

Ναι!
Κατάλαβες πως μας μιλάς στο βρόντο, κουνενέ;
Μα κοίταξε με προσοχήν και μέσ’ στους θεατάς
τίνες οι περισσότεροι…

Δίκαιος

Κοιτάζω.

Άδικος

Τι κοιτάς;

Δίκαιος

Τι να σου πω!... μα τους Θεούς σ’ αυτούς τους καθημένους
κοιτάζω πλεονάζοντας τους κωλοξεσχισμένους.
Ξέρω κι εκείνον, μα κι αυτόν, κι αυτόν τον μακρομάλλην.

Άδικος

Τώρα τι λες;

Δίκαιος

Ω κίναιδοι, μ’ ενίκησε στην πάλην.
Σας εξορκίζω στους Θεούς, πάρτε μου τον χιτώνα,
μαζί σας έρχομαι κι εγώ στον κίναιδον αγώνα.

Σωκράτης (τω Στρεψιάδη)

Λοιπόν τι θέλεις; το παιδί να μείνει και να μάθει,
καν να το πάρεις και να πας;

Στρεψιάδης

Και δέρνε και προσπάθει
πώς ν’ ακονίσεις γρήγορα την γλώσσα του μ’ ακόνια
και τρόχισέ του δυνατά για δίκες τα σαγόνια,
το ’να για τις μικρούτσικες και τις πολύ κοινές,
τ’ άλλο για τις τρανές.

Σωκράτης

Έννοια σου, λάλον σοφιστήν τον παίδα σου θα πάρεις.

Φειδιππίδης

Εγώ θαρρώ πως θα γενώ φτωχός και κιτρινιάρης.

Σωκράτης

Εμπρός λοιπόν.

Φειδιππίδης (τω Στρεψιάδη)

Γι’ αυτά θαρρώ πως θα μετανοήσεις.

Χορός Β’.

Και τώρ’ ακούσετε καλά των Νεφελών τας ρήσεις.
Τι θα κερδίσουν οι κριταί στον πρέποντα καιρόν,
όσοι δικαίως ωφελούν αυτόν μας τον χορόν.
Και πρώτον όταν τους αγρούς αροτριάτ’ εγκαίρως
πρώτα θα βρέχομεν σε σας, κι έπειτα σ’ άλλο μέρος.
Κι από λαύρας ξηρασίαν κι από πλήθουσαν βροχήν
θα φυλάξωμεν τ’ αμπέλια στου καρπού την εποχήν,
κι αν ημάς, Θεάς μεγάλας, άνθρωπος θνητός προσβάλει,
ας προσέξει μην του γίνει κάποια συμφορά μεγάλη,
η δε γη μηδέ κρασί, μήτε κι άλλον ποθητόν
θ’ αναδίδει δι’ αυτόν,
κι οι σφενδόνες μας τ’ αμπέλια, τις ελιές του θα κτυπούν,
και στην βλάστησιν απάνω ριζηδόν θ’ αποκοπούν.
Κι αν εκείνος κάνει τούβλα, θ’ απολύσομεν νερό,
κεραμίδι της σκεπής του δεν θ’ αφήσομεν γερό
με χαλάζια στρογγυλά• και αν αυτός ή και κανείς
φίλος του και συγγενής
νυμφευθεί καμιά φορά, να κι εμείς με το βαρέλι
όλη την βραδιά βροχή, που καλύτερα θα θέλει
μέσ’ στην Αίγυπτον να μείνει
ή κακώς για μας να κρίνει

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ, ΣΩΚΡΑΤΗΣ, ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ

Στρεψιάδης

Πέμπτη, τετάρτη, τρίτη, κατόπιν η δευτέρα,
κι η πιο κακή μου μέρα,
που την μισώ και τρέμω και χάνω την μιλιά,
και μετ’ αυτήν αμέσως η νέα κι η παλιά.
Μ’ όρκους οι δανεισταί μου λένε πως θα πληρώσουν
έξοδα για τις δίκες, και θα με χαντακώσουν.
Όμως εγώ και λίγα και δίκαια ζητώ,
καλέ, στον ένα λέγω, μη λάβεις τώρ’ αυτό,
στον άλλο λέγω πάλι
την δίκη ν’ αναβάλει,
στον άλλον «άφησέ με και μ’ έσκασες, καημένε»,
αλλ’ όμως λίγα λίγα δεν δέχονται, μου λένε,
και πως θα με δικάσουν συχνά με φοβερίζουν
κι ως άδικον με βρίζουν.
Εμπρός λοιπόν, ας τρέχει καθείς να με δικάζει,
λίγο γι’ αυτό με νοιάζει,
αν έμαθε με τρόπον ο γιος μου να μιλεί,
αλλ’ όμως ας κτυπήσω να μπω μέσ’ στη Σχολή.
Παιδί, παιδί, παιδί μου, τρέξε, σε προσκαλώ.

Σωκράτης

Φιλώ τον Στρεψιάδην.

Στρεψιάδης

Τον δάσκαλο φιλώ,
πλην πρώτα λάβε τούτο… πρέπει θαρρώ και δώρα
ο δάσκαλος να παίρνει, μα δεν μου λέγεις τώρα,
ειμπόρεσε να μάθη τον λόγον το παιδί,
εκείνον δηλαδή,
που τώρα τελευταία μάς έφερες, Σωκράτη;

Σωκράτης

Τον έμαθε.

Στρεψιάδης

Τρις εύγε, πανίσχυρος Απάτη.

Σωκράτης

Από τις δίκες σήμερα μπορείς να ξεγλιστρήσεις
όποιαν εσύ θελήσεις.

Στρεψιάδης

Αν όμως, όταν έδιναν τα δανεικά σ’ εμένα,
ήσαν παρόντες μάρτυρες;

Σωκράτης

Καλύτερα για σένα
κι αν ήσαν χίλιοι μάρτυρες.

Στρεψιάδης

Ε! τώρα θ’ αλαλάξω
και με την πιο μεγάλη μου φωνάρα θα φωνάξω.
Ω τοκογλύφοι, κλάψετε, θ’ αφήσετε τα κώλα
και σεις και τα κεφάλαια και τόκοι τόκων κι όλα.
Δεν θα μπορείτε του λοιπού κακό σαν πριν κανένα
να κάνετε σ’ εμένα.
Τι παιδί που το τρέφω με χαρίσματα τόσα,
για κοιτάτε πώς λάμπει με μια δίκοπη γλώσσα,
σαν ασπίς και σαν όπλον εμπροστά στον πατέρα,
του σπιτιού μου σωτήρας, των εχθρών μου φοβέρα,
λυτρωτής σε μεγάλα κακά
πατρικά.
Τρέχα μέσα φώναξέ τον… Ε! παιδί, παιδί, παιδί,
δεν ακούεις; έβγ’ αμέσως ο πατέρας να σε δει.

Σωκράτης

Νάτος, νάτος.

Στρεψιάδης

Ω παιδί μου.

Σωκράτης

Τώρα πάρε τον και σύρε.

Στρεψιάδης

Ο πατέρας σου, παιδί μου, τι χαρά που την επήρε.
Πώς εχάρηκα στ’ αλήθεια μόλις είδα, Φειδιππάκη,
το γλυκό σου προσωπάκι.
Κοίταξέ με, κοίταξέ με, τώρα φαίνεσαι πως είσαι
ικανός για ν’ αντιλέγεις και τα δίκαια ν’ αρνείσαι,
σε στολίζει και το ντόπιο μέσ’ στις χάρες τις πολλές,
δηλαδή το «τι μας λές;»
κι ενώ βλάπτεις φανερά κι άδικος στους άλλους είσαι
φαίνεσαι πως αδικείσαι,
και το ψέμα της Αθήνας μέσ’ στην όψι σου κοιτώ,
κι όπως μ’ έχεις αφανίσει να με σώσεις σου ζητώ.

Φειδιππίδης

Και τι φοβείσαι;

Στρεψιάδης

Την παλιά και την καινούρια μέρα.

Φειδιππίδης

Υπάρχει νέα και παλιά πραγματικώς, πατέρα;

Στρεψιάδης

Αυτή, που λέγουν πως δικών θα καταβάλουν τέλη,
καθώς ο νόμος θέλει.

Φειδιππίδης

Θα χάσουν όσας πλήρωσαν καταβολάς εκείνοι,
γιατί δυο μέρες δεν μπορεί μια μοναχή να γίνει.

Στρεψιάδης

Πώς δεν μπορεί, παιδάκι μου;

Φειδιππίδης

Την σκέψι τούτη κάνε,
μπορεί και νέα και γριά μία γυναίκα να ’ναι;

Στρεψιάδης

Ο νόμος τέτοιος έγινε.

Φειδιππίδης

Την έννοιαν του νόμου
δεν εννοούν θαρρώ καλά…

Στρεψιάδης

Και τι νοεί, χρυσό μου;

Φειδιππίδης

Ήτο πολύ δημοτικός κι αγαπητός παρ’ όλων
ο παλαιός ο Σόλων.

Στρεψιάδης

Με την καινούρια και παλιά τι σχέσιν έχει τάχα;

Φειδιππίδης

Αυτός την κλήσιν ώρισε σε μέρες δυο μονάχα,
εις την καινούρια και παλιά, κι εκείνοι που ’χουν δίκες
να δίνουν την πρωτομηνιά τις παρακαταθήκες.

Στρεψιάδης

Πώς πρόσθεσε και την παλιά;

Φειδιππίδης

Καλέ να σε χαρώ
για να ’χουν οι διάδικοι μια μέρα πριν καιρό,
κι αν θέλουν μπρος στους δικαστάς προτού να συμβιβάζονται,
αλλιώς αμέσως το πρωί της πρώτης να δικάζονται.

Στρεψιάδης

Γιατί στα Δικαστήρια προκαταβάλλουν πάντα
όχι την πρώτην του μηνός, αλλ’ από τις τριάντα;

Φειδιππίδης

Επίτηδες μια μέρα πριν διώρισαν που λες
για τις καταβολές,
για να μπορούν από προτού στο χέρι να τις βάζουν
σαν λαίμαργοι, που τα φαγιά πρώτοι τα δοκιμάζουν.

Στρεψιάδης (προς τους θεατάς)

Τι κάθεσθε, ταλαίπωροι και κουτσουροειδείς;
σεις κέρδη της σοφίας μας και της βαθιάς σπουδής,
πρόστυχος όχλος, πρόβατα, λιθάρια στοιβαγμένα,
ποτήρια σωριασμένα.
Πλην εγκώμια πολλά
για τ’ ανέλπιστα καλά
στον πατέρα και στον γιο κάθε στόμ’ ας τραγουδεί…
Στρεψιάδη, θα μου λένε,
ζηλευτέ κι ευτυχισμένε,
φύτρωσες και συ σοφός, έχεις και σοφό παιδί.
Τέτοια θα μου λεν με ζήλια κι οι δημόται μου κι οι φίλοι
όταν δίκας θα κερδίζεις με τ’ απύλωτά σου χείλη.
Όμως έλα, Φειδιππίδη, μέσ’ στο σπίτι μας να πάμε
να σου κάνω το τραπέζι, και να πιούμε και να φάμε.

ΠΑΣΙΑΣ, ΜΑΡΤΥΣ

Πασίας

Πρέπει να σκορπά κανένας τους παράδες του, δημόται;
όχι βέβαια ποτέ του, και καλύτερ’ από τότε
να ’χ’ αφήσει κατά μέρος την ντροπή παρά να δώσω,
να ’χω σήμερα σκοτούρες και τρεχάλες κάθε τόσο•
και τραβώ και σένα τώρα μάρτυρα για τον παρά,
πλην και μ’ άνθρωπον δημότην θα μαλώσω στα γερά,
μα ποτέ μου την πατρίδα ζωντανός δεν θα ντροπιάσω,
αλλ’ αυτόν τον Στρεψιάδην θα καλέσω να δικάσω.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ, ΠΑΣΙΑΣ, ΜΑΡΤΥΣ

Στρεψιάδης

Ποιος εσύ;

Πασίας

Για την καινούρια και παλιά.

Στρεψιάδης

Μωρέ μυαλό!
πως ημέρας είπε δύο μάρτυρας σας προσκαλώ.
Γιατί μου ’λθες εδώ πέρα;

Πασίας

Για των μνων την δωδεκάδα,
που σου δάνεισα κι επήρες την ψαριά σου την φοράδα.


Στρεψιάδης

Άλογο ψαρί μού λέει… δεν ακούτε σεις εκεί;
από σας καθένας ξέρει πως μισώ την ιππική.

Πασίας

Πλην στους Θεούς ωρκίζεσο πως θα μου τα πληρώσεις.

Στρεψιάδης

Όμως ο Φειδιππίδης μου δεν είχε τότε γνώσεις,
μήτε τον λόγον ήξευρε, που πάντοτε νικά.

Πασίας

Και σκέπτεσαι να μ’ αρνηθείς γι’ αυτό τα δανεικά;

Στρεψιάδης

Αμέ τι κέρδος άλλο
με την σπουδή θα βγάλω;

Πασίας

Και τους Θεούς θ’ απαρνηθείς, αν εις αυτούς σ’ ορκίσω;

Στρεψιάδης

Μα δεν μου λέγεις ποιους Θεούς;

Πασίας

Όποιους εγώ θελήσω,
τον Ποσειδώνα, τον Ερμήν, τον Δία…

Στρεψιάδης

Θα γελάσω,
θα πλήρωνα τρεις οβολούς όρκο σ’ αυτόν να πιάσω.

Πασίας

Ου να χαθείς, αδιάντροπε…

Στρεψιάδης

Τούτος εδώ θαρρώ
πως αν τον αλατίζανε με θάλασσας νερό
μπορούσε να ’ναι χρήσιμος…

Πασίας

Μ’ εμπαίζεις…

Στρεψιάδης

Θα μπορέσει
έξη χοείς τουλάχιστον καλά να τους χωρέσει.

Πασίας

Ορκίζομαι μα τους Θεούς και τον μεγάλον Δία
πως θα πληρώσεις ακριβά την τόση κοροϊδία.

Στρεψιάδης

Πώς οι Θεοί μ’ ευχαριστούν!... εις τους σοφούς τους πάνυ
γελοίος φαίνεται κι ο Ζευς οπόταν όρκους πιάνει.

Πασίας

Βεβαίως θα τιμωρηθείς γι’ αυτά με τον καιρό,
μα θα πληρώσεις; όχι; ναι;… πες μου ν’ αναχωρώ.

Στρεψιάδης

Ησύχασε, παρακαλώ, και θα σου γίν’ η χάρις
κι οριστικήν απόκρισιν αυτοστιγμεί θα πάρεις.

Πασίας (προς τον Μάρτυρα)

Τι νομίζεις πως θα κάνει; θα μου δώσει τα λεφτά;

Στρεψιάδης

Πού’ ν’ εκείνος, που γυρεύει να του δώσω τ’ απαυτά;
Τ’ είναι τούτο;

Πασίας

Τ’ είναι τούτο; Κάρδοπος.

Στρεψιάδης

Ω! της μαλάκας!
κι έπειτα ζητείς παράδες ενώ τέτοιος είσαι βλάκας;
από μένα δεν θα πάρει μήτε κάλπικο στο χέρι
όποιος Κάρδοπον εμπρός μου την Καρδόπην θα προφέρει.

Πασίας

Δεν θα πληρώσεις το λοιπόν;

Στρεψιάδης

Όχι, καθώς θαρρώ,
δεν είμαι σε καιρό,
μα δεν γκρεμοτσακίζεσαι να φύγεις παρευθύς
να με ξεφορτωθείς;

Πασίας

Φεύγω, μα τούτο γνώριζε πως πάω να μετρήσω
την νόμιμον καταβολήν, αλλέως ας μη ζήσω.

Στρεψιάδης

Μ’ εκείνα που σου χρεωστώ θα πάν’ και τούτ’ αντάμα,
αν και δεν θέλω, δυστυχή, να πάθεις τέτοιο πράμα,
γιατ’ είπες τόσον βλακωδώς την Κάρδοπον.

ΑΜΥΝΙΑΣ, ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

Αμυνίας

Αλλοί!

Στρεψιάδης

Μπα! ποιος αυτός, που κλαίγεται λυπητερά πολύ;
μη φώναξε κανείς Θεός τρισάθλιος εκείνου
του τραγικού Καρκίνου;

Αμυνίας

Θέλετε να γνωρίσετε ποιος είμαι; δυστυχής.

Στρεψιάδης

Πήγαινε με την τύχη σου, μη μας ανησυχείς.

Αμυνίας

Ω τύχες των αλόγων μου, που τους τροχούς μου σπάσατε,
σκληρέ Θεέ, και συ, Παλλάς, πόσα κακά μού φτιάσατε.

Στρεψιάδης

Αλλ’ όμως ο Τληπόλεμος τι σου’ καμε κακόν;

Αμυνίας

Μη με χλευάζεις, φίλε μου, με τόνον σκωπτικόν,
και το παιδί σου πρόσταξε να δώσει τον παρά,
αφού μ’ ευρήκε μάλιστα μια τέτοια συμφορά.

Στρεψιάδης

Για ποιον παρά μού τσαμπουνάς;

Αμυνίας

Γι’ αυτόν τον δανεικό.

Στρεψιάδης

Μου φαίνεται πως έπαθες στ’ αλήθεια ξαφνικό.

Αμυνίας

Εξέπεσα με τ’ άλογα…

Στρεψιάδης

Τι φλυαρείς, μουρμούρη,
σαν να’ χεις πέσει κατά γης από παλιογαϊδούρι;

Αμυνίας

Γιατί ζητώ το χρήμα μου μού λες πως φλυαρώ;

Στρεψιάδης

Διόλου καλά δεν φαίνεσαι…

Αμυνίας

Γιατί;

Στρεψιάδης

Γιατί θαρρώ
Πως κάποια βίδα σου ’στριψε…

Αμυνίας

Σου λέγω στον Ερμή
πως αν ευθύς του χρήματος δεν γίν’ η πληρωμή
κλήσιν στα Δικαστήρια γι’ αυτό θα σου σκαρώσω.

Στρεψιάδης

Νέο νερό θαρρείς ο Ζευς πως βρέχει κάθε τόσο,
ή μήπως εκ της γης ξανά το πρώτο το νερό
από τον ήλιο σέρνεται;

Αμυνίας

Τίποτα δεν θαρρώ,
κι ούτε με μέλει…

Στρεψιάδης

Πώς λοιπόν γυρεύεις τον Αργύρη,
που γρυ για τα μετέωρα δεν ξέρεις, κακομοίρη;

Αμυνίας

Αν τώρα το κεφάλαιον δεν έχης να πληρώσεις,
τουλάχιστον, παρακαλώ, τον τόκον να μου δώσεις.

Στρεψιάδης

Αμ’ αυτός ο τόκος πάλιν τι θηρίον είναι;

Αμυνίας

Να!
κατά μήνα, καθ’ ημέραν, όσον ο καιρός περνά,
δώσ’ του κι ο παράς πληθαίνει.

Στρεψιάδης

Καλά λες, ξυπνό κεφάλι
πλην η θάλασσα νομίζεις είναι τώρα πιο μεγάλη
παρά πρώτα;

Αμυνίας

Μα τον Δία, μένει καθώς ήταν ίση,
κι ούτε δίκαιον δεν είναι και συμφέρον μας ν’ αυξήσει.

Στρεψιάδης

Πώς λοιπόν αυτή, φτωχέ, δεν αυξάνει δύο δράμια,
αν και μέσα της κυλούν τα τρεχούμενα ποτάμια,
και συ θέλεις να πληθύνεις τους παράδες σου, σαλιάρη;
δεν θα φύγεις απ’ το σπίτι; φέρετέ μου το στειλιάρι.

Αμυνίας

Μάρτυρας επικαλούμαι.

Στρεψιάδης

Τράβα στη δουλειά σου τώρα,
τι χασομεράς αδίκως; δεν θα φύγεις, ω Σαμφόρα;

Αμυνίας

Θαρρώ πως βρίζει…

Στρεψιάδης

Δεν θα πας ή θα σε ξεκουμπίσω
τον αλογίσιο κώλο σου κεντώντας απ’ οπίσω;
Φεύγεις;… αλλιώς θα σ’ έστελλα να πας εις τα κομμάτια
μ’ όλα τ’ αμάξια σου μαζί, τις ρόδες σου και τ’ άτια.

Χορός Α’.

Τι κακόν τωόντι πράγμα το να θέλεις τα κακά,
τούτος μας ο γέρος θέλει ν’ αρνηθεί τα δανεικά,
ερασθείς κερδών αχρείων, και δεν είναι δυνατόν
εις τον σοφιστήν αυτόν
σήμερα να μην επέλθει δια τόσα πονηρά
αιφνιδία συμφορά.
Ως επόθει προ καιρού θα’ βρει τώρα το παιδί του
ν’ αντιλέγ’ εις παν ορθόν δια γλώσσης ανικήτου,
κι όταν άδικα λαλεί με σοφίσματα και δόλους
να νικά τους άλλους όλους,
που μ’ αυτόν φιλονεικούν, κι ο πατέρας το παιδί
ίσως ίσως και βουβό θα θελήσει να το δει.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ, ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ

Στρεψιάδης

Βοήθεια, φίλοι συγγενείς, δημόται μου, γειτόνοι,
και μ’ όλα του τα δυνατά στο ξύλο με σκοτώνει
ο γιόκας μου, το σπλάχνο μου… τι συμφορές! αλί μου!
πάει και το σαγόνι μου, πάει κι η κεφαλή μου.
Ω φαύλε, τον πατέρα σου ξυλίζεις;

Φειδιππίδης

Ναι, πατέρα.

Στρεψιάδης

Βλέπετε σεις; ομολογεί πως με ξυλίζ’ η λέρα.

Φειδιππίδης

Το βεβαιώνω και πολύ προς όλους φανερά.

Στρεψιάδης

Ω πατροκτόνε, κλέφταρε, και φύσις μιαρά.

Φειδιππίδης

Αυτά και περισσότερα λέγε για μένα, γέρο…
πολλά ν’ ακούω και κακά δεν ξέρεις πόσον χαίρω.

Στρεψιάδης

Αχρείε, πηγαδόκωλε.

Φειδιππίδης

Ρόδα πολλά με ραίνεις.

Στρεψιάδης

Πως τον πατέρα σου κτυπάς δεν το καταλαβαίνεις;

Φειδιππίδης

Ναι μα τον Δία, και θα πω
ότι δικαίως σε κτυπώ.

Στρεψιάδης

Αλλ’ όμως, μιαρότατε, πώς τάχατε μπορεί
δικαίως τον πατέρα του κανένας να βαρεί;

Φειδιππίδης

Θα τ’ αποδείξω φανερά με λόγων αντιρρήσεις,
κι εγώ θα μείνω νικητής…

Στρεψιάδης

Σ’ αυτό θα με νικήσεις;

Φειδιππίδης

Βεβαίως, ευκολότατα σε τούτο θα σε πείσω,
κι από τους λόγους διάλεξε ποιον θέλεις να μιλήσω.

Στρεψιάδης

Ποιους λόγους λες;

Φειδιππίδης

Ή τον μικρόν ή τον μεγάλον; λάλει.

Στρεψιάδης

Μα τους Θεούς σ’ εσπούδασα, ταλαίπωρο κεφάλι
ν’ αντιμιλείς αληθινά
σ’ όλα τα δίκια τα τρανά,
σαν καταφέρεις κι εις αυτό να σε πιστεύσω, τέρας,
πως είναι πρέπον τα παιδιά να δέρνουν τους πατέρας.

Φειδιππίδης

Θαρρώ σ’ αυτό πως θα πεισθείς, κι όταν και συ μ’ ακούσεις
δεν θα ’χεις τίποτα να πεις, μηδέ να μ’ αντικρούσεις.

Στρεψιάδης

Λέγε, θέλω να σ’ ακούσω…

Χορός Β’.

Τώρα, γέρο, να φροντίσεις
πώς τον νέον θα νικήσεις.
Αν εις τούτο που σου λέγει δεν επίστευεν αυτός
θα ’χε την αναισχυντίαν να σε δείρει προπετώς;
Κάτι πράγμα τον θρασύνει, κι εκδηλούται φανερόν
το πολύ του νέου θάρρος. Συ δ’ οφείλεις στον χορόν
ν’ αναπτύξεις δίχως άλλο πώς αρχίσατε την μήνιν
και την μάχην σας εκείνην.

Στρεψιάδης

Την αιτία θα σας πώ, που πιαστήκαμε γερά,
ενώ τρώγαμε κι οι δύο στο τραπέζι μια χαρά,
καθώς ξέρετε και σεις, είπα προς τον Φειδιππίδη
με την λύρα να μου πει κάτι τι του Σιμωνίδη,
να μου ψάλει το κριάρι δηλαδή το κουρεμμένο,
αλλ’ ευθύς εκείνος μου ’πε μ’ ένα μούτρο θυμωμένο
πώς συρμός αρχαίος είναι και της εποχής εκείνης
το να παίζεις την κιθάρα και να τραγουδείς σαν πίνεις,
όπως κάνουν η γυναίκες σαν αλέθουνε κριθάρι.

Φειδιππίδης

Και δεν έπρεπ’ ευθύς τότε να σ’ αρχίσω στο στειλιάρι,
κατά γης να σε ξαπλώσω και να σε τσαλαπατήσω,
που σαν να ’γευες τζιτζίκια μου ’λεγες να τραγουδήσω;

Στρεψιάδης

Τέτοια μου ’λεγε και τότε μέσ’ στο σπίτι κυνικώς
κι είπε πως ο Σιμωνίδης είναι ποιητής κακός,
κι εγώ μόλις τον θυμό μου τον κρατούσα στην αρχή
με πολλή μου ταραχή,
και κατόπιν του ξανάπα: «πάρε της μυρτιάς κλαδί,
Κι έλ’ απ’ τον Αισχύλο κάτι να μου πεις, καλό παιδί».
Εγώ μόνο τον Αισχύλο πρώτο ποιητή θαρρώ,
αλλ’ ευθύς ο νέος μου ’πε πως τον βρίσκει βροντερό,
ακατάστατο, τραχύ, λόγια φουσκωτά γεμάτο…
πώς συγχύστηκα γι’ αυτό κι όλος έγιν’ άνω κάτω,
μα τον τόσο μου θυμό τον κατάπια τότε πάλι
κι είπα στο παιδί να ψάλει
κάτι νέον απ’ αυτά, που σοφά περνούνε τώρα,
όταν τούτος πήρε φόρα
κι Ευριπίδη τραγουδεί,
πώς επήρε δηλαδή
αδελφός την αδελφή του, που μιας μάνας ήσαν φύτρα.
φρίξον, Ηρακλή μου, σκέπη στα δεινά παρηγορήτρα!
Τότ’ εξέσπασα στ’ αλήθεια κι αρχινώ γερό βρισίδι
και πατόκορφα τον λούζω τον καλό σας Φειδιππίδη,
κι έτσι λόγο με τον λόγο, καθώς είναι φυσικό,
μάλλωμ’ άναψε κακό,
και πηδά σ’ εμέν’ απάνω το καμάρι του σπιτιού,
και με πνίγει, μ’ αφανίζει,
με κτυπά, με κοπανίζει,
και με κάνει τ’ αλατιού.

Φειδιππίδης

Και δικαίως δεν νομίζεις πως τις έφαγες καλές,
που σοφόν τον Ευριπίδην κορυφαίον δεν τον λες;

Στρεψιάδης

Πώς; σοφότατος εκείνος; τι να λέγ’ ο κακομοίρης;…
αλλά πάλι θα με δείρεις.

Φειδιππίδης

Και δικαίως μα τον Δία.

Στρεψιάδης

Πώς δικαίως, αναιδή;
που σ’ ανέθρεψα μικρούλη, και σαν τραύλιζες παιδί
καταλάβαινα τι θάχεις στο μυαλό σου το μικράκι…
μπου σαν ήθελες ψευδίσει σου ’δινα να πιεις νεράκι,
σαν εγύρευες μαμμά σου’ φερνα ψωμί κοκό,
και σαν φώναζες κακά σ’ έπαιρνα, παιδί κακό,
κι απ’ το σπίτι μας απέξω σε βαστούσα να τα κάνεις…
αλλά συ με πνίγεις τώρα κι από τον λαιμό με πιάνεις,
κι όταν έσκουζα κι εγώ με βοής ξεφωνητά
πως με σφίγγει χεζουριό, συ δεν τ’ άκουγες αυτά,
μήτε μ’ έβγαλες απέξω να τα κάνω στον αέρα,
και μ’ εσφίξαν τα κακά μου και τ’ αμόλησ’ αυτού πέρα.

Χορός Α’.

Η ψυχή πηδά των νέων μ’ όσα τούτος θα λαλήσει,
κι αν αυτός τοιαύτα πράξας με τους λόγους του μας πείσει,
ε! μα τότε κανείς πλέον των γερόντων το τομάρι
μήτε για παλιορεβίθι δεν αξίζει να το πάρει.
Αλλά συ, που νέας γνώμας ξεσκαλίζεις και κινείς,
πείσε μ’ αποχρώντας λόγους ότι δίκαια φρονείς.


Φειδιππίδης

Τι καλόν το να λαλείς νέας γνώμας και σοφάς
και τους νόμους να μπορείς τους παρόντας ν’ αψηφάς.
Όταν πρόσεχα στους ίππους και μ’ εκείνους είχα πάθος
τρία λόγια να μιλούσα και τα τρία θα ’ταν λάθος,
αλλ’ αφότου μου ’πε τούτος να μουντζώσω τους ιππείς
και με σκέψεις και με γνώμας ομιλώ της προκοπής,
θ’ αποδείξω πως δικαίως τον πατέρα τιμωρώ.

Στρεψιάδης

Ρίξου στ’ άλογα σαν πρώτα, πιο καλύτερα θαρρώ
δίφρους κι άλογα να τρέφω, παρά τούτο το κουφάρι
να σαπίσει στο στειλιάρι.

Φειδιππίδης

Όπου μου ’κοψες τον λόγον επανέρχομαι, κι αυτό
πρώτα πρώτα σ’ ερωτώ.
Μ’ έδερνες παιδί σαν ήμουν;

Στρεψιάδης

Ναι, βεβαίως σε κτυπούσα
γιατί φρόντιζα για σένα και σαν γιο μου σ’ αγαπούσα.

Φειδιππίδης

Λοιπόν κι εγώ, πατέρα μου, δικαίως δεν οφείλω
να σ’ αγαπώ παρόμοια και να σου δίνω ξύλο,
αφού το ξυλοφόρτωμα δεν είναι παρά χάδι
και της στοργής σημάδι;
Πώς το δικό σου το κορμί χωρίς πληγές να μένει
και το δικό μου το πετσί στειλιάρι να χορταίνει;
Κι όμως ελεύθερος κι εγώ βγήκα στο φως της σφαίρας…
κλαιν τα παιδιά, μα δεν φρονείς πως πρέπει κι ο πατέρας;
Εσύ θα πεις το κλάψιμο πως είναι για μωρά,
ο γέρος όμως γίνεται μωρό διπλή φορά,
και πρέπ’ οι γέροντες να κλαιν των νέων περισσότερον
ως είναι πρέπον από μας να σφάλλουν ολιγότερον.


Στρεψιάδης

Το να δέρνουν τον πατέρα πουθενά δεν είναι νόμος.

Φειδιππίδης

Άνθρωπος κι ο νομοθέτης σαν κι εμάς δεν ήτο; κι όμως
έπειθε τους τότε λέγων… πως κι εγώ δεν ημπορώ
μ’ ένα νέον νόμον τώρα στα παιδιά να συγχωρώ
τους πατέρας των να δέρνουν; όσο φάγαμε στειλιάρι,
πριν ο νόμος κύρος πάρει,
χάρισμα σ’ αυτούς ας μένει
κι είμαστε καλά δαρμένοι.
Σκέψου πως κι οι πετεινοί κι όλα τα λοιπά τα κτήνη
τους πατέρας των κτυπούν… κι όμως από μάς εκείνοι
σε τι τάχα διαφέρουν; μόνο πένα που δεν πιάνουν
και ψηφίσματα δεν κάνουν.

Στρεψιάδης

Αμ’ σαν θέλεις και καλά με τους πετεινούς να μοιάζεις
πώς δεν τρως την κοπριά και στο ξύλο δεν κουρνιάζεις;

Φειδιππίδης

Ένα πράγμ’ αυτό δεν είναι, κι ο Σωκράτης δεν ’μπορεί
όπως λες να το θαρρεί.

Στρεψιάδης

Μη γι’ αυτά ξυλιές μού δώσεις,
ειδεμή θα μετανοιώσεις.

Φειδιππίδης

Μα πώς; ειπέ μου.

Στρεψιάδης

Δίκαιον, παιδί μου, το νομίζω
εγώ να σε ξυλίζω,
και συ τον γιο σου να κτυπάς, αν καμιά μέρα κάνεις…
Φειδιππίδης

Και σαν δεν κάνω; τότε συ γελώντας θα πεθάνεις
κι εγώ καλά τις έφαγα...

Στρεψιάδης

Θαρρώ πως δίκια λέει,
δημόται συνομήλικοι και φίλοι γηραλέοι.
Κι εγώ νομίζω φρόνιμον σ’ αυτούς να συγχωρούμε
όσα σωστά θαρρούμε.
Δικαίως τιμωρούμεθα τα πονηρά σαν κάνομε.

Φειδιππίδης

Άκουσε κι άλλη σκέψι μου…

Στρεψιάδης

Τι συμφορά μου! χάνομαι.

Φειδιππίδης

Κι ίσως εκείνο που ’παθες δεν σε δυσαρεστήσει.

Στρεψιάδης

Μα δεν μου λες, η σκέψις σου σε τι θα μ’ ωφελήσει;

Φειδιππίδης

Το ξύλο που ’φαγες εσύ θα φάει κι η μητέρα.

Στρεψιάδης

Τι λες; Καινούρια συμφορά πολύ μεγαλυτέρα.

Φειδιππίδης

Κι αν με τον λόγον τον μικρόν νικήσω και σου πω
πως πρέπει την μητέρα μου να την ξυλοκοπώ;


Στρεψιάδης

Αν και τη μητερούλα σου το χέρι σου κτυπήσει,
τότε νομίζω τίποτα πως δεν θα σε κρατήσει
να πέσεις μες στο βάραθρο και συ κι ο δάσκαλός σου,
κι ο λόγος ο μικρότερος, που πήρε το μυαλό σου.
Για σας, Νεφέλες, μες σ’ αυτές τις συμφορές μπερδεύτηκα
αφότου στα χεράκια σας ο μαύρος εμπιστεύτηκα.

Χορός Β’

Συ τούτων μόνος αίτιος, συ μόνος δυστυχής,
οπού προς σκέψεις πονηράς εστράφης εξ αρχής

Στρεψιάδης

Πώς τότε δεν μου τα’ πατε και δεν μ’ εδασκαλέψατε,
αλλά του γέρου χωρικού τις βίδες εσαλέψατε;

Χορός Β’

Πάντοτε κάμνομεν αυτά εις πάντα πονηρόν
ως ότου να τον ρίψωμεν εις τρόμους συμφορών,
και μάθει τότε τους Θεούς δεόντως να φοβείται.

Στρεψιάδης

Αλί, Νεφέλες, αυστηρά, μα δίκαια λαλείτε.
Δεν έπρεπε τα δανεικά να τ’ αρνηθώ ποτέ μου.
μα τώρα λάβ’ εκδίκησιν και σπάσε, φίλτατέ μου,
τον Χαιρεφώντα τον αισχρό κι εκείνον τον Σωκράτη,
που μας γελούσαν και τους δυο με δόλο και μ’ απάτη.

Φειδιππίδης

Δεν κάνω στους δασκάλους μου μια τέτοιαν αδικία.

Στρεψιάδης

Τον Δία των πατέρων μας σεβάσου…

Φειδιππίδης

Τι βλακεία!
Τον Δία των πατέρων μας… σωστάς δεν έχεις φρένας…
υπάρχει Ζευς κανένας;

Στρεψιάδης

Υπάρχει Ζευς.

Φειδιππίδης

Όχι, ποσώς δεν είναι πουθενά,
ο Σίφουνας τον έδιωξε και τούτος κυβερνά.

Στρεψιάδης

Κανένας δεν τον έδιωξε… το πράγμ’ αυτό μονάχα
εγ’ ο φτωχός το νόμιζα… μα τι μυαλά σού τα ’χα,
όταν κι αυτόν τον Σίφουνα Θεό τον είχα πάρει.

Φειδιππίδης

Εδώ μονάχος σφύριζε και σαν τρελός φλυάρει.

Στρεψιάδης

Αλί! τι τρέλες μ’ έδερναν όταν σαν παλαβός
για τον Σωκράτη τους Θεούς τους έδιωξ’ ασεβώς,
πλην, φίλ’ Ερμή, παρακαλώ να μη με τιμωρήσεις,
να δώσεις τόπον στην οργή και να με συγχωρήσεις,
που με τα σαλιαρίσματα μού σήκωσαν τον νου,
και συ σ’ εμένα βοηθός και σύμβουλος γενού,
αν πρέπει μπρος στους δικαστάς να τους κατηγορήσω,
καν άλλο φρόνιμον θαρρείς πες να τους τιμωρήσω.
Καλά μου λες πως αγωγή δεν πρέπει να τους κάνω,
αλλά μιαν ώρ’ αρχήτερα φωτιά μού λες να βάνω
στο σπίτι των σαλιάρηδων, που μ’ έφεραν σε τρέλα…
εμπρός, Ξανθία, τρέξ’ εδώ, πάρε την σκάλα κι έλα,
φέρε μαζί και το τσαπί, κι εμέν’ αν αγαπάς,
ανέβ’ απάνω στο Σχολειό, κι αρχίνα να κτυπάς
του ρημαδιού των την σκεπή
και σκάψε την με το τσαπί,
ως που το δώμ’ απάνω των να πέσει να τους λιώσει…
δάδ’ αναμμένη γρήγορα κανένας ας μου δώσει
να τιμωρήσω σήμερα κι εγώ τους φαφλατάδες
και τις ψευτοφυλλάδες.

Μαθητής Α’.

Αλίμονον!

Στρεψιάδης

Φλόγα πολλή, δαδί μου, να πετά.

Μαθητής Β’.

Ε! συ τι κάνεις, άνθρωπε;

Στρεψιάδης

Τι κάνω μ’ ερωτάς;
ψιλολογώ στα σοβαρά
με του σπιτιού τα πατερά!

Μαθητής Α’.

Αλίμονον! ποιος άθλιος μάς πυρπολεί το σπίτι;

Στρεψιάδης

Εκείνος, που του κλέψατε το ρούχο, λωποδύτη.

Μαθητής Β’.

Μας πέθανες.

Στρεψιάδης

Αυτό ζητώ μ’ επιθυμιά μεγάλη,
αν δεν τσακίσει το τσαπί και ψεύτη δεν με βγάλει,
κι αν πριν εγώ δεν γκρεμιστώ,
φαρδύς πλατύς και τσακιστώ.

Σωκράτης

Αληθινά, τι κάνεις συ στην στέγην εκεί πέρα;
Στρεψιάδης

Παρατηρώ τον ήλιον και τρέχω στον αέρα.

Σωκράτης

Αλίμονον! ο δύστηνος, ο τάλας θα πνιγώ.

Χαιρεφών

Θα μείνω στάκτη μοναχή κι ο δύσμοιρος εγώ!

Στρεψιάδης

Ποιος τους Θεούς σάς έμαθε ξετσίπωτα να βρίζετε
και με σπουδή του φεγγαριού τον πάτο ν’ αντικρύζετε;
Ρίξου τους, κτύπα, γκρέμιζε και για πολλές κακίες,
προ πάντων δε που στους θεούς εκάναν αδικίες.
Χορός Α’.

Προβαίνετ’ έξω, θεαταί, και σήμερ’ αρκετά
θαρρώ πως σας εψάλαμεν… σας φθάνουν τώρ’ αυτά.

ΤΕΛΟΣ